Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Αλλαγή κυβέρνησης.Aπαραίτητη αλλά όχι ικανή συνθήκη - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη 29/5/2017



Από το σχηματισμό κυβέρνησης στις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα, το χρονικό διάστημα είναι επαρκές για να μπορούμε να αξιολογήσουμε την ποιότητα των κυβερνώντων. Αν και αυτά τα δυόμιση σχεδόν χρόνια παρατηρήθηκαν κάποιες μετατοπίσεις και αλλαγές, το κυβερνητικό σχήμα είναι ένα από τα χειρότερα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα. Ίσως το χειρότερο, αν συνυπολογίσει κανείς το κόστος της διακυβέρνησης αυτής σε συνάρτηση με το σύντομο χρονικό διάστημα.

Δεν είναι μόνο η κολοσσιαία διάψευση κάθε προεκλογικής υπόσχεσης και η εφαρμογή πολύ σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά και η καθημερινή διαχειριστική ανεπάρκεια, η έλλειψη πολιτικής σπονδυλικής στήλης, αρχών και το πλεόνασμα κυνισμού που την χαρακτηρίζουν.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάταξη της οικονομίας, η εκλογική ήττα των κομμάτων που τη συναπαρτίζουν. Οποιαδήποτε άλλη προοπτική προσπερνά και υπερπηδά την πολιτική και εκλογική αποδοκιμασία του κυβερνητικού σχήματος, επί της ουσίας νομιμοποιεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και έως κάποιο βαθμό τη διακυβέρνηση των δυόμιση αυτών καταστροφικών ετών.

Είναι όμως μια ισχυρή εκλογική αποδοκιμασία ταυτόχρονα και ικανή συνθήκη ανάταξης της οικονομίας και της χώρας; Όσοι και όποιοι αντικαταστήσουν την παρούσα κυβέρνηση είναι ικανοί, έτοιμοι και αποφασισμένοι; Η αντί-ΣΥΡΙΖΑ εμμονή δικαιολογείται ως ένα σημείο. Λόγοι πολιτικοί, προσωπικοί, παραταξιακοί βρίσκονται – και ορθώς – στα θεμέλια αυτής της στάσης. Είναι όμως προωθητική; Όσοι τη συμμερίζονται μπορούν ταυτόχρονα χωρίς να την ακυρώσουν, να την υπερβούν; Μπορεί να υποκατασταθεί μία πλήρης αντιπολιτευτική στρατηγική που θα συμπεριλαμβάνει σε ισορροπημένες δοσολογίες προγραμματικό λόγο – άβολες αλήθειες – ρεαλιστικές λύσεις και κινητοποιό όραμα από μία στενή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη αντί – ΣΥΡΙΖΑ εμμονή;

Η κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς. Αλλεπάλληλα λάθη στρατηγικής, λάθη τακτικής, συνονθύλευμα επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων, αλληλοαναιρούμενα επιχειρήματα και πλήρης κοινωνική απογοήτευση συνθέτουν την πραγματικότητα. Και όμως κανένα κόμμα της (ευρωπαϊκής) αντιπολίτευσης δεν εκμεταλλεύεται τη συγκυρία. Και όμως κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να θέσει αυτό τα θέματα της ημερήσιας διάταξης στο δημόσιο λόγο. Κανένα δεν μπορεί να προτείνει κάτι νέο, φρέσκο ή τουλάχιστον αρκούντως εκσυγχρονιστικό. Κανένα δεν μπορεί να αλλάξει γήπεδο και να φωτίσει τις αστοχίες της κυβέρνησης ταυτόχρονα με το δικό του σχέδιο.
Λογικές ώριμου φρούτου και light αντιμνημονίου έχουν κυριαρχήσει στα κομματικά στρατηγεία. Άγονες αντιπαραθέσεις, επίπλαστα υψηλοί τόνοι χωρίς αντίκρισμα. Τολμούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να πουν αλήθειες και να αναλάβουν αυτά τις πρωτοβουλίες. Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα, όχι όμως και οι απαντήσεις τους.

Η ευρωπαϊκή αντιπολίτευση – κεντροδεξιάς ή κεντροαριστερής οπτικής- στηρίζει το πλήρες άνοιγμα των επαγγελμάτων; Μπορεί να πείσει την γερασμένη κοινωνία ότι το ασφαλιστικό θα παραμείνει μονίμως ανοιχτό και ότι οι συντάξεις είναι δυσανάλογες των σημερινών δυνατοτήτων της οικονομίας; Μπορεί να απευθυνθεί στους δημοσίους υπαλλήλους και να αναγγείλει σαρωτικές αλλαγές, αξιολογήσεις, μετακινήσεις και συστήματα διασφάλισης αποδοτικότητας; Θα τολμήσει να αλλάξει το πολιτικό σύστημα, να ενισχύσει δραστικά την αυτοδιοίκηση, την αποκέντρωση; Να προχωρήσει σε δραστικούς εκσυγχρονισμούς στη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, να καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία; Μπορούν να απευθυνθούν στον ιδιωτικό τομέα, στους εργαζόμενούς του και στους επιχειρηματίες; Μπορούν με τρόπο μετρήσιμο να μειώσουν τη φορολογία που μαζί με όλες τις επιβαρύνσεις διαμορφώνει ένα κομμουνιστικό παρόν δήμευσης του πλούτου; Τι έχουν να πουν στους νέους, μπορούν να σχεδιάσουν έναν τρόπο που θα προσελκύσει πίσω στη χώρα μέρος όσων την εγκατέλειψαν; Θα ήταν και αυτό μίας μορφής «άμεση ξένη επένδυση».

Κάνουν λάθος τα αντιπολιτευόμενα κόμματα εάν πιστεύουν ότι θα κερδίσουν μιμούμενα τον ΣΥΡΙΖΑ ή εμφανιζόμενα ως ένας light ΣΥΡΙΖΑ απλά πιο λογικός και συνετός. Κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουν, ότι δεν χρειάζεται να τοποθετηθούν, ότι με γενικόλογα ευχολόγια θα οδηγήσουν στην κάλπη τους τους απογοητευμένους ψηφοφόρους.

Σοβαρή εκσυγχρονιστική μεταρρυθμιστική πρόταση χρειάζεται ο τόπος που θα βγαίνει από στόματα σοβαρών ανθρώπων ενός ανανεωμένου πολιτικού προσωπικού. Όλα τα άλλα θα μας κρατήσουν και μας κρατάνε πίσω.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Πίεση σε αυτούς που μπορούν - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 22/5/2017


Η κόπωση, η οικονομική δυσπραγία, η χρονική επιμήκυνση και διάρκεια της κρίσης, η συνεχής πτωτική πορεία του βιοτικού μας επιπέδου αλλά κυρίως  η απομάγευση και η διάψευση του αντιμνημονίου έχουν επιφέρει ένα τρομακτικό μούδιασμα στην κοινωνία. Ό,τι και αν ψηφιστεί, ό,τι και αν επιβληθεί ή αποφασιστεί, όσο σκληρό, αντικοινωνικό και αντιλαϊκό και αν είναι, δεν οδηγεί σε κοινωνικές αντιδράσεις. Ψηφίζονται μέτρα πολλαπλάσια και σκληρότερα των αρχικών και δεν υπάρχει η παραμικρή κοινωνική πίεση, ούτε οργανωμένη κινητοποίηση και διαμαρτυρία. Σε αυτή την κατάσταση νηνεμίας συμβάλει το γεγονός πως τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν δρουν ακτιβιστικά, δεν κινητοποιούν κόσμο και δεν επιλέγουν ως πεδίο αντιπαράθεσης το πεζοδρόμιο. Ίσως μάλιστα να μην μπορούν.

Η πραγματικότητα αυτή, όσο παράδοξη και αν είναι, αποδεικνύει και αναδεικνύει τις πολύ συγκεκριμένες ευθύνες πολιτικών χώρων, κομμάτων και προσώπων κατά τη διάρκεια αυτού που συμβατικά ονομάζουμε και οριοθετούμε ως ελληνική κρίση. Διότι με δημοσιονομικά μέτρα υποπολλαπλάσια  το 2011 αλλά και το 2012 οι κοινωνικές αντιδράσεις ήταν αναντίστοιχα έντονες και πιεστικές, παράγοντας συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα. Η μεγάλη εικόνα δείχνει πως οι αντιμνημονιακές αντιπολιτεύσεις ( τόσο της ΝΔ αρχικά όσο κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερο χρόνο) ευθύνονται σημαντικά για την αδυναμία της χώρας να υπερβεί την κρίση καθώς όχι μόνο δεν στήριξαν πολιτικά τις μεταρρυθμίσεις αλλά διαπαιδαγώγησαν τον κόσμο με απλοϊκά σχήματα και εύκολες λύσεις. Αυτό δεν αναιρεί και τις ευθύνες των κυβερνήσεων που έδειξαν μια κάποια σχετική απροθυμία και αναφυλαξία σε δομικές αλλαγές σε κράτος και οικονομία.
Σήμερα έχουμε μία διαφορετική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί να ανατάξει την οικονομία και τα υφεσιακά τρίμηνα ανακοινώνονται το ένα πίσω από το άλλο. Η κοινωνία δεν αντιδρά και οι εταίροι φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ένα χλιαρό μέλλον για την Ελλάδα αφού δεν πιέζουν πλέον για αλλαγές αλλά μονον για επίτευξη δημοσιονομικών στόχων.
Συρρικνώνονται χρόνο με το χρόνο οι δυνάμεις εκείνες που δυνητικά θα μπορούσαν να στρίψουν το τιμόνι της χώρας κατά 180 μοίρες και να ηγηθούν της προσπάθειας ανάταξης. Ο άρρητος και έμμεσος στόχος των κυβερνώντων για μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, επαίτη της κρατικής φιλευσπλαχνίας και άμεσα εξαρτώμενο από την πολιτική απόφαση του γκουβέρνου τείνει να επιτευχθεί. Μια κοινωνία συσσιτίων , κουπονιών λαϊκής, έκτακτων εφάπαξ επιδομάτων και τετράμηνων συμβάσεων στο ευρύτερο δημόσιο είναι σχεδόν πραγματικότητα. Απέχει παρασάγκας από μία σοσιαλδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας με ένα ισχυρό και στοχευμένο κράτος πρόνοιας και ένα αποδοτικό κράτος κοινωνικών υπηρεσιών. Απέχει από ένα φιλελεύθερο δίχτυ προστασίας που στοχεύει στην γρήγορη και αποτελεσματική οικονομική επανένταξη και άνοδο των αδυνάμων. Είναι μία λατινοαμερικάνικη λαϊκίστικη εκδοχή κοινωνικής πολιτικής που επεκτείνεται όμως και σε άλλους τομείς του κυβερνάν – σίγουρα όμως μακριά από τις ανάγκες μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας με τις προκλήσεις μάλιστα της ελληνικής.

Σε ποιους λοιπόν πέφτει ο κλήρος της προσπάθειας ανάταξης της χώρας; Κοινωνικά στις δημιουργικές ομάδες της κοινωνίας, στους νέους που έμειναν, στους επιχειρηματίες που προσπαθούν, στους ελευθέρους επαγγελματίες που επιμένουν και βέβαια στον κόσμο της εργασίας που συναισθάνεται πλέον πως οι επιλογές βελτίωσης της ζωής του είναι συγκεκριμένες και περνάνε μέσα από αλλαγές.

Αρκούν αυτές οι δυνάμεις; Η απάντηση είναι όχι. Τα κόμματα που τις εκφράζουν ή θα μπορούσαν να τις εκφράσουν δεν ανταποκρίνονται. Χωρίς πολιτική και κομματική εκπροσώπηση δεν υπάρχει λύση. Η λύση προϋποθέτει ανάθεση και αυτοί που μπορούν να λάβουν την εντολή δεν ικανοποιούν.  Νέα Δημοκρατία, Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Ώρα Αποφάσεων μέχρι στιγμής περνάνε κάτω από τον πήχη. Και αν και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προηγείται δημοσκοπικά δεν πείθει για την ικανότητα και την ποιότητα των στελεχών του, δεν πείθει για βούληση για αλλαγές παρά την ηγεσία του. Τα υπόλοιπα κόμματα της ίδιας σχεδόν πολιτικής οικογένειας πάσχουν. Αδυνατούν να συμπορευτούν οργανωτικά και να μετεξελιχθούν πολιτικά και προγραμματικά. Αδυνατούν να κατανοήσουν την ιστορική αναγκαιότητα ενός σοσιαλδημοκρατικού/ προοδευτικού πόλου που με αξιώσεις και αυτοπεποίθηση θα συμβάλει καθοριστικά στην ανόρθωση της χώρας. Οι άνθρωποί τους φαίνεται να αρκούνται σε ένα αυτοαναφορικό παιχνίδι  παντελώς αδιάφορο για την κοινωνία που εξασφαλίζει απλά μία κοινοβουλευτική έδρα.

Πίεση λοιπόν στα κόμματα που υπό προϋποθέσεις μπορούν.