Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Γαλλικές εκλογές : ευκαιρία για την Ευρώπη, άρθρο για την Καρφίτσα της 29/04/17




Το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών επιφέρει μία ανακούφιση προς ώρας αλλά δεν μπορεί επουδενί να κρύψει τα υπαρκτά προβλήματα κάτω από κανένα χαλί. Είναι ένα αποτέλεσμα που ανακόπτει την επέλαση των αντισυστημικών, λαιϊκιστικών και ευρωφοβικών δυνάμεων στην Ευρώπη και μάλιστα σε μία εκ των δύο πιο σημαντικών χωρών της, όμως οι αιτίες που ενισχύουν τα δεύτερα είναι υπαρκτές.

Η πρωτιά του Εμανουέλ Μακρόν είναι ενθαρρυντική καθώς πρόκειται για έναν υποψήφιο μετριοπαθή, μεταρρυθμιστή, υπέρμαχο της ανοιχτής κοινωνίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Ο νικητής του πρώτου γύρου είναι σαφώς ευρωπαϊστής και σίγουρα στον αντίποδα του λαϊκισμού. Αντιτάσσει έναν νέο σύγχρονο πατριωτισμό απέναντι στον εθνικισμό και στην επιστροφή στον εθνοκρατισμό ως πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα της βασικής αντιπάλου του. Προέρχεται από το καταρρέον γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και ανήκει στην συμβατικά δεξιά πτέρυγά του. Βέβαια εάν υποθέσουμε ότι θα εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας θα πρέπει να αποδείξει την διαχειριστική επάρκειά του, την πολιτική του ικανότητα, την ευρύτητα και την οξυδέρκειά του σε καθεστώς υψηλής πίεσης και απαιτήσεων καθώς μπορεί κατά τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας να είχε την επιλογή παραίτησης αλλά σε αυτό το επίπεδο οι αναλογίες είναι διαφορετικές.


Η Γαλλία αν και μία εκ των δύο σημαντικότερων κρατών της Ένωσης έχει σημαντικά προβλήματα καθώς καλείται να αλλάξει πολλά πεδία, πολλές δομές, πολλές βεβαιότητες αν δεν θέλει να χάσει το τρένο της εξέλιξης και του ανταγωνισμού. Η επόμενη πενταετία δεν θα είναι μία εύκολη θητεία. Όλα τα μέτωπα είναι ανοικτά καθώς διανύουμε μία περίοδο έντονων ανακατατάξεων και ισχυρών πιέσεων. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα αλλά οι απαντήσεις αναζητούνται.

Σε κάθε περίπτωση η πιθανή εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στο θώκο της Γαλλικής προεδρίας είναι μία ενδιαφέρουσα εξέλιξη που αν μη τι άλλο θα καταδείξει τα όρια και τις δυνατότητες σε δύο πεδία που ενδιαφέρουν την Ελλάδα – αλλά και τις προοδευτικές φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις ιδιαίτερα. Θα καταδείξει πρώτον εάν και κατά πόσον η επαγγελία αλλαγής τρόπου λειτουργίας της Ευρωζώνης είναι εφικτή, σε ποιο βαθμό και προς ποια κατεύθυνση και δεύτερον εάν μία μετριοπαθής μεταρρυθμιστική πρόταση μπορεί να επιφέρει σημαντικές αλλαγές, μετρήσιμα αποτελέσματα και ικανοποίηση προσδοκιών στο εσωτερικό της χώρας. Ο ίδιος έχει ταχθεί υπέρ αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της ΟΝΕ αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να αντιλαμβάνεται σε βάθος τις παραμέτρους της ειδικής σχέσης της Γαλλίας με τη Γερμανία. Μία υποθετική ανασύσταση ενός ευρωπαϊκού γαλλογερμανικού άξονα στη βάση όμως ορισμένων ώριμων αιτημάτων για αλλαγή πολιτικής ίσως δώσει το φιλί της ζωής στην Ένωση και ίσως ανακόψει φυγόκεντρες τάσεις που έχουν διαμορφωθεί. Το πολιτικό ρίσκο για την Ευρώπη φαίνεται πάντως να υποχωρεί.

Στα ανησυχητικά του αποτελέσματος  του πρώτου γύρου των γαλλικών εκλογών είναι η άνοδος του ποσοστού της Λεπέν η οποία με άνεση πέρασε στο δεύτερο γύρο και μάλιστα με μικρή διαφορά από τον πρώτο. Επίσης μια πρώτη ματιά στην ακτινογραφία του αποτελέσματος θα διαπιστώσει κανείς μερικά ιδιαιτέρως ανησυχητικά στοιχεία.

Στις ηλικίες 18-59 ετών οι Μελανσόν και Λεπέν συγκεντρώνουν περίπου ίδια ποσοστά με τον νικητή, ο οποίος προηγείται καθαρά στις μεγαλύτερες ηλικίες. Αν εξετάσουμε την ψήφο με εισοδηματικά κριτήρια θα δούμε ότι όσοι αμοίβονται με 2.000€ μηνιαίως επιλέγουν κυρίως Λεπέν με το Μακρόν να προηγείται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Είναι αυτές μικρές ψηφίδες που σχηματίζουν μία μεγάλη εικόνα που πρέπει να προσεχθεί.

Οι γενιές που έρχονται και που είναι αντιμέτωπες με τη διάψευση των προσδοκιών τους, που καλούνται να ζήσουν όχι κατά ανάγκη φτωχά αλλά πάντως σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που πίστευαν φαίνεται να ριζοσπαστικοποιούνται. Αναδιπλώνονται και τείνουν ευήκοα ώτα σε προτάσεις που καλούν σε επιστροφή στο παρελθόν την θαλπωρής του έθνους κράτους που κρατούσε τον ξένο, τον μετανάστη, τον πρόσφυγα εξω από τα σύνορα, έβρισκε δουλειά σχεδόν σε όλους, παρείχε στοιχειώδη υγεία και παιδεία σε χαμηλότερα όμως επίπεδα κατανάλωσης και με λιγότερες ευκαιρίες. Σιγουριά έναντι αβεβαιότητας.


Τέλος έχει αξία να γραφεί και η παταγώδης αποτυχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος με τον υποψήφιό του Αμόν να λαμβάνει 6%, γεγονός που σηματοδοτεί μάλλον το τέλος του κόμματος του Μιτεράν και καθιστά ένα δεύτερο Επινέ αδήριτη ανάγκη. Αποτυχία και για τη Γαλλική Δεξιά που κατάφερε να χάσει εκλογές που υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να κερδίσει δια περιπάτου. Τα μεγάλα κόμματα παρατάξεις ηττήθηκαν κατά κράτος. Μία νέα εποχή αρχίζει  αλλά εμείς πρέπει να κλείσουμε την αξιολόγηση και να πάρουμε την επόμενη δόση.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Ένα σπίτι καίγεται - άρθρο στην εφημερίδα Καρφίτσα 8/4/2017



Πόσο θα συνεχιστεί η βύθιση της χώρας; Πού μπορεί να φτάσουμε; Έχουμε πιάσει πάτο ή έχει ακόμα πολύ παρακάτω; Γιατί δεν αντιδρά κανένας; Το κοντέρ του κυνισμού και του παχυδερμισμού έχει τερματίσει ή υπάρχουν ακόμη περιθώρια;

Οι απαντήσεις δυστυχώς σε αυτά τα απλά βασικά ερωτήματα που τριβελίζουν το μυαλό μας τις στιγμές που μπορούμε να σκεφτούμε την συλλογική και ατομική μας πορεία δυστυχώς είναι αποκαρδιωτικές.

Ναι, η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί διότι δεν κάνουμε τίποτα, δεν διορθώνουμε βασικά, δεν απαιτούμε τα αυτονόητα. Ναι μπορεί να κατρακυλήσουμε σε πολύ χειρότερες καταστάσεις από αυτές που ζούμε ήδη καθώς όχι μόνο δεν πιάσαμε πάτο, αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε πως θα είναι η κατάσταση σε εκείνα τα βάθη. Δεν αντιδρά κανείς διότι εκτιμά ότι δεν μπορούμε να πάμε χειρότερα παρά μόνο καλύτερα ή γιατί έχει απογοητευθεί βαθιά και βιώνει την ματαίωση, επιλέγει την απόσυρση και την ιδιώτευση καθώς το μέγεθος του αντιμνημονιακού ψεύδους τον άδειασε ψυχικά. Η απομάγευση είναι ένα σοκ. Και ναι, όπως μας διδάσκουν τα κυβερνώντα κόμματα, τα επίπεδα κυνισμού είναι πολύ μεγάλα – αλλά πάντα υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερα.

Τίποτα δεν οδηγεί σε μία παραίτηση ή μία ειλικρινή συγνώμη. Κανένα απολύτως στέλεχος, υπουργός ή βουλευτής δεν συγκινείται. Η πλήρης διάψευση, η χειροτέρευση όλων των δεικτών επί των ημερών τους, η εφαρμογή ακριβώς των αντιθέτων από αυτά που υποσχέθηκαν, δεν φαίνεται να εγείρει ζητήματα συνείδησης σε κανέναν. Κοινοβουλευτική ομάδα μπετόν αρμέ. Τι και αν ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία – κόμματα δεκαετιών με 45% έκαστο και ισχυρή παραταξιακή παράδοση και αγκύρωση στην ελληνική κοινωνία- δοκιμάζονταν σε κάθε ψηφοφορία δημοσιονομικών μέτρων; ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ τα ψηφίζουν όλα, ατάραχοι.

Δεν είναι δείγμα αυτό κυνισμού; Σαφέστατα είναι. Όμως το ερώτημα αναβαθμίζεται και γίνεται πιο επικίνδυνο. Που μπορεί να φτάσει μία αυθεντικά κυνική εξουσία; Που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα ένα μικρό σύνολο ανθρώπων σε θέσεις ευθύνης που είναι δομικά αποσυνδεδεμένο από την κοινωνία και τη χώρα και φαίνεται απλά να απολαμβάνει τις κρατικά χρηματοδοτούμενες βόλτες και χάρες;
Θα είναι η ζημιά ανεπανόρθωτη; Θα μπορέσουμε στον ορατό ορίζοντα να γίνουμε ξανά κύριοι των ζωών μας; Θα μπορούμε δηλαδή να σχεδιάσουμε, να ονειρευτούμε, να υλοποιήσουμε έστω κάποια από αυτά που ορεγόμαστε ή θα είμαστε έρμαια της τύχης και της αβεβαιότητας; Αξίζει μια ζωή γεμάτη αβεβαιότητα και ανασφάλεια;

Μικρός στόχος

Υποτιμούν και λοιδορούν πολλοί έναν άμεσο μικρό στόχο ως μη ικανό να αλλάξει τη ρότα των πραγμάτων. Ένας μικρός άμεσος στόχος είναι να απομακρυνθεί αυτή η κυβέρνηση και τα κόμματα που την απαρτίζουν από την εξουσία. Έναντι ποίου; Είναι αυτό αρκετό; Και οι όποιοι επόμενοι τι θα κάνουν;

Ναι είναι αρκετό, είναι η απάντηση. Δεν ξέρουμε τι θα κάνουν οι οποίοι επόμενοι αλλά ξέρουμε ότι αν συνεχίσουμε έτσι είμαστε με μαθηματική ακρίβεια χαμένοι από χέρι. Διότι όταν το σπίτι καίγεται και καταστρέφεται, ο κύριος του ακινήτου δεν σκέπτεται τον αρχιτέκτονα και τον διακοσμητή εσωτερικών χώρων που θα του αναμορφώσει την οικία. Σκέπτεται πρώτα να σβήσει η φωτιά, να περιορίσει τη ζημία, να σώσει ό,τι σώζεται ώστε το κόστος της ανακαίνισης να είναι λογικό. Ώστε να υπάρχει σπίτι την επομένη.

Για αυτό το λόγο κόμματα και πολίτες που αντιπολιτεύονται την υπάρχουσα εξουσία οφείλουν να ζητούν την άμεση απομάκρυνσή της. Σχέδια, τακτικές και λογικές εξάντλησης της τετραετίας από την παρούσα ώστε να περάσει αυτή τα δύσκολα είναι λογικές υπεκφυγής και ευθυνοφοβίας.

Ή το σπίτι καίγεται και πέφτουμε στις φλόγες να το σώσουμε ή καθόμαστε στο απέναντι πεζοδρόμιο και συνομιλούμε με τους γείτονες για το κόστος της ανακαίνισης εν καιρώ.