Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Επάνοδος στην κανονικότητα – μια λανθάνουσα απειλή ( εναλλ. τίτλος : Μείνε πεινασμένος)



Η κόπωση από την μακροχρόνια οικονομική κρίση και η συνεχιζόμενη καταβύθιση του βιοτικού επιπέδου για πάρα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας δημιουργούν την ανάγκη για επιστροφή σε μία κανονικότητα. Η συνεχιζόμενη έκτακτη συνθήκη παύει να λογίζεται εξάλλου ως τέτοια όταν διαρκεί σε μάκρος και γίνεται συνήθεια, έξη.

Το κοινωνικό αίτημα για επάνοδο στην κανονικότητα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως δυνητικά θα μπορούσε να είναι ένδειξη υγείας. Θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως απότοκος μιας διαδικασίας που στα αρχικά στάδιά της είχε την απογοήτευση, ίσως τον θυμό αλλά στα τελευταία τη θέση τους έπαιρνε η εκλογίκευση, η κατανόηση και η δράση.

Μια τέτοια πορεία θα ήταν φυσιολογική, υγιής και ωφέλιμη καθώς θεωρητικά πάντα η κατανόηση και η δράση θα οδηγούσε σε σωρεία αλλαγών ή τουλάχιστον σε ισχυρή απαίτηση από το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικό προσωπικό της χώρας να πράξει ό,τι είναι απαραίτητο για την έξοδο από τη μέγγενη της κρίσης.

Αντί αυτού όμως παρατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης πολύ ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές αντιστάσεις που όχι μόνον δεν επέτρεψαν μια γρήγορη και αποφασιστική πολιτική εξόδου από την κρισιακή συνθήκη, αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την κακοδαιμονία και μονιμοποίησαν την περιδίνηση της χώρας. Αυτή η άσχημη των πραγμάτων τροπή οφείλεται στο πολιτικό «αντιμνημόνιο» αλλά το τελευταίο δεν θα ήταν ικανό να επιφέρει  τέτοια αποτελέσματα εάν κατά τη διάρκεια της προκρισιακής Μεταπολίτευσης η κοινωνική μηχανική δεν ήταν αυτή που ήταν. Κόμματα και δημόσιες πολιτικές υποταγμένα σε μερικότητες, σε ομάδες πίεσης και συμφερόντων, με αποσπασματικές στρατηγικές και συνεχείς παλινδρομήσεις δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν σταθερές διαδικασίες εκσυγχρονισμού και εξέλιξης με αποτέλεσμα αδράνειες και λάθη να πληρωθούν εν τέλει ακριβά.

Η προσπάθεια της παρούσης – εντελώς αποτυχημένης κυβέρνησης – να παρουσιάσει κάποια πρόοδο και ορισμένα απτά επιτεύγματα, σε αντίθεση βέβαια με τη ζώσα πραγματικότητα, επιτείνει το πρόβλημα. Επιχειρείται πλήρης εφησυχασμός της κοινωνίας λόγω μιας δήθεν επαναφοράς στην κανονικότητα. Για παράδειγμα η Ελλάδα βγήκε στις αγορές και τα ομόλογά της είχαν ζήτηση, η ανεργία δείχνουν τα επίσημα στατιστικά ότι μειώνεται, κοινωνικές αντιδράσεις δεν υπάρχουν και ο πρωθυπουργός στην πρωτεύουσα βλέπει μόνο χαμογελαστά πρόσωπα γύρω του.

Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως η χώρα μετά από 7 χρόνια μνημονιακών πολιτικών και 10 σχεδόν σε ύφεση – παγκόσμια θλιβερή πρωτιά- δεν έχει αλλάξει πολλά. Ίσως μόνον τα βασικά, δηλαδή μια διασφάλιση μέσω εξωτερικού καταναγκασμού μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής ισορροπίας. Σε μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών πλέον, η στασιμότητα και η κακώς νοούμενη σταθερότητα μπορούν να εκληφθούν ως πρόοδος. Μία δε υποτυπώδης ανάπτυξη ίσως επιχειρηθεί να εορταστεί ως παλλiγενεσία, όμως αυτό είναι βαθύτατα θλιβερό.

Η πραγματικότητα είναι πως οι πολύ μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκκρεμούν ή χειρότερα δεν βρίσκονται καν στο επίκεντρο του διαλόγου. Η χώρα στο νέο συνεχώς εξελισσόμενο και μεταβαλλόμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας δεν έχει καμία στρατηγική και καμία στόχευση. Οι νέες γενιές εγκλωβίζονται σε εργασίες χαμηλής εξειδίκευσης, χαμηλών απολαβών και είτε φυτοζωούν είτε μεταναστεύουν. Το κράτος παραμένει βαρύ, δυσκίνητο και κοστοβόρο. Αντί να ωθεί και να συνδράμει στην ανάπτυξη αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο βαρίδι. Κόμματα και πολιτικό προσωπικό πλην εξαιρέσεων συνεχίζουν στα ίδια μοτίβα.

Συμπερασματικά, απομειώνονται και αδυνατίζουν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία δημιουργική επανάσταση και μία εξέγερση κατά της στασιμότητας και της μετριότητας. Ξεθωριάζουν οι μνήμες μιας επιτυχημένης συλλογικής προσπάθειας και αποσυνδέεται η ελληνική κοινωνία από την αίσθηση επιτυχίας. Μετατρέπεται σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών.

Για τους λόγους αυτούς έχει πολύ μεγάλη σημασία μία κρίσιμη μάζα πολιτών να μείνει «πεινασμένη» για άνοδο, για επιτυχία, για κατανάλωση. Να διατηρήσει την μνήμη μίας εύρωστης μεσαίας τάξης που καταναλώνει, που γεύεται τους καρπούς της ανάπτυξης και δεν συμβιβάζεται με το κυβερνητικό παρόν.

---------------------------
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 30/7/2017


Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Από άλλον πλανήτη - αρθρο για την εφημεριδα Καρφίτσα 15/7/2017



Από άλλον πλανήτη

Είναι πολλές των περιπτώσεων που ακούγοντας κανείς το λόγο κυβερνητικών στελεχών, αναρωτιέται αν ζούνε σε άλλη χώρα, εκτός Ελλάδας ή ακόμα χειρότερα αν είναι από άλλον πλανήτη. Νομίζει κανείς πως είμαστε αντιμέτωποι με μία συντεταγμένη προσπάθεια από πλευράς τους να βαπτίσουν το κρέας ψάρι καθώς υποστηρίζουν πράγματα απίστευτα, διαστρεβλώνοντας με έναν μοναδικό τρόπο την αλήθεια.

Πριν αναρωτηθούμε πόσους άραγε πείθει αυτή η επιχειρηματολογία και αυτή η διαστρέβλωση, αξίζει να αναρωτηθούμε αν είναι μία κυνική προσπάθεια της παρούσας εξουσίας να θολώσει τα νερά και να καλύψει αποτυχίες και αστοχίες ή μήπως πολλά από αυτά που λένε τα πιστεύουν αυθεντικά;
Και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή τα υποστηρίζουν αυθεντικά είτε είναι προϊόντα συντεταγμένης προπαγάνδας, υπάρχει πρόβλημα καθώς είναι τέτοιο το μέγεθος που χωρίζει την ζώσα πραγματικότητα που τεκμαίρεται η ακαταλληλότητά τους να κυβερνούν τη χώρα.

Είναι από άλλο πλανήτη τελικά οι κυβερνώντες;

Μια πρώτη θετική απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να υποστηριχθεί καθώς μεγάλα τμήματα του στελεχιακού δυναμικού των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ εμφορούνται από αντιλήψεις παντελώς ξεπερασμένες. Αγνοούν ή υποεκτιμούν τις εξελίξεις δεκαετιών στα θέματα οικονομίας, δημόσιας διοίκησης, ανάπτυξης και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι συνταγές ανάπτυξης που έχουν στο μυαλό τους, οι παραστάσεις των στελεχών, το μοντέλο που διακονούν είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης της δεκαετίας του 60 ή ενός κράτους που έχει πρόσβαση σε πολύ και φτηνό χρήμα. Στην εκπαίδευση τα ίδια και χειρότερα – αποκλίνουμε από το διεθνές παράδειγμα με βήμα ταχύ.

Το κράτος δεν μπορεί στη νέα συνθήκη να ενσωματώσει και να ικανοποιήσει τα λογής κοινωνικά, συντεχνιακά, επιχειρηματικά αιτήματα όπως παλαιότερα. Ως εκ τούτου ο κάτοχος της εξουσίας δεν μπορεί να ενεργήσει όπως παλαιότερα. Η απόλυτη κυριαρχία του κράτους έχει διαχυθεί ούτως ή άλλως  σε πολλαπλά επίπεδα καθώς το περιβάλλον είναι διεθνοποιημένο. Δεν μπορεί καμία εθνική κυβέρνηση να καθορίσει μονομερώς και απόλυτα όλα τα πεδία όπως παλαιότερα ή όπως θα επιθυμούσε.

Ειδικά στον τομέα της οικονομίας, η παραγωγή πλούτου, η ανάπτυξη, η μεγέθυνση είναι μια διαδικασία σύνθετη, με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς αλλά και πάρα πολλές δυνατότητες, απαιτείται σχέδιο. Απαιτείται σωρεία αλλαγών σε κράτος και οικονομία, μεταρρυθμίσεις. Απαιτείται εκσυγχρονισμός της διοίκησης, φορολογική σταθερότητα, λογική φορολογία, προσέλκυση επενδύσεων, τραπεζική δραστηριότητα και χρηματοδότηση της οικονομίας κλπ. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, απαιτείται ταυτόχρονα  ισχυρή κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση κ.ο.κ. Δεν αρκεί να λέμε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα στρεφόμενοι σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ( ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούμε μια ποιο τρόπο μπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η μετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ο στόχος.

Τι κάνουν, αφού δεν κάνουν αυτά που πρέπει;

Αντί να επιχειρήσουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και των απαιτήσεων, προτιμούν με έναν ωμά κυνικό τρόπο να «πουλάνε τρέλα» παρουσιάζοντας μια εικόνα της πραγματικότητας εντελώς αβάσιμη.  Ομιλούν σαν να είναι τουρίστες που μόλις προσγειώθηκαν στη χώρα ή εξωγήινοι.

Δεν έχουν καν το άγος της αποτυχίας τους, περιχαρείς περιδιαβαίνουν ανά την επικράτεια εκμεταλλευόμενη την μηδενική αντίδραση μιας αποκαμμωμένης κοινωνίας. 

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Το δικό μας '' υπουργικό συμβούλιο'' ,άρθρο για την εφημερίδα Καρφίτσα 17/6/2017



Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ξεκίνησε ως κρίση δανεισμού το 2009, καθώς η χώρα για να συνεχίσει ως είχε έπρεπε να δανειστεί 300 δις μέσα σε μία τετραετία, ποσό που ισούταν με το δημόσιο χρέος της εκείνη τη στιγμή. Το προφίλ χρέους της ήταν κάκιστο και οι υποχρεώσεις της χώρας συγκεντρωμένες και πυκνές, εντός ενός μικρού χρονικού διαστήματος. Ό,τι και αν πιστεύει κανείς, όπου και αν αποδίδει τις ευθύνες, σε κόμματα ή πρόσωπα, αυτή είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Το μέγεθος της κρίσης βέβαια ήταν τόσο μεγάλο, τα ποσά που απαιτούνταν για τη διάσωση της χώρας και την αποφυγή της χρεωκοπίας τεράστια, που δεν υπήρχε μαγική συνταγή. Όποιον δρόμο και αν επιλέγαμε αυτός θα εμπεριείχε δραματικές περικοπές και βίαιη πτώση εισοδημάτων και κρατικών δαπανών. Η αρχική οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε κοινωνική, σε πολιτική και μετά βεβαιότητας μπορούμε να υποστηρίξουμε πως άγγιξε κάθε τομέα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας.



Σε αυτά τα χρόνια αναζητήθηκαν και συζητήθηκαν λύσεις, προτάχθηκαν και αναπαράχθηκαν απόψεις, έγιναν αναλύσεις, επιχειρήθηκαν αλλαγές, υποστηρίχθηκαν μεταρρυθμίσεις, εμφανίστηκαν αντιστάσεις και δυνάμεις αδράνειας, εκστομίστηκαν υποσχέσεις. Οι εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο ήταν ραγδαίες και σαρωτικές. Δοκιμάστηκαν κόμματα σοσιαλιστικά, δεξιά, αριστερά, εκσυγχρονιστικά και λαϊκιστικά. Υπήρξε έντονος κομματικός ανταγωνισμός, πολιτικοποίηση ( άσχετα με την ποιότητα αυτής) και συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Πέραν όμως των εξελίξεων στο πολιτικό πεδίο, υπήρξε ανάλογη κινητικότητα στις μίκρο-κλίμακες; Η κρίση άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα; Ο οικογενειακός προγραμματισμός άλλαξε προτεραιότητες; Μαζεύτηκαν γύρω από το οικογενειακό τραπέζι τα μέλη να συναποφασίσουν για τις επόμενες ενέργειές τους; Προσοχή! Δεν αναφερόμαστε στην αναπόφευκτη μείωση της κατανάλωσης και των περιορισμό των εξόδων. Αυτό είναι δεδομένο πως έγινε. Αναφερόμαστε σε σχέδια αναδιάταξης όλου του οικονομικού σχεδίου μιας οικογένειας, διευρυμένης ή μονογονεϊκής, ενός ζευγαριού, ενός ατόμου;  Μεταβλήθηκαν οι στάσεις και οι αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την προηγούμενη εποχή;  

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Είναι λογικό και αποδοτικό μια οικογένεια να δαπανά πολλές χιλιάδες ευρώ για να σπουδάσει το παιδί σε ένα ελληνικό ΤΕΙ ή ΑΕΙ σε μία επαρχιακή πόλη για να αποκτήσει έναν αμφιβόλου αξίας τίτλο σπουδών; Είναι λογικό να συνεχίζουμε αδιάλειπτα την επιλογή σπουδών που μπορεί παλαιότερα να εξασφάλιζαν ανοδική κοινωνική κινητικότητα αλλά πλέον έχουν κορεστεί; Είναι λογικό να μένουν αναξιοποίητα ακίνητα – ένα εξοχικό, ένα πατρικό στο χωριό, ένα χωράφι – τη στιγμή που υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες και η κυριότητα των οποίων επιφέρει επιβαρύνσεις; Δεν θα ήταν ορθότερο να πωληθούν και με τα χρήματα να επιχειρηθεί μία προσπάθεια δημιουργίας μίας δουλειάς/ επιχείρησης/ επένδυσης; Είναι λογικό να υπάρχουν ( όπου υπάρχουν) ακριβά στη χρήση οχήματα και να μην αντικαθίστανται από φθηνότερα; Είναι λογικό η μείωση των εσόδων να υπομένεται στωικά χωρίς προσπάθεια αναπλήρωσής τους; Εν ολίγοις είναι λογικό να προτιμάται η περιουσία αντί του εισοδήματος;

Η λογική και η κουλτούρα της υπομονής, του «μπόρα είναι θα περάσει», η λογική πως το ζήτημα είναι χρονικό και το πέρασμα του χρόνου θα αποκαταστήσει τη ζημία είναι μία λογική παραίτησης και εκτός αυτού δεν οδηγεί στην ανάκαμψη. Ανάκαμψη ατομική, οικογενειακή αλλά και ευρύτερα συλλογική. Δεν θα αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα βελτιωθούν αν δεν αλλάξουμε και εμείς.

Διαβάζοντας κάποιος αυτές τις γραμμές ενδεχομένως να εκνευριστεί. Μπορεί να σκεφτεί χίλιες σωστές παρατηρήσεις, να επικαλεστεί τις δυσκολίες, την ανεργία, την υπερχρέωση, την εξυπηρέτηση δανείων, την πτώση στην αγορά των ακινήτων, την πτώση των αξιών των αυτοκινήτων και πολλά άλλα. Σε όλα αυτά θα έχει δίκιο. Όμως ας σκεφτεί αναλογικά. Ας δει ότι αυτά το 2011- 2012 ήταν ευκολότερα ενώ τώρα πιο δύσκολα.

Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως πέραν των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων σε κράτος και οικονομία που αποφασίζονται και υλοποιούνται ( ή όχι) από τις πολιτικές ηγεσίες , εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αποφάσεις των πολιτών. Αν το κομπόδεμα θα επενδυθεί σε μία παραγωγική μίκρο-επένδυση ή θα μείνει στο στρώμα παίζει ρόλο, έχει αποτύπωμα. Μία αλλαγή εργασίας από έναν τομέα διεθνώς μη εμπορεύσιμο σε έναν διεθνώς εμπορεύσιμο βοηθά τόσο το άτομο όσο και την οικονομία. Μία σωστή επιλογή σπουδών μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό εισόδημα.

Οι μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό σχέδιο λοιπόν είναι και ζήτημα του οικογενειακού συμβουλίου και μπορούν και πρέπει να συζητηθούν στο κυριακάτικο τραπέζι. Αυτό είναι το δικό μας υπουργικό συμβούλιο που αποαφσίζει.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ατζέντα μέλλοντος μέσα από αλλαγές - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη 6/6/2017


Παρά τις άσχημες εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα, προεξάρχοντος αυτού της οικονομίας, παρατηρείται δημοσκοπική αλλά και πολιτική αφασία, ακινησία. Οι συσχετισμοί μοιάζουν παγιωμένοι και οι παράμετροι που μπορούν να τους μεταβάλλουν είναι συγκεκριμένοι και μετρήσιμοι. Το κυβερνητικό αδιέξοδο είναι εμφανές σε όλα τα επίπεδα. Στις αποτυχίες σε πλείστα όσα μικρά θέματα, στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις, στη διοίκηση, ήρθε να προστεθεί και η άδοξη κατάληξη του ζητήματος του δημοσίου χρέους που σμπαραλιάζει το βασικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πολιορκητικός κριός κατάκτησης της εξουσίας -η διευθέτηση/ κούρεμα χρέους- δεν υφίσταται πλέον, καθώς και ο πλέον δύσπιστος έχει καταλάβει πως οι παρεμβάσεις που θα γίνουν θα είναι απολύτως συγκεκριμένες και πολλαπλώς υπεσχημένες κατά το παρελθόν.
Εν ολίγοις, διαμορφώνεται μία κατάσταση όπου θα περίμενε κανείς καταποντισμό του κυβερνητικού σχήματος και δυνητικές ανακατατάξεις. Το δημοσκοπικό προβάδισμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δεδομένο και ισχυρό, όμως η ανυπαρξία του κέντρου/ κεντροαριστεράς φαίνεται πως είναι η παράμετρος εκείνη που δίνει το φιλί της ζωής στον ΣΥΡΙΖΑ.
Μία στοιχειώδης ανανεωμένη και σύγχρονη προοδευτική αντιπρόταση, από ένα σοβαρό, στιβαρό, οργανωτικά άρτιο και δημοκρατικό κόμμα αριστερότερα της Νέας Δημοκρατίας θα έδινε τη χαριστική βολή στο κυβερνών κόμμα και θα αποκαθιστούσε μία ιστορική, ηθική, πολιτική παραφωνία.
Οι λόγοι που εμποδίζουν μία τέτοια εξέλιξη εδώ και τουλάχιστον πέντε χρόνια είναι γνωστοί και χιλιοειπωμένοι, αλλά στο παρόν άρθρο επιθυμούμε να ξεφύγουμε από την περιπτωσιολογία, τις προσωπικές επιδιώξεις και τους τακτικισμούς και να αναφερθούμε στα ουσιώδη πολιτικά και προγραμματικά σημεία.
Μπορεί σήμερα ένα κεντροαριστερό/σοσιαλδημοκρατικό κόμμα να επαγγελθεί με περισσή ευκολία φιλολαϊκές πολιτικές; Μπορεί να υποσχεθεί ξανά την άκριτη ενσωμάτωση πληθώρας αιτημάτων στο κράτος, με τη μορφή προνομιακής μεταχείρισης και ευνοϊκών ρυθμίσεων, που κατά το προκρισιακό παρελθόν συνετέλεσε στο να διαμορφωθεί ένα σχεδόν αδιαπέραστο πλέγμα συμφερόντων, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το πολιτικό κόστος αλλαγής πολλαπλάσιο αυτού της στασιμότητας; Μπορεί να εκφράζει και να υπερασπίζεται ποικίλα συμφέροντα που συνδέονται μόνο με το κράτος, αγνοώντας την υπόλοιπη κοινωνία;
Το μείζον ερώτημα, παρά τα μνημόνια, παραμένει. Είναι η ελληνική οικονομία, έτσι όπως αυτή έχει δομηθεί, ικανή να στηρίξει ένα επίπεδο δημοσίων δαπανών ακόμη και κοντά στο μέσο όρο της Ε.Ε;
Η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι καταφανώς αρνητική, αλλά η εγχώρια κεντροαριστερά δεν τη δίνει. Εξάλλου ακόμη και αν επέλεγε ο προοδευτικός χώρος να πολιτευθεί κατ’ αυτόν τον παλαιό τρόπο, δεν θα αποκόμιζε εκλογικά οφέλη, καθώς πειστικότερη πρόταση θα ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή είναι η εικόνα σήμερα. Κριτήριο όμως δεν είναι το εκλογικό κομματικό όφελος αλλά η πορεία της χώρας και οι δυνατότητες ανάταξης οικονομίας και κοινωνίας.
Για να επιτευχθεί αυτό, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Ο δρόμος είναι ένας και περνά μέσα από μεγάλες αλλαγές σε κράτος και οικονομία. Εάν ήταν εφικτό να συμπυκνώσουμε το πνεύμα αυτών των αλλαγών θα ήταν μία λέξη -παραγωγή. Είναι αδιανόητη η συλλογική και εθνική ομφαλοσκόπηση που διεκδικεί αενάως κατανάλωση πόρων, παραβλέποντας ότι αυτοί είναι συνεχώς μειούμενοι. Είναι αδιανόητο πως σειρά εμποδίων, παραλογισμών, στρεβλώσεων, εξόφθαλμα ευνοϊκών ρυθμίσεων και κατάφορων αδικιών είναι ακόμη και σήμερα ανέγγιχτα. Προστατεύονται κλειστά συστήματα και οι άνθρωποί τους, μακριά από κάθε έλεγχο και δυνατότητα εξορθολογισμού και δημοκρατικού ελέγχου. Με συνταγές εσωστρεφούς κορπορατισμού νομίζουν πολλοί πως θα ξεπεραστεί η κρίση, αγνοώντας τα δεδομένα του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού περιβάλλοντος.
Παραγωγή και θέσεις εργασίας πρέπει να είναι στον πυρήνα μιας προοδευτικής πρότασης που θα θεραπεύει την εγγενή παθογένεια της ελληνικής οικονομίας. Μετάβαση από το “μεταπολιτευτικό κοινωνιολογικό παράδειγμα” ομάδων συμφερόντων, ομάδων πίεσης, συντεχνιών, πρωτείων κατανάλωσης, παρασιτισμό σε μια νεωτερική κοινωνία με άξονα το γενικό συμφέρον, το συλλογικό καλό και την παραγωγή πλούτου. Ανοιχτά συστήματα, δημοκρατικός έλεγχος, συμμετοχή, παραγωγή, εργασία ως στοιχεία μιας νέας εκσυγχρονιστικής πρότασης διακυβέρνησης.

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Αλλαγή κυβέρνησης.Aπαραίτητη αλλά όχι ικανή συνθήκη - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη 29/5/2017



Από το σχηματισμό κυβέρνησης στις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα, το χρονικό διάστημα είναι επαρκές για να μπορούμε να αξιολογήσουμε την ποιότητα των κυβερνώντων. Αν και αυτά τα δυόμιση σχεδόν χρόνια παρατηρήθηκαν κάποιες μετατοπίσεις και αλλαγές, το κυβερνητικό σχήμα είναι ένα από τα χειρότερα που έχουν κυβερνήσει τη χώρα. Ίσως το χειρότερο, αν συνυπολογίσει κανείς το κόστος της διακυβέρνησης αυτής σε συνάρτηση με το σύντομο χρονικό διάστημα.

Δεν είναι μόνο η κολοσσιαία διάψευση κάθε προεκλογικής υπόσχεσης και η εφαρμογή πολύ σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά και η καθημερινή διαχειριστική ανεπάρκεια, η έλλειψη πολιτικής σπονδυλικής στήλης, αρχών και το πλεόνασμα κυνισμού που την χαρακτηρίζουν.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάταξη της οικονομίας, η εκλογική ήττα των κομμάτων που τη συναπαρτίζουν. Οποιαδήποτε άλλη προοπτική προσπερνά και υπερπηδά την πολιτική και εκλογική αποδοκιμασία του κυβερνητικού σχήματος, επί της ουσίας νομιμοποιεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και έως κάποιο βαθμό τη διακυβέρνηση των δυόμιση αυτών καταστροφικών ετών.

Είναι όμως μια ισχυρή εκλογική αποδοκιμασία ταυτόχρονα και ικανή συνθήκη ανάταξης της οικονομίας και της χώρας; Όσοι και όποιοι αντικαταστήσουν την παρούσα κυβέρνηση είναι ικανοί, έτοιμοι και αποφασισμένοι; Η αντί-ΣΥΡΙΖΑ εμμονή δικαιολογείται ως ένα σημείο. Λόγοι πολιτικοί, προσωπικοί, παραταξιακοί βρίσκονται – και ορθώς – στα θεμέλια αυτής της στάσης. Είναι όμως προωθητική; Όσοι τη συμμερίζονται μπορούν ταυτόχρονα χωρίς να την ακυρώσουν, να την υπερβούν; Μπορεί να υποκατασταθεί μία πλήρης αντιπολιτευτική στρατηγική που θα συμπεριλαμβάνει σε ισορροπημένες δοσολογίες προγραμματικό λόγο – άβολες αλήθειες – ρεαλιστικές λύσεις και κινητοποιό όραμα από μία στενή και συνεχώς επαναλαμβανόμενη αντί – ΣΥΡΙΖΑ εμμονή;

Η κυβέρνηση έχει αποτύχει παταγωδώς. Αλλεπάλληλα λάθη στρατηγικής, λάθη τακτικής, συνονθύλευμα επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων, αλληλοαναιρούμενα επιχειρήματα και πλήρης κοινωνική απογοήτευση συνθέτουν την πραγματικότητα. Και όμως κανένα κόμμα της (ευρωπαϊκής) αντιπολίτευσης δεν εκμεταλλεύεται τη συγκυρία. Και όμως κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να θέσει αυτό τα θέματα της ημερήσιας διάταξης στο δημόσιο λόγο. Κανένα δεν μπορεί να προτείνει κάτι νέο, φρέσκο ή τουλάχιστον αρκούντως εκσυγχρονιστικό. Κανένα δεν μπορεί να αλλάξει γήπεδο και να φωτίσει τις αστοχίες της κυβέρνησης ταυτόχρονα με το δικό του σχέδιο.
Λογικές ώριμου φρούτου και light αντιμνημονίου έχουν κυριαρχήσει στα κομματικά στρατηγεία. Άγονες αντιπαραθέσεις, επίπλαστα υψηλοί τόνοι χωρίς αντίκρισμα. Τολμούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να πουν αλήθειες και να αναλάβουν αυτά τις πρωτοβουλίες. Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα, όχι όμως και οι απαντήσεις τους.

Η ευρωπαϊκή αντιπολίτευση – κεντροδεξιάς ή κεντροαριστερής οπτικής- στηρίζει το πλήρες άνοιγμα των επαγγελμάτων; Μπορεί να πείσει την γερασμένη κοινωνία ότι το ασφαλιστικό θα παραμείνει μονίμως ανοιχτό και ότι οι συντάξεις είναι δυσανάλογες των σημερινών δυνατοτήτων της οικονομίας; Μπορεί να απευθυνθεί στους δημοσίους υπαλλήλους και να αναγγείλει σαρωτικές αλλαγές, αξιολογήσεις, μετακινήσεις και συστήματα διασφάλισης αποδοτικότητας; Θα τολμήσει να αλλάξει το πολιτικό σύστημα, να ενισχύσει δραστικά την αυτοδιοίκηση, την αποκέντρωση; Να προχωρήσει σε δραστικούς εκσυγχρονισμούς στη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, να καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία; Μπορούν να απευθυνθούν στον ιδιωτικό τομέα, στους εργαζόμενούς του και στους επιχειρηματίες; Μπορούν με τρόπο μετρήσιμο να μειώσουν τη φορολογία που μαζί με όλες τις επιβαρύνσεις διαμορφώνει ένα κομμουνιστικό παρόν δήμευσης του πλούτου; Τι έχουν να πουν στους νέους, μπορούν να σχεδιάσουν έναν τρόπο που θα προσελκύσει πίσω στη χώρα μέρος όσων την εγκατέλειψαν; Θα ήταν και αυτό μίας μορφής «άμεση ξένη επένδυση».

Κάνουν λάθος τα αντιπολιτευόμενα κόμματα εάν πιστεύουν ότι θα κερδίσουν μιμούμενα τον ΣΥΡΙΖΑ ή εμφανιζόμενα ως ένας light ΣΥΡΙΖΑ απλά πιο λογικός και συνετός. Κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουν, ότι δεν χρειάζεται να τοποθετηθούν, ότι με γενικόλογα ευχολόγια θα οδηγήσουν στην κάλπη τους τους απογοητευμένους ψηφοφόρους.

Σοβαρή εκσυγχρονιστική μεταρρυθμιστική πρόταση χρειάζεται ο τόπος που θα βγαίνει από στόματα σοβαρών ανθρώπων ενός ανανεωμένου πολιτικού προσωπικού. Όλα τα άλλα θα μας κρατήσουν και μας κρατάνε πίσω.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Πίεση σε αυτούς που μπορούν - άρθρο για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 22/5/2017


Η κόπωση, η οικονομική δυσπραγία, η χρονική επιμήκυνση και διάρκεια της κρίσης, η συνεχής πτωτική πορεία του βιοτικού μας επιπέδου αλλά κυρίως  η απομάγευση και η διάψευση του αντιμνημονίου έχουν επιφέρει ένα τρομακτικό μούδιασμα στην κοινωνία. Ό,τι και αν ψηφιστεί, ό,τι και αν επιβληθεί ή αποφασιστεί, όσο σκληρό, αντικοινωνικό και αντιλαϊκό και αν είναι, δεν οδηγεί σε κοινωνικές αντιδράσεις. Ψηφίζονται μέτρα πολλαπλάσια και σκληρότερα των αρχικών και δεν υπάρχει η παραμικρή κοινωνική πίεση, ούτε οργανωμένη κινητοποίηση και διαμαρτυρία. Σε αυτή την κατάσταση νηνεμίας συμβάλει το γεγονός πως τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν δρουν ακτιβιστικά, δεν κινητοποιούν κόσμο και δεν επιλέγουν ως πεδίο αντιπαράθεσης το πεζοδρόμιο. Ίσως μάλιστα να μην μπορούν.

Η πραγματικότητα αυτή, όσο παράδοξη και αν είναι, αποδεικνύει και αναδεικνύει τις πολύ συγκεκριμένες ευθύνες πολιτικών χώρων, κομμάτων και προσώπων κατά τη διάρκεια αυτού που συμβατικά ονομάζουμε και οριοθετούμε ως ελληνική κρίση. Διότι με δημοσιονομικά μέτρα υποπολλαπλάσια  το 2011 αλλά και το 2012 οι κοινωνικές αντιδράσεις ήταν αναντίστοιχα έντονες και πιεστικές, παράγοντας συγκεκριμένα πολιτικά αποτελέσματα. Η μεγάλη εικόνα δείχνει πως οι αντιμνημονιακές αντιπολιτεύσεις ( τόσο της ΝΔ αρχικά όσο κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερο χρόνο) ευθύνονται σημαντικά για την αδυναμία της χώρας να υπερβεί την κρίση καθώς όχι μόνο δεν στήριξαν πολιτικά τις μεταρρυθμίσεις αλλά διαπαιδαγώγησαν τον κόσμο με απλοϊκά σχήματα και εύκολες λύσεις. Αυτό δεν αναιρεί και τις ευθύνες των κυβερνήσεων που έδειξαν μια κάποια σχετική απροθυμία και αναφυλαξία σε δομικές αλλαγές σε κράτος και οικονομία.
Σήμερα έχουμε μία διαφορετική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ δεν θέλει αλλά και δεν μπορεί να ανατάξει την οικονομία και τα υφεσιακά τρίμηνα ανακοινώνονται το ένα πίσω από το άλλο. Η κοινωνία δεν αντιδρά και οι εταίροι φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ένα χλιαρό μέλλον για την Ελλάδα αφού δεν πιέζουν πλέον για αλλαγές αλλά μονον για επίτευξη δημοσιονομικών στόχων.
Συρρικνώνονται χρόνο με το χρόνο οι δυνάμεις εκείνες που δυνητικά θα μπορούσαν να στρίψουν το τιμόνι της χώρας κατά 180 μοίρες και να ηγηθούν της προσπάθειας ανάταξης. Ο άρρητος και έμμεσος στόχος των κυβερνώντων για μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, επαίτη της κρατικής φιλευσπλαχνίας και άμεσα εξαρτώμενο από την πολιτική απόφαση του γκουβέρνου τείνει να επιτευχθεί. Μια κοινωνία συσσιτίων , κουπονιών λαϊκής, έκτακτων εφάπαξ επιδομάτων και τετράμηνων συμβάσεων στο ευρύτερο δημόσιο είναι σχεδόν πραγματικότητα. Απέχει παρασάγκας από μία σοσιαλδημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας με ένα ισχυρό και στοχευμένο κράτος πρόνοιας και ένα αποδοτικό κράτος κοινωνικών υπηρεσιών. Απέχει από ένα φιλελεύθερο δίχτυ προστασίας που στοχεύει στην γρήγορη και αποτελεσματική οικονομική επανένταξη και άνοδο των αδυνάμων. Είναι μία λατινοαμερικάνικη λαϊκίστικη εκδοχή κοινωνικής πολιτικής που επεκτείνεται όμως και σε άλλους τομείς του κυβερνάν – σίγουρα όμως μακριά από τις ανάγκες μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας με τις προκλήσεις μάλιστα της ελληνικής.

Σε ποιους λοιπόν πέφτει ο κλήρος της προσπάθειας ανάταξης της χώρας; Κοινωνικά στις δημιουργικές ομάδες της κοινωνίας, στους νέους που έμειναν, στους επιχειρηματίες που προσπαθούν, στους ελευθέρους επαγγελματίες που επιμένουν και βέβαια στον κόσμο της εργασίας που συναισθάνεται πλέον πως οι επιλογές βελτίωσης της ζωής του είναι συγκεκριμένες και περνάνε μέσα από αλλαγές.

Αρκούν αυτές οι δυνάμεις; Η απάντηση είναι όχι. Τα κόμματα που τις εκφράζουν ή θα μπορούσαν να τις εκφράσουν δεν ανταποκρίνονται. Χωρίς πολιτική και κομματική εκπροσώπηση δεν υπάρχει λύση. Η λύση προϋποθέτει ανάθεση και αυτοί που μπορούν να λάβουν την εντολή δεν ικανοποιούν.  Νέα Δημοκρατία, Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι, Ώρα Αποφάσεων μέχρι στιγμής περνάνε κάτω από τον πήχη. Και αν και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης προηγείται δημοσκοπικά δεν πείθει για την ικανότητα και την ποιότητα των στελεχών του, δεν πείθει για βούληση για αλλαγές παρά την ηγεσία του. Τα υπόλοιπα κόμματα της ίδιας σχεδόν πολιτικής οικογένειας πάσχουν. Αδυνατούν να συμπορευτούν οργανωτικά και να μετεξελιχθούν πολιτικά και προγραμματικά. Αδυνατούν να κατανοήσουν την ιστορική αναγκαιότητα ενός σοσιαλδημοκρατικού/ προοδευτικού πόλου που με αξιώσεις και αυτοπεποίθηση θα συμβάλει καθοριστικά στην ανόρθωση της χώρας. Οι άνθρωποί τους φαίνεται να αρκούνται σε ένα αυτοαναφορικό παιχνίδι  παντελώς αδιάφορο για την κοινωνία που εξασφαλίζει απλά μία κοινοβουλευτική έδρα.

Πίεση λοιπόν στα κόμματα που υπό προϋποθέσεις μπορούν.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Γαλλικές εκλογές : ευκαιρία για την Ευρώπη, άρθρο για την Καρφίτσα της 29/04/17




Το αποτέλεσμα των γαλλικών εκλογών επιφέρει μία ανακούφιση προς ώρας αλλά δεν μπορεί επουδενί να κρύψει τα υπαρκτά προβλήματα κάτω από κανένα χαλί. Είναι ένα αποτέλεσμα που ανακόπτει την επέλαση των αντισυστημικών, λαιϊκιστικών και ευρωφοβικών δυνάμεων στην Ευρώπη και μάλιστα σε μία εκ των δύο πιο σημαντικών χωρών της, όμως οι αιτίες που ενισχύουν τα δεύτερα είναι υπαρκτές.

Η πρωτιά του Εμανουέλ Μακρόν είναι ενθαρρυντική καθώς πρόκειται για έναν υποψήφιο μετριοπαθή, μεταρρυθμιστή, υπέρμαχο της ανοιχτής κοινωνίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Ο νικητής του πρώτου γύρου είναι σαφώς ευρωπαϊστής και σίγουρα στον αντίποδα του λαϊκισμού. Αντιτάσσει έναν νέο σύγχρονο πατριωτισμό απέναντι στον εθνικισμό και στην επιστροφή στον εθνοκρατισμό ως πολιτικό και οικονομικό πρόγραμμα της βασικής αντιπάλου του. Προέρχεται από το καταρρέον γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και ανήκει στην συμβατικά δεξιά πτέρυγά του. Βέβαια εάν υποθέσουμε ότι θα εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας θα πρέπει να αποδείξει την διαχειριστική επάρκειά του, την πολιτική του ικανότητα, την ευρύτητα και την οξυδέρκειά του σε καθεστώς υψηλής πίεσης και απαιτήσεων καθώς μπορεί κατά τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας να είχε την επιλογή παραίτησης αλλά σε αυτό το επίπεδο οι αναλογίες είναι διαφορετικές.


Η Γαλλία αν και μία εκ των δύο σημαντικότερων κρατών της Ένωσης έχει σημαντικά προβλήματα καθώς καλείται να αλλάξει πολλά πεδία, πολλές δομές, πολλές βεβαιότητες αν δεν θέλει να χάσει το τρένο της εξέλιξης και του ανταγωνισμού. Η επόμενη πενταετία δεν θα είναι μία εύκολη θητεία. Όλα τα μέτωπα είναι ανοικτά καθώς διανύουμε μία περίοδο έντονων ανακατατάξεων και ισχυρών πιέσεων. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα αλλά οι απαντήσεις αναζητούνται.

Σε κάθε περίπτωση η πιθανή εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στο θώκο της Γαλλικής προεδρίας είναι μία ενδιαφέρουσα εξέλιξη που αν μη τι άλλο θα καταδείξει τα όρια και τις δυνατότητες σε δύο πεδία που ενδιαφέρουν την Ελλάδα – αλλά και τις προοδευτικές φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις ιδιαίτερα. Θα καταδείξει πρώτον εάν και κατά πόσον η επαγγελία αλλαγής τρόπου λειτουργίας της Ευρωζώνης είναι εφικτή, σε ποιο βαθμό και προς ποια κατεύθυνση και δεύτερον εάν μία μετριοπαθής μεταρρυθμιστική πρόταση μπορεί να επιφέρει σημαντικές αλλαγές, μετρήσιμα αποτελέσματα και ικανοποίηση προσδοκιών στο εσωτερικό της χώρας. Ο ίδιος έχει ταχθεί υπέρ αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας της ΟΝΕ αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να αντιλαμβάνεται σε βάθος τις παραμέτρους της ειδικής σχέσης της Γαλλίας με τη Γερμανία. Μία υποθετική ανασύσταση ενός ευρωπαϊκού γαλλογερμανικού άξονα στη βάση όμως ορισμένων ώριμων αιτημάτων για αλλαγή πολιτικής ίσως δώσει το φιλί της ζωής στην Ένωση και ίσως ανακόψει φυγόκεντρες τάσεις που έχουν διαμορφωθεί. Το πολιτικό ρίσκο για την Ευρώπη φαίνεται πάντως να υποχωρεί.

Στα ανησυχητικά του αποτελέσματος  του πρώτου γύρου των γαλλικών εκλογών είναι η άνοδος του ποσοστού της Λεπέν η οποία με άνεση πέρασε στο δεύτερο γύρο και μάλιστα με μικρή διαφορά από τον πρώτο. Επίσης μια πρώτη ματιά στην ακτινογραφία του αποτελέσματος θα διαπιστώσει κανείς μερικά ιδιαιτέρως ανησυχητικά στοιχεία.

Στις ηλικίες 18-59 ετών οι Μελανσόν και Λεπέν συγκεντρώνουν περίπου ίδια ποσοστά με τον νικητή, ο οποίος προηγείται καθαρά στις μεγαλύτερες ηλικίες. Αν εξετάσουμε την ψήφο με εισοδηματικά κριτήρια θα δούμε ότι όσοι αμοίβονται με 2.000€ μηνιαίως επιλέγουν κυρίως Λεπέν με το Μακρόν να προηγείται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα. Είναι αυτές μικρές ψηφίδες που σχηματίζουν μία μεγάλη εικόνα που πρέπει να προσεχθεί.

Οι γενιές που έρχονται και που είναι αντιμέτωπες με τη διάψευση των προσδοκιών τους, που καλούνται να ζήσουν όχι κατά ανάγκη φτωχά αλλά πάντως σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά που πίστευαν φαίνεται να ριζοσπαστικοποιούνται. Αναδιπλώνονται και τείνουν ευήκοα ώτα σε προτάσεις που καλούν σε επιστροφή στο παρελθόν την θαλπωρής του έθνους κράτους που κρατούσε τον ξένο, τον μετανάστη, τον πρόσφυγα εξω από τα σύνορα, έβρισκε δουλειά σχεδόν σε όλους, παρείχε στοιχειώδη υγεία και παιδεία σε χαμηλότερα όμως επίπεδα κατανάλωσης και με λιγότερες ευκαιρίες. Σιγουριά έναντι αβεβαιότητας.


Τέλος έχει αξία να γραφεί και η παταγώδης αποτυχία του Σοσιαλιστικού Κόμματος με τον υποψήφιό του Αμόν να λαμβάνει 6%, γεγονός που σηματοδοτεί μάλλον το τέλος του κόμματος του Μιτεράν και καθιστά ένα δεύτερο Επινέ αδήριτη ανάγκη. Αποτυχία και για τη Γαλλική Δεξιά που κατάφερε να χάσει εκλογές που υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να κερδίσει δια περιπάτου. Τα μεγάλα κόμματα παρατάξεις ηττήθηκαν κατά κράτος. Μία νέα εποχή αρχίζει  αλλά εμείς πρέπει να κλείσουμε την αξιολόγηση και να πάρουμε την επόμενη δόση.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Ένα σπίτι καίγεται - άρθρο στην εφημερίδα Καρφίτσα 8/4/2017



Πόσο θα συνεχιστεί η βύθιση της χώρας; Πού μπορεί να φτάσουμε; Έχουμε πιάσει πάτο ή έχει ακόμα πολύ παρακάτω; Γιατί δεν αντιδρά κανένας; Το κοντέρ του κυνισμού και του παχυδερμισμού έχει τερματίσει ή υπάρχουν ακόμη περιθώρια;

Οι απαντήσεις δυστυχώς σε αυτά τα απλά βασικά ερωτήματα που τριβελίζουν το μυαλό μας τις στιγμές που μπορούμε να σκεφτούμε την συλλογική και ατομική μας πορεία δυστυχώς είναι αποκαρδιωτικές.

Ναι, η κατάσταση αυτή θα συνεχιστεί διότι δεν κάνουμε τίποτα, δεν διορθώνουμε βασικά, δεν απαιτούμε τα αυτονόητα. Ναι μπορεί να κατρακυλήσουμε σε πολύ χειρότερες καταστάσεις από αυτές που ζούμε ήδη καθώς όχι μόνο δεν πιάσαμε πάτο, αλλά δεν μπορούμε να φανταστούμε πως θα είναι η κατάσταση σε εκείνα τα βάθη. Δεν αντιδρά κανείς διότι εκτιμά ότι δεν μπορούμε να πάμε χειρότερα παρά μόνο καλύτερα ή γιατί έχει απογοητευθεί βαθιά και βιώνει την ματαίωση, επιλέγει την απόσυρση και την ιδιώτευση καθώς το μέγεθος του αντιμνημονιακού ψεύδους τον άδειασε ψυχικά. Η απομάγευση είναι ένα σοκ. Και ναι, όπως μας διδάσκουν τα κυβερνώντα κόμματα, τα επίπεδα κυνισμού είναι πολύ μεγάλα – αλλά πάντα υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερα.

Τίποτα δεν οδηγεί σε μία παραίτηση ή μία ειλικρινή συγνώμη. Κανένα απολύτως στέλεχος, υπουργός ή βουλευτής δεν συγκινείται. Η πλήρης διάψευση, η χειροτέρευση όλων των δεικτών επί των ημερών τους, η εφαρμογή ακριβώς των αντιθέτων από αυτά που υποσχέθηκαν, δεν φαίνεται να εγείρει ζητήματα συνείδησης σε κανέναν. Κοινοβουλευτική ομάδα μπετόν αρμέ. Τι και αν ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία – κόμματα δεκαετιών με 45% έκαστο και ισχυρή παραταξιακή παράδοση και αγκύρωση στην ελληνική κοινωνία- δοκιμάζονταν σε κάθε ψηφοφορία δημοσιονομικών μέτρων; ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ τα ψηφίζουν όλα, ατάραχοι.

Δεν είναι δείγμα αυτό κυνισμού; Σαφέστατα είναι. Όμως το ερώτημα αναβαθμίζεται και γίνεται πιο επικίνδυνο. Που μπορεί να φτάσει μία αυθεντικά κυνική εξουσία; Που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα ένα μικρό σύνολο ανθρώπων σε θέσεις ευθύνης που είναι δομικά αποσυνδεδεμένο από την κοινωνία και τη χώρα και φαίνεται απλά να απολαμβάνει τις κρατικά χρηματοδοτούμενες βόλτες και χάρες;
Θα είναι η ζημιά ανεπανόρθωτη; Θα μπορέσουμε στον ορατό ορίζοντα να γίνουμε ξανά κύριοι των ζωών μας; Θα μπορούμε δηλαδή να σχεδιάσουμε, να ονειρευτούμε, να υλοποιήσουμε έστω κάποια από αυτά που ορεγόμαστε ή θα είμαστε έρμαια της τύχης και της αβεβαιότητας; Αξίζει μια ζωή γεμάτη αβεβαιότητα και ανασφάλεια;

Μικρός στόχος

Υποτιμούν και λοιδορούν πολλοί έναν άμεσο μικρό στόχο ως μη ικανό να αλλάξει τη ρότα των πραγμάτων. Ένας μικρός άμεσος στόχος είναι να απομακρυνθεί αυτή η κυβέρνηση και τα κόμματα που την απαρτίζουν από την εξουσία. Έναντι ποίου; Είναι αυτό αρκετό; Και οι όποιοι επόμενοι τι θα κάνουν;

Ναι είναι αρκετό, είναι η απάντηση. Δεν ξέρουμε τι θα κάνουν οι οποίοι επόμενοι αλλά ξέρουμε ότι αν συνεχίσουμε έτσι είμαστε με μαθηματική ακρίβεια χαμένοι από χέρι. Διότι όταν το σπίτι καίγεται και καταστρέφεται, ο κύριος του ακινήτου δεν σκέπτεται τον αρχιτέκτονα και τον διακοσμητή εσωτερικών χώρων που θα του αναμορφώσει την οικία. Σκέπτεται πρώτα να σβήσει η φωτιά, να περιορίσει τη ζημία, να σώσει ό,τι σώζεται ώστε το κόστος της ανακαίνισης να είναι λογικό. Ώστε να υπάρχει σπίτι την επομένη.

Για αυτό το λόγο κόμματα και πολίτες που αντιπολιτεύονται την υπάρχουσα εξουσία οφείλουν να ζητούν την άμεση απομάκρυνσή της. Σχέδια, τακτικές και λογικές εξάντλησης της τετραετίας από την παρούσα ώστε να περάσει αυτή τα δύσκολα είναι λογικές υπεκφυγής και ευθυνοφοβίας.

Ή το σπίτι καίγεται και πέφτουμε στις φλόγες να το σώσουμε ή καθόμαστε στο απέναντι πεζοδρόμιο και συνομιλούμε με τους γείτονες για το κόστος της ανακαίνισης εν καιρώ.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Εικονική πραγματικότητα - άρθρο στην Καρφίτσα της 11/3/2017


Η χώρα είναι εγκλωβισμένη στα αδιέξοδα και η κοινωνία με χαμηλές έως ανύπαρκτες προσδοκίες. Αυτή η κατάσταση είναι βέβαιο πως δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανάταξη, ανασύνταξη και ανόρθωση. Η σε χρονικό μάκρος καθίζηση έχει καταβάλει τις δυνάμεις όλων και η διαχείριση της παρούσας κυβέρνησης επιτείνει αυτές τις επιπτώσεις.
Επί ένα και πλέον έτος όλη η χώρα αναμένει να κλείσει η αξιολόγηση η οποία σαν το «γιοφύρι της Άρτας» ολημερίς το χτίζουνε αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνεται. Είναι βέβαια προφανές πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε ένα κράμα ανικανότητας, ιδεοληψιών αλλά και κουτοπόνηρων τακτικισμών βραχυπρόθεσμου ορίζοντα.
Βέβαια η πραγματικότητα εκδικείται και υπερκερνά κάθε προπαγανδιστική παρουσίαση από φίλια ΜΜΕ. Είναι δε τέτοια η διάσταση ανάμεσα στη ζώσα πραγματικότητα από την κυβερνητικά παρουσιαζόμενη, που το λιγότερο που προκαλεί είναι απορία – ίσως δε και γέλωτα. Τη στιγμή που ο πρωθυπουργός ομιλεί για τα αναπτυξιακά χρόνια που έρχονται, η ΕΛΣΤΑΤ ανακοινώνει πως  το ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας συρρικνώθηκε κατά 1,1% το δ’ τρίμηνο του 2016 έναντι της αύξησης 0,3% που είχε ανακοινωθεί στην πρώτη εκτίμηση του 4ου τριμήνου.
Ομιλούν για τέλος της κρίσης τη στιγμή που βαθαίνει εξαιτίας τους. Εορτάζουν το πέρασμα στην ανάπτυξη τη στιγμή που ανακοινώνεται επισήμως ύφεση. Σχεδιάζουν, με το μυαλό τους, το μέλλον τη στιγμή που δεν μπορούν να διαχειρισθούν το παρόν. Αποσαρθρώνουν δομές, υποδομές, διογκώνουν αχρείαστα κόστη, διορίζουν, διαχειρίζονται πλημμελώς σαν να μην υπάρχει αύριο και επαίρονται για τη δήθεν τακτοποίηση και νοικοκύρεμα του κράτους. Αγνοούν τις επίσημες μετρήσεις, τους αριθμούς τα δεδομένα. Υποεκτιμούν τις αρνητικές δυναμικές που διαμορφώνονται και που οδηγούν σε δραματικό τέλμα μεσοπρόθεσμα. Δεν τους απασχολεί μια γεγονοτολογική προσέγγιση βασισμένη σε στοιχεία παρά μόνο ένα δικό τους story – telling συνεχώς μεταβαλλόμενο. Μια αέναη κενολογία απλά για να γεμίζει ο τηλεοπτικός χρόνος και ο δημόσιος πολιτικός χώρος. Χαρακτηριστικό των ανωτέρω είναι πως εάν ερωτηθούν 5 υπουργοί της κυβέρνησης για ένα θέμα θα λάβουμε 5 διαφορετικές απαντήσεις. Δεν τους συνέχει τίποτε περισσότερο από μία παροντική απόλαυση των ωφελειών της εξουσίας.
Τι πρέπει να γίνει;
Τα κόμματα της φιλοευρωπαϊκής αντιπολίτευσης οφείλουν να αντιδράσουν. Ακόμη παλεύουν με τα δικά τους δαιμόνια και στροβιλίζονται γύρω από ερωτήματα που έχουν απαντηθεί από την ίδια τη ζωή. Στο δίλημμα συναίνεση ή ρήξη, η απάντηση είναι ρήξη εάν πιστεύεις ότι μπορείς καλύτερα. Στο δίλημμα εκλογές ή προσπάθεια εξεύρεσης λύσης από αυτό το κοινοβούλιο, η απάντηση είναι εκλογές εάν πιστεύεις ότι οι σημερινοί κυβερνώντες καταστρέφουν τη χώρα.
Η χώρα δεν έχει χρόνο.
Δυνάμεις υπέρ του status quo υπάρχουν σε όλα τα κόμματα και αυτό οφείλεται στην οικονομική και πολιτική μηχανική της Μεταπολίτευσης, όμως δεν υπάρχει χρόνος ώστε κάποιες μακρόσυρτες διεργασίες εντός τους να επιφέρουν αναβάθμιση. Χρειάζονται τομές, μικρές ρήξεις, συγκρούσεις και υπερβάσεις από ηγεσίες εμπνευσμένες και αποφασισμένες να αλλάξουν τη χώρα. Εάν δεν μπορούν να αλλάξουν τα κόμματα, τότε πως θα διεκδικήσουν την ψήφο για να αλλάξουν τη χώρα;
Αφήγημα ή ρεαλιστικό σχέδιο;  Κάν’ το όπως ο Ομπάμα
Και τα δύο. Το ρεαλιστικό σχέδιο δυστυχώς δεν κερδίζει εκλογές μόνο του
και το αφήγημα που δεν πατά πουθενά καταλήγει σε φιάσκο. Οι σημερινοί κυβερνώντες με ένα εξωπραγματικό αφήγημα κατάφεραν να ανέλθουν στην εξουσία αλλά έχει επέλθει η πλήρης διάψευση που μόνον ο κυνισμός τους την ξεπερνά σε μέγεθος.
Μείξη των δύο λοιπόν. Ένα ρεαλιστικό όραμα που κινητοποιεί. Μια περιγραφή της χώρας όπως την θέλουμε και τα βασικά βήματα για να το πετύχουμε. Ένα story – telling ιδιοκτησίας μας, που ενσωματώνει αρετές και εμπειρίες, συλλογικές μνήμες και προσδοκίες. Και μάχη απέναντι στη φθορά, την παραίτηση, τον κυνισμό.
Όπως ο Ομπάμα που στους λόγους του State of the Union χρησιμοποιούσε ιστορίες ανθρώπων της μεσαίας τάξης για να δείξει που ήθελε να οδηγήσει τις ΗΠΑ.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Ενιαίος κομματικός φορέας - αρθρο στην Thessnews της 28/1/2017




Οι προοδευτικές δυνάμεις που συμβατικά αποκαλούμε κεντροαριστερά πρέπει να παίξουν μπάλα και να σκοράρουν κόντρα στη ροή του αγώνα. Παγκοσμίως αλλά και πανευρωπαϊκώς βλέπουμε να επικρατούν ιδέες συντηρητικές, ιδέες αναδίπλωσης στο εθνικό κράτος, στροφή υπέρ κλειστών συστημάτων, δαιμονοποίηση της παγκοσμιοποίησης και των υπερεθνικών οντοτήτων. Βλέπουμε άνοδο του λαϊκισμού, του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και όλα αυτά στο όνομα του λαού, της προστασίας του αδυνάμου, της πρόνοιας για τον οικείο, τον γνωστό. 

Αυτό συμβαίνει διότι εμείς δεν έχουμε καταφέρει να απαντήσουμε επαρκώς στους πραγματικούς και υπαρκτούς προβληματισμούς των κοινωνικών στρωμάτων που μας στήριζαν. Το σχέδιο για μια παγκόσμια προοδευτική διακυβέρνηση που θα ρυθμίζει τις ανισορροπίες της παγκοσμιοποίησης πρέπει να ενισχυθεί.

Στην Ελλάδα, όπου οι δυνάμεις αυτές χρεώθηκαν όλα τα κακώς κείμενα, έχουμε περισσότερο δρόμο να διανύσουμε. Σε πρώτη φάση η συσπείρωση κομμάτων, κινήσεων, προσώπων είναι θετική αλλά αν δεν ακολουθήσει η δεύτερη δεν θα πάμε μακριά. Δεύτερο και ουσιαστικό βήμα η δημιουργία ΕΝΟΣ ΕΝΙΑΙΟΥ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟΥ ΦΟΡΕΑ, με όργανα, διαδικασίες, μητρώο μελών, αποφασιστική δυνατότητα λήψης αποφάσεων, δικαιώματα και υποχρεώσεις, συνδρομές που θα είναι σε θέση να συναρθρώσει πολιτικές και προτάσεις και να αρθρώσει εν τέλει έναν σύγχρονο προοδευτικό λόγο.

Το χειρότερο πιάτο της μεταπολίτευσης - άρθρο στην Καρφίτσα της 28/1/2017


Αν και νεότατος ο πρωθυπουργός όπως και αρκετοί εκ των συνεργατών του, από το 2012 και την εκτίναξη του κόμματός τους στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχουν συνδεθεί με μία κεντρική ιδέα. Θα περίμενε κανείς πως το άθροισμα της ηλικιακής νεότητας, του διαφαινόμενου τότε ριζοσπαστισμού και της βούλησης αν μη τι άλλο θα κόμιζε κάποιες νέες ιδέες στη δημόσια σφαίρα και στην πολιτική της χώρας. Μιας χώρας και μιας κοινωνίας που στο σοκ της πτώχευσης και των συνεπειών της ήταν – όπως αποδείχθηκε – έτοιμη να πιστέψει σχεδόν τα πάντα.

Κανείς εχέφρων δεν ανέμενε από τη δυνάμει τότε κυβερνητική ομάδα εμπειρία, διαχειριστική ικανότητα, μετριοπάθεια και ωριμότητα. Αντίθετα πολλοί ανέμεναν ορμή, θέληση για αλλαγές, φρεσκάδα, νέες ιδέες και γενικότερα έναν άλλο αέρα στο κυβερνάν. Άλλες προσεγγίσεις, άλλο ύφος, άλλη κουλτούρα. Ο συνδυασμός νεότητας και Αριστεράς φάνταζε έως και ιδανικός για την αναθρεμένη στα μεταπολιτευτικά νάματα ελληνική κοινωνία. Σχηματικά ίσως πολλοί ανέμεναν εκ νέου ένα ΠΑΣΟΚ της νιότης τους απαλλαγμένο από τα βάρη της πολυετούς διακυβέρνησης  τη φθορά και τον ρεαλισμό της διαχείρισης. Ένα κόμμα και ένα νέο πολιτικό προσωπικό που με ορμή θα άλλαζε τα πράγματα έστω και αν αυτό που η ελληνική κοινωνία ονοματοδοτούσε ως αλλαγή ήταν στην πραγματικότητα σφοδρή επιθυμία συνέχισης του ίδιου μοντέλου.

Επιστρέφοντας όμως στον πρωθυπουργό και την ομάδα του διαπιστώνουμε πως όχι μόνο δεν κόμισαν απολύτως καμία νέα ιδέα, όχι μόνο δεν ήταν το φρέσκο και διαφορετικό αλλά αντίθετα συμπυκνώνουν ό,τι παλαιό υπήρχε στην πολιτική ζωή του τόπου. Κυνισμός, παρεοκρατία, πελατειασμός, κρατισμός, εξουσιομανία και υφέρπουσες τάσεις αυταρχισμού. Αναφυλαξία στην σε βάρους τους διαμαρτυρία, στον έλεγχο, στους ισχυρούς θεσμούς και αγάπη για την εξουσία, την κυριαρχία, την αδιαμεσολάβητη και ανέλεγκτη δύναμη.

Διένυσαν μία υφολογική απόσταση εντός 5 ετών και έφτασαν σε σημεία που άλλοι, παλαιότεροι δεν προσέγγισαν σε εικοσαετείς σταδιοδρομίες και καριέρες στα πολιτικά πράγματα. Αντί να εμφανιστούν ως ώριμα τέκνα ενός κοινωνικοπολιτικού συστήματος με συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης και της ευκαιρίας που είχαν, επίλεξαν να ενεργήσουν ως κακομαθημένα κακέκτυπα των πιο σκοτεινών σημείων των «γονέων» τους – χωρίς μάλιστα τις αναλογίες με τα θετικά των τελευταίων.

Αδιάβαστοι, ρηχοί, αγνώμονες, χωρίς γνώση και κατανόηση του κόσμου, των συνθηκών, των αναγκών, των συσχετισμών και των δυνατοτήτων βυθίζουν τη χώρα σε αδιανόητα επίπεδα χωρίς αιδώ. Ακόμη και σε πεδία που λογίζονταν ως προνομιακά για τον πολιτικό χώρο από τον οποίο προέρχονται δεν μπορούν να επιτύχουν ένα σοβαρό μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Στην κοινωνική πολιτική αποτυγχάνουν διότι δεν μπορούν ούτε να σχεδιάσουν ούτε να εξασφαλίσουν πόρους, ούτε επιθυμούν να βοηθήσουν τους έχοντες πραγματική ανάγκη. Στα δικαιώματα εμφανίζονται φοβικοί διότι ο φυσικός τους και κυβερνητικός τους σύμμαχος είναι ένα συντηρητικό λαϊκιστικό κόμμα. Στη δημόσια διοίκηση και εν γένει στο κράτος δεν μπορούν αλλά και δεν θέλουν να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Στη παιδεία απομακρύνονται από το διεθνές παράδειγμα. Αν λοιπόν στα ανωτέρω τα αποτέλεσμα είναι αποκαρδιωτικά τότε τι να περιμένει κανείς για την πραγματική οικονομία, τις ιδιωτικοποιήσεις, το επιχειρείν, την απελευθέρωση επαγγελμάτων, τη φορολογία κλπ.

Συμπερασματικά λοιπόν όχι μόνο δεν κόμισαν μία νέα ιδέα – μικρή η μεγάλη- αλλά πίσω από το προσωπείο της νεότητας μας σέρβιραν το χειρότερο πιάτο της Μεταπολίτευσης. Καμία ιδέα πίσω από την οποία μπορεί να συνταχθεί και να ανασυνταχθεί ο ελληνισμός. Μόνο παλιά τετρίπια σε μια συγκυρία που θέτει εν αμφιβόλω την ιστορική μας συνέχεια ως έθνος.

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

Δισεκατομμύρια άνδρα δείκνυσι (άρθρο στην Εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 9/1/2017)

Έστω ότι η χώρα δύναται να βγει στις αγορές και να αντλήσει πόρους ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ στα τέλη Ιανουαρίου, όπως έκανε προ κρίσης. Έστω ότι τα επιτόκια δανεισμού είναι παρεμφερή με της Γερμανίας, όπως ήταν λίγα χρόνια προ κρίσης. Έστω ότι η βοήθεια των εταίρων –δανειστών δεν σταματά. Μας δανείζουν κανονικά, εφαρμόζουμε το μνημόνιο, αξιολογείται το πρόγραμμα ανά τακτά χρονικά διαστήματα αλλά παράλληλα η χώρα αντλεί 10 δισεκατομμύρια ευρώ από τις αγορές και μπορεί να τα αξιοποιήσει όπως αυτή θέλει. Δεν υπάγονται δηλαδή σε κάποια δέσμευση ή υποχρέωση, ούτε κατευθύνονται για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων. Σε αυτή την υπόθεση εργασίας ποια νομίζετε ότι θα ήταν η τύχη αυτών των δισεκατομμυρίων; Προς τα πού θα κατευθύνονταν αυτοί οι πόροι;

Το υπάρχον πολιτικό προσωπικό της χώρας πιστεύει στον ίδιο Θεό, το μεγάλο δαπανηρό κράτος. Έχει κοινές προσλαμβάνουσες, είναι εθισμένο στις δαπάνες, αγνοεί τις αναδιαρθρώσεις, σχεδιάζει πρόχειρα, ο ορίζοντάς του είναι χαμηλός, μέλημά του ο πολιτικός και κομματικός προσεταιρισμός επιμέρους ομάδων συμφερόντων, ομάδων πίεσης, συντεχνιών.

Επιστρέφουμε λοιπόν στην υπόθεση εργασίας όπου ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας έχει στη διάθεσή του πόρους ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς περιορισμούς. Διαφωνεί κανείς πως θα προχωρούσε άμεσα σε προσλήψεις στον δημόσιο τομέα; Διαφωνεί κανείς πως θα εφεύρισκε μάλιστα παραλλήλους τρόπους - a la stage – και εκτός ΑΣΕΠ για να προσλάβει γρηγορότερα και αμεσότερα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε υπηρεσίες, δήμους, σε κάτι ευφάνταστους οργανισμούς άνευ αντικειμένου που είναι μονίμως «υποστελεχωμένοι» θαρρείς και προσφέρουν κάποιο έργο; Αμφιβάλει κανείς ότι θα έδινε αυξήσεις σε συντάξεις άκριτα και σε δυνατόν περισσότερους; Αμφισβητεί κανείς ότι πακτωλός χρημάτων θα κατευθύνονταν προς φίλια ΜΜΕ, ιστοσελίδες, δημοσιογραφίσκους, κανάλια και εφημερίδες;

Και στο πεδίο των επενδύσεων αμφισβητεί κανείς πως θα επιλέγονταν και πάλι  η οδός των μεγάλων και ακριβών δημοσίων έργων στον τομέα των υποδομών; Πιστεύει κανείς πως δεν θα ιδρύονταν νέες γραμματείες, διευθύνσεις, επιτροπές αμειβόμενων μελών και διάφορες έμμισθες θέσεις συμβούλων και παρατρεχάμενων;

Εκτιμά κανείς πως θα προχωρούσε κάποια αναδιάρθρωση στην οικονομία, κάποια υποβοήθηση της στροφής σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ή θα ενισχύονταν η κατανάλωση εισαγόμενων προϊόντων με επίπτωση στο εμπορικό ισοζύγιο; Πιστεύει κανείς πως η δημόσια διοίκηση θα εκσυγχρονίζονταν ξεκινώντας με ορισμένους απαραίτητους λειτουργικούς εκσυγχρονισμούς και περνώντας σε πιο προωθημένες αναβαθμίσεις ή το δαιδαλώδες θα μεγεθύνονταν;

Το κοινωνικό κράτος, έχοντας πλέον κάποιους πόρους παραπάνω θα γινόταν αποδοτικότερο μέσω στόχευσης; Θα απεγκλώβιζε από τη φτώχεια ποσοστιαία περισσότερους; Θα βοηθούσε τους πραγματικά έχοντες ανάγκη, τους outsiders της Μεταπολίτευσης ή θα συνέχιζε στην πεπατημένη; Θα ενισχύονταν οι κοινωνικές υπηρεσίες ή θα δαπανιόνταν  πόροι επιδοματικά και άναρχα;

Πέραν του ΕΝΦΙΑ που ίσως καταργούνταν ( αν και θα ήταν μεγάλο μέρος των υποθετικών πόρων) πιστεύετε ότι θα μειώνονταν δραστικά η φορολογία και θα αναδιοργανώνονταν η φορολογική διοίκηση ή απλά θα επανέρχονταν ένα υψηλότερο αφορολόγητο όπως παλιά;

Τι πιστεύετε και πως απαντάτε στα ανωτέρω ερωτήματα;

Και αν απαντάτε όπως θα απαντούσε κάθε στοιχειωδώς ενημερωμένος πολίτης αυτής της χώρας, ποια πιστεύετε ότι είναι τα περιθώρια σωτηρίας της Ελλάδας – όπου σωτηρία δεν νοούμε την παρούσα στασιμότητα και τις μειωμένες προσδοκίες αλλά την επανάκαμψη σε καθεστώς ευρωπαϊκής κανονικότητας.

Η τραγωδία όμως που δεν βρίσκει εύκολα λύτρωση είναι πως λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο θα κινούνταν όλα τα ελληνικά κόμματα – μνημονιακά και αντιμνημονιακά, αριστερόστροφα και δεξιόστροφα, ευρωπαϊστικά ή ευρωσκεπτιστικά. Όχι στον ίδιο βαθμό βέβαια και ούτε με την ίδια ζέση αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για την υπόθεση σωτηρίας της χώρας. Ο τρόπος που το πολιτικό προσωπικό αντιλαμβάνεται την πολιτική είναι παρεμφερής. Στον πυρήνα του είναι παρόμοιος. Ο χρόνιος εθισμός σε αλόγιστες δαπάνες, η ανυπαρξία αυθεντικών μεταρρυθμιστικών θυλάκων που θα μπόλιαζαν κόμματα και κοινωνία, η ογκώδης άγνοια και ο πελατειασμός, η ανυπαρξία «θεσμικών κομμάτων» με διαδικασίες και τριβή με την πραγματικότητα μας έχουν οδηγήσει σε αυτό το σημείο. Και το σημείο είναι απολύτως οριακό.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

«Μα εμείς τα… πληρώσαμε»(άρθρο μου στην Εφημερίδα Καρφίτσα της 24/12/2016)


Όσο πολυπαραγοντικό ζήτημα και εάν είναι η ελληνική κρίση, μιας και για το ξέσπασμα αυτής συμφύονται πληθώρα παραμέτρων και αιτιών, κάποια πράγματα πρέπει να ειπωθούν με το όνομά τους. Τουλάχιστον τα βασικότερα εκ των αιτιών της κρίσης έπρεπε και πρέπει ακόμα και σήμερα –7 χρόνια μετά– να ειπωθούν ωμά.
Μια σκληρή γλώσσα πρέπει να παρουσιάσει τις σκληρές αλήθειες στο ευρύ κοινωνικό σώμα. Η παρουσίαση της αλήθειας δεν είναι η ικανή συνθήκη υπέρβασης της κρίσης είναι όμως απαραίτητη. Χωρίς αυτή δεν μπορούν να θεμελιωθούν σε ισχυρό βάθρο οι προσπάθειες υπέρβασής της.  Οι βασικές αιτίες της κρίσης έπρεπε και πρέπει να παρουσιαστούν και για έναν ακόμη λόγο. Μόνον μέσα από αυτήν την παρουσίαση μπορεί να γίνει και ιεράρχηση μέτρων και προτεραιοτήτων. Λοιπόν, χωρίς περιστροφές και μισόλογα, μία μεγάλη αλήθεια είναι πως στον πυρήνα της ελληνικής κρίσης και χρεοκοπίας βρίσκεται το ασφαλιστικό σύστημα. Εάν δεν είναι ο βασικός λόγος αυτής , είναι σίγουρα εντός των τριών κορυφαίων. Το ασφαλιστικό σύστημα της Ελλάδας και ο τρόπος προσέγγισης αυτού από πλευράς του πολιτικού συστήματος βρίσκεται στον πυρήνα της χρεοκοπίας και της κρίσης. Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα μέσω της τριμερούς συγχρηματοδότησής του επιδοτήθηκε την δεκαπενταετία 2000-2015 με αστρονομικά  ποσά. Η γενναιοδωρία προ κρίσης ήταν ασύλληπτη με τα σημερινά δεδομένα.
Ας δούμε μερικά δεδομένα :
1. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το 2009 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό αναπλήρωσης, δηλαδή το πιο γενναιόδωρο σύστημα και από τις 30 χώρες του ΟΟΣΑ.
2. Το 1975 η αναλογία εργαζόμενων ανά συνταξιούχο ήταν 3,66:1 ενώ το 2009 1,7:1, σήμερα το 2016 καλύτερα να μην γνωρίζουμε.
3. Μόνο τη 10ετία 2000-2009, ο Κρατικός Προϋπολογισμός πρόσφερε στα Ταμεία 98 δισ., Για την τετραετία 2010 -2014 συνεισέφερε 71 δις. Συνολικά για τη 15ετία 2000-2014, το ποσό της επιχορήγησης των Ταμείων ανέρχεται σε 169 δισ.
4. Παρά τις μειώσεις των συντάξεων η δαπάνη δεν μειώνεται καθώς ωθούνται χιλιάδες εργαζόμενοι σε πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Δαπανούμε όσα το 2008 με το ΑΕΠ σε σχέση με τότε να είναι -25%
Γιατί λοιπόν αυτές οι παγκοίνως αποδεκτές αλήθειες, βασισμένες σε έρευνες, μελέτες, αριθμούς και στατιστικά στοιχεία δεν βρίσκονται στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου; Γιατί αντί να ασχοληθούμε με το μείζον, ψάχνουμε υδρογονάνθρακες , πολύτιμους λίθους στο υπέδαφος και σκοτεινά κέντρα που κατατρέχουν τον Ελληνισμό επιδιώκοντας δήθεν την υποταγή του; Μα γιατί έχουμε το πολιτικό σύστημα που μας αξίζει. Εκλέγουμε αυτούς που θα συνεχίσουν να δανείζονται πόρους από το μέλλον για να ικανοποιήσουν το παρόν. Γιατί έχουμε πολιτικούς που απέναντι στο «μα εμείς τα πληρώσαμε» των συνταξιούχων δεν έχουν το πολιτικό και ηθικό ανάστημα, την ηγετική δύναμη και συγκρότηση, την συναίσθηση της εθνικής ιστορικής ευθύνης να πουν «ΟΧΙ , ΔΕΝ ΤΑ ΠΛΗΡΩΣΑΤΕ» .
Και εν πάση περιπτώσει ποιο το μέλλον της χώρας αν οι νέοι φύγουν στο εξωτερικό, αν δεν μπορούν να κάνουν οικογένειες, αν δεν εργαστούν και δεν παράγουν νέο πλούτο που μέσα από μία νέα και δίκαιη αυτή τη φορά συμφωνία γενεών θα αναδιανεμηθεί προς τους μεγαλύτερους; Βέβαια κάποιο έκαναν καριέρες τάζοντας 13η σύνταξη και δεν είναι μόνον ο Τσίπρας. Πολλοί ενδιαφέρονται για το πώς θα αντικρύσουν τους γέροντες στα καφενεία χωρίς όμως να ιδρώνουν από το άγχος για το τι θα πούνε στους νέους. Το θυμικό όλων μας στην ελληνική κοινωνία αυτόματα μας υποδεικνύει πως ένας φτωχός γέροντας έχει ανάγκη. Είναι η συλλογική μας μνήμη που έχει καταχωρήσει τα γηρατειά ως την πρώτη κοινωνική ομάδα που δικαιούται στήριξης. Αυτή όμως είναι η εικόνα της Μεταπολίτευσης όπου οι γονείς της γενιάς του Πολυτεχνείου ήταν όντως η γενιά των πολέμων, της φτώχειας, των κατατρεγμών και της ανυπαρξίας κοινωνικών δομών.  Κλείνοντας παραθέτω πως ο μέσος όρος συνταξιοδότησης το 2015 στο δημόσιο ήταν τα 55έτη. Είμαστε χαμένοι από χέρι.