Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ τι; (άρθρο μου στην Εφημερίδα Καρφίτσα της 29/11/2016)

Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη πλην μιας μεγάλης σε έκταση πολιτικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και συνολικής αποδοκιμασίας της διακυβέρνησής του, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και αν λάβουν χώρα εθνικές εκλογές, θα συνιστά έκπληξη μεγατόνων. Είναι τέτοια η ζημία στη χώρα από την διακυβέρνησή του που δεν αφήνει περιθώρια ανάκαμψης και αντιστροφής του κλίματος.
Παραμένουν βέβαια αρκετά ερωτήματα στο τραπέζι με βασικότερο την κατάσταση στην οποία θα παραδώσει τη χώρα στην όποια επόμενη κυβέρνηση. Μία καλή εξέλιξη θα ήταν να μην έχει επέλθει κάποια μείζονος σημασίας μη αναστρέψιμη καταστροφή, όπως Grexit‐δραχμή ή υποχώρηση στα εθνικά ζητήματα (βλ. υπόθεση Κύπρου, αναθεωρητισμό Τουρκίας, διεθνή απομόνωση). Το κόστος ΣΥΡΙΖΑ στα της οικονομίας είναι δυσθεώρητο – ιδιαίτερα στη δυναμική του χρέους αλλά για την οικονομία του άρθρου ας δεχθούμε ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες είναι αναστρέψιμο.
Δεν είναι όμως μόνον αυτό το ερώτημα στο τραπέζι της επόμενης μέρας. Η επόμενη μέρα μετά τον ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μία δύσκολη μέρα όπου η νέα κυβέρνηση θα αναγκαστεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις σε έκτακτο καθεστώς, χωρίς κοινωνική ανοχή και πίστωση χρόνου. Ένα τιτάνιο έργο στοιχειώδους ανόρθωσης της χώρας και επιστροφής σε μία αναπτυξιακή κανονικότητα είναι ο βασικός στόχος. Δεν γνωρίζουμε όμως αν είναι αρκετός και επαρκής.
Το να απομακρυνθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με την παρούσα ηγεσία του και τις πολιτικές ιδεοληψίες, τις καθυστερήσεις, τις αδυναμίες και τον δομικό κυνισμό του από την εξουσία σίγουρα είναι κέρδος. Ομιλούμε πάντα για το κόμμα ‐ ηγετική ομάδα ΣΥΡΙΖΑ και όχι κατ’ ανάγκη για τις κοινωνικές ομάδες που τον ακολούθησαν πιστεύοντας τις υποσχέσεις του. Είναι η απαραίτητη αλλά όχι ικανή προϋπόθεση ανάκαμψης της χώρας.
Ικανές προϋποθέσεις ανάκαμψης της χώρας θα δημιουργηθούν μόνον εάν η επόμενη κυβέρνηση που θα αναλάβει τις τύχες τις χώρας καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό της. Μόνον εάν έχει σχέδιο, μόνον εάν έχει εξασφαλίσει τη στήριξη μιας κρίσιμης μερίδας του εκλογικού σώματος αλλά και της κοινωνίας. Μόνον εάν είναι αποφασισμένη να αλλάξει τα κακώς κείμενα, μόνον εάν έχει το απαραίτητο πολιτικό και στελεχιακό δυναμικό να στηρίξει μία τέτοια προσπάθεια χωρίς υπαναχωρήσεις, κωλυσιεργίες και δισταγμούς.


Μια κυβέρνηση πραγματικών και αυθεντικών φιλοευρωπαϊκών και μεταρρυθμιστικών δυνάμεων ( χωρίς επί της αρχής αποκλεισμό του ηττημένου πολιτικά ΣΥΡΙΖΑ) που θα πρέπει εντός τεσσάρων ετών να βελτιώσει σε όλα τα επίπεδα τη χώρα, οφείλει να ξεπεράσει τον κατεστημένο τρόπο διακυβέρνησης. Να απαρνηθεί όλες τις δεδομένες έξεις του ελληνικού μεταπολιτευτικού κυβερνάν που σχετίζονται με πελατειασμό, εσωκομματικές ισορροπίες, ικανοποίηση αιτημάτων ομάδων πίεσης και συντεχνιών. Οφείλει στην Ιστορία και στον ελληνικό λαό να κάνει κτήμα της και «ιδιοκτησία» της το πρόγραμμα ανασυγκρότησης και όχι ράθυμα και αμυντικά να παρουσιάζεται ως απλός εφαρμοστής ενός ξενόφερτου μνημονίου. Εάν θέλει αλλαγές, επαναδιαπραγμάτευση όρων, εναλλακτική παραμετροποίηση οφείλει να υπερβεί το μνημόνιο θετικά.
Στην πιθανότητα δυνατότητας άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές –έστω περιορισμένων και ακριβών– εν τοις πράγμασι θα κληθεί να αποδείξει τις προθέσεις της με τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει. Εάν κινηθεί προς αύξηση του μισθολογικού κόστους του δημοσίου, του ασφαλιστικού και μονοπλεύρως σε κατασκευές, θα σημαίνει πως οι ανεπάρκειες της περιόδου 2010-2015 δεν έγιναν μάθημα.
Κλείνοντας, μια τέτοια κυβέρνηση καλό θα είναι να είναι κυβέρνηση συνεργασίας, με επεξεργασμένη προγραμματική συμφωνία, με συμμετοχή των μεταρρυθμιστών των κομμάτων που θα την συναποτελούν και με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και στοχοθεσίες που θα διευκολύνουν την αξιολόγησή της από τους πολίτες έναντι της εντολής που θα τους παρέχουν οι τελευταίοι.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Πρωί – μεσημέρι – βράδυ τρεις δείκτες ( άρθρο μου στη Θεσσαλονίκη 21/11/2016)


Κάθε ημέρα, κάθε ώρα και σε κάθε τηλεοπτικό σταθμό, πάνω στη γωνία της οθόνης θα έπρεπε να υπάρχουν τρεις δείκτες.
Αν είναι τεχνικά εφικτό το ίδιο θα έπρεπε να γίνεται και στο ελληνικό διαδίκτυο. Κάθε πρωί, με το που ο τηλεθεατής ή ο χρήστης ηλεκτρονικού υπολογιστή βρισκόταν μπροστά στην οθόνη να μπορεί άμεσα και χωρίς καμία διαμεσολάβηση να κοιτά τους τρεις δείκτες. Κάθε ώρα και στιγμή, ανεξαρτήτως τηλεοπτικού σταθμού ή ιστοσελίδας.

Τρεις δείκτες που σε πραγματικό χρόνο θα μας ενημερώνουν για το τρέχον έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και την ανεργία. Τρία μεγέθη που κρίνουμε πως είναι τα σημαντικότερα. Τρία μεγέθη στις οθόνες εκατομμυρίων Ελλήνων – είτε ως απόλυτοι αριθμοί είτε ως ποσοστά επί τοις εκατό. Τρία νούμερα, τρεις αριθμοί, σφηνωμένοι εκεί, επίμονα, συνεχώς, με τρόπο ενοχλητικό, σχεδόν προσβλητικό για την συλλογική μας συνείδηση, στην πάνω γωνιά της οθόνης έως ότου αντιληφθούμε τι συμβαίνει στη χώρα μας. Έως ότου συνειδητοποιήσουμε το που βρισκόμαστε και ποιες είναι οι ρεαλιστικές προοπτικές μπροστά μας. Έως ότου αντιληφθούμε πως η πολιτική δεν είναι μόνο λόγια, ανέξοδες ρητορείες και αποσυνδεδεμένες από το αποτέλεσμα επιλογές που αφορούν κάποιους άλλους, δίπλα από εμάς αλλά είναι ο μόνος τρόπος από τον οποίο περνά η βελτίωση ή η χειροτέρευση της ζωής μας.

Τρεις δείκτες λοιπόν διότι η κοινωνία μας έχει μετατραπεί σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, φαίνεται να έχει αποδεχθεί τις πολύ χαμηλές πτήσεις κομματικών σχηματισμών και κυβερνητικών δυνάμεων, δείχνει να έχει κουραστεί και επιδιώκει μέσω αφασίας και αδράνειας μία κακώς νοούμενη κανονικότητα. Μία κανονικότητα που δεν είναι προσαρμογή και συγχρονισμός με καλά παραδείγματα αλλά μία κανονικότητα που αποδέχεται το παρόν ως μία φυσιολογική κατάσταση. Τα επτά χρόνια κρίσης βέβαια δικαιολογούν την εμπέδωση μιας τέτοιας αντίληψης καθώς  το επείγον, η εξαίρεση, η εγρήγορση, η αστάθεια, η παρέκβαση είναι συνυφασμένα με την έννοια του παροδικού, του χρονικά σύντομου. Στην Ελλάδα της κρίσης όμως έχει χαθεί η έννοια των λέξεων και των καταστάσεων καθώς τραβάει σε μάκρος η υπόθεση της κρίσης και της υπέρβασής αυτής. Αποτέλεσμα των ανωτέρω η αποδοχή μιας κατάστασης ανωμαλίας ( πχ αδυναμία δανεισμού από τις αγορές, υψηλή ανεργία κλπ) ως φυσιολογική, ως κανονικότητα.


Με αποκορύφωμα τις προσπάθειες της παρούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ βλέπουμε μία λανθάνουσα στρατηγική κανονικοποίησης λοιπόν της ανωμαλίας. Συζητούμε για τα θρησκευτικά στα σχολεία, για τους τηλεοπτικούς σταθμούς, για τους εσωκομματικούς συσχετισμούς του ΣΥΡΙΖΑ, για την νέα Κεντρική Επιτροπή του, για τη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων και για ο,τιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους εκτός από τα μείζονα. Ποια είναι αυτά; Οι τρεις δείκτες φυσικά.

Προχωρούμε αμέριμνοι, σπρώχνουμε το χρόνο ελπίζοντας ότι θα τα γιατρέψει όλα και ακούμε κάποιες φωνές βοόντων στην έρημο της καθημερινότητας που κάνουν λόγο για βίαιη φτωχοποίηση σε επίπεδα αδιανόητα ακόμη και σήμερα, αλλά δεν δίνουμε σημασία. Η κούραση μας έχει καταβάλει. Ολίγιστοι και άσχετοι πολιτικοί προσπαθούν και εν μέρει το καταφέρνουν να αποκοιμίσουν τους πολλούς κάνοντας λόγο για ανάπτυξη που έρχεται, για αντιστροφή του κλίματος, για μέλλον που προδιαγράφεται λαμπρό. Όμως οι εταιρείες φεύγουν, οι νέοι φεύγουν, οι φόροι αυξάνονται, οι μεταρρυθμίσεις παραπέμπονται στις καλένδες και ελαφρά τη καρδία γίνεται λόγος για 4ο μνημόνιο.

Σε μία τέτοια κατάσταση αφασίας, κόπωσης και παραίτησης οι τρεις δείκτες σε κάθε οθόνη θα διασφάλιζαν τουλάχιστον ότι θα συζητούσαμε για τα μείζονα. Ότι όποια και να είναι η εξέλιξη και οι όποιες οι μελλοντικές μας επιλογές, θα είναι απότοκος της δικής μας βούλησης και ενημέρωσης. Τρεις δείκτες. Έλλειμμα, χρέος, ανεργία. Όλα τα άλλα είναι ιστορίες για τα μικρά παιδιά

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Να καταρρεύσει ο ΣΥΡΙΖΑ και όχι η χώρα (άρθρο μου στην Εφημερίδα Καρφίτσα της 5/11/2016)



Όλες οι δημοσκοπικές 
ενδείξεις είναι σχεδόν καταδικαστικές για το κυβερνών κόμμα καθώς κάθε μέτρηση που βλέπει το φως της δημοσιότητας φανερώνει δραματική καθίζηση. Ακόμη και εάν οι επιδόσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν βελτιώνονται θεαματικά, ακόμη και εάν πολλοί δηλώνουν απογοητευμένοι και αποστασιωποιημένοι το γεγονός παραμένει αναλλοίωτο. Ολοένα και περισσότεροι αποδοκιμάζουν την διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μια πορεία παράλληλη της πτώσης της οικονομίας και των εισοδημάτων.
Εν ολίγοις οι εξελίξεις προδιαγράφονται δύσκολες για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά δυστυχώς το ίδιο και για την χώρα, την οικονομία της και τους πολίτες της. Το στοίχημα που έχουμε μπροστά μας είναι να διασωθεί η χώρα από την κατάρρευση του κόμματος και να μην συμπαρασυρθεί από αυτή σε επίπεδα και καταστάσεις μη αναστρέψιμες. Η αδυναμία εφαρμογής και υλοποίησης προεκλογικών δεσμεύσεων από πλευράς κυβέρνησης ήταν δεδομένη για όποιον μπορούσε να διαβάσει ψύχραιμα στοιχειώδη μεγέθη και αριθμούς, ήδη από το 2015. Αυτό που δεν ήταν δεδομένο όμως είναι ο βαθμός ανικανότητας διαχείρισης μικρών και μεγάλων ζητημάτων διακυβέρνησης. Δεν ήταν δεδομένος ο διπλός λόγος, η αντιεπενδυτική παραφιλολογία, η φορομπηχτική στρατηγική, η έξαρση του πελατειασμού, ο κυνισμός των παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό, η σύμπλευση με τις πιο συντηρητικές φωνές σε πολιτικό σύστημα ( ΑΝΕΛ) και κοινωνία ( εκκλησία), η αδυναμία υλοποίησης εκσυγχρονιστικών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών σε κράτος και οικονομία. Αυτά προστέθηκαν στην πορεία και διέψευσαν ακόμη και τους πιο μετριοπαθείς και ρεαλιστές ψηφοφόρους και φίλους του ΣΥΡΙΖΑ που δεν πίστεψαν στα σκισίματα των μνημονίων. Είναι αυτές οι ίδιες τραγικές αποτυχίες που εμποδίζουν ακόμη και σήμερα όσους θα συζητούσαν υπό άλλες συνθήκες μια συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ μιας και έκανε και αυτός την ρεαλιστική στροφή του – σύμφωνα με τους ίδιους.
Επειδή λοιπόν τα νέα από τα μέτωπα της οικονομίας δεν είναι καλά, παρακολουθούμε εδώ και μήνες διάφορα πολιτικά σίριαλ με θέματα – σημαντικά ή μη- που δεν σχετίζονται με το μείζον. Παραθέτουμε μερικά – επαναφορά θέματος γερμανικών αποζημιώσεων, θρησκευτικά στα σχολεία, συνέδριο ΣΥΡΙΖΑ και εσωκομματικοί συσχετισμοί, διαγωνισμός για τα κανάλια, κούρεμα χρέους, παράλληλα τραπεζικά συστήματα εκτός ΕΚΤ κοκ. Με τη βοήθεια ή την ανοχή ενός σχετικά ελεγχόμενου τηλεοπτικού τοπίου καταναλώσαμε ένα εξάμηνο με μόνη επιτυχία που να αφορά στην πραγματική οικονομία, την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης που εκκρεμούσε από πέρυσι.
Με αυτούς τους ρυθμούς υλοποίησης του μνημονίου όμως όχι μόνο δεν θα καταφέρουμε να το υπερβούμε θετικά, αλλά κινδυνεύουμε να διολισθήσουμε εκ νέου σε κρίση και περιδίνηση. Πολλοί ήδη κάνουν λόγο για 4ο μνημόνιο που βρίσκεται σε πρώιμες προπαρασκευαστικές συζητήσεις – και αυτό είναι το θετικό σενάριο. Προδιαγράφεται έμμεσα η αποτυχία εξόδου της χώρας στις αγορές και η αναγκαιότητα νέου προγράμματος. Βέβαια μια τέτοια εξέλιξη δεν είναι σίγουρη, καθώς η Ελλάδα θα μοιάζει με άπατο πηγάδι που Ευρωπαίοι και ΔΝΤ ρίχνουν διαρκώς χρήματα για να μην στερέψει – πραγματικότητα που δεν είναι αποδεκτή σε πολλά ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Αν στραβώσει αυτή η διέξοδος ελλοχεύει ο κίνδυνος να έχουμε μνημόνιο δραχμής με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Για αυτό το στοίχημα της εποχής αυτής είναι να διασωθεί ό,τι διασώζεται σε οικονομία και θεσμούς, σε κράτος, δομές και υποδομές. Η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει επουδενί να συμπαρασύρει τη χώρα. Είναι δεδομένο πως η χώρα οπισθοχώρησε αυτά τα δύο χρόνια αρκετά. Ας μην κατέβει όμως από το τρένο.