Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Η Ελλάδα στο νέο δύσκολο κόσμο ( άρθρο μου στην εφημερίδα Καρφίτσα της 2/4/2016)


Ο κόσμος μας αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς. Βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο της ανθρωπότητας καθώς ολοένα και λιγότεροι ζουν στην απόλυτη φτώχεια παρά την διάχυτη ρηχή αντίληψη των περισσοτέρων περί του αντιθέτου. Όμως, ταυτόχρονα γεννιούνται νέες προκλήσεις. Με κάθε δυνατότητα που μας παρέχει η εξέλιξη έχουμε να αντιμετωπίσουμε και μία νέα πρόκληση. Ζούμε σε μία παγκόσμια κοινωνία του ρίσκου που δεν βασίζεται πλέον στις σταθερές του παλιού κόσμου, ούτε αναλύεται εύκολα με τα θεωρητικά εργαλεία που διαθέτουμε. Είναι ένας κόσμος τεράστιων δυνατοτήτων, ευκαιριών, ανάπτυξης, συνεργειών. Ένας κόσμος δυναμικός, καινοτόμος αλλά ταυτόχρονα χωρίς παγιωμένα σταθερά σημεία, χωρίς ισορροπία, χωρίς εγγυητές μιας στοιχειώδους αρμονίας.
Ας δούμε τα γεγονότα. Το 1991 κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και συμπαρέσυρε μαζί της έναν ολόκληρο κόσμο, πολιτικό και γεωγραφικό σε νέες ατραπούς. Το 2001, η 11η Σεπτεμβρίου ταρακούνησε συθέμελα την Ιστορία και απέδειξε πως οι προκλήσεις είναι παρούσες και οι κίνδυνοι υπαρκτοί. Πως ο «εχθρός» δεν είναι πλέον μία κρατική υπόσταση ή μια συμμαχία κρατών, ούτε διαθέτει τακτικά στρατεύματα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2010 ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία έχει πυροδοτήσει εξελίξεις που προ 5ετίας δεν θα μπορούσαμε να διανοηθούμε. Μια περιφερειακή πολεμική σύρραξη έχει ενεργοποιήσει ένα ντόμινο εξελίξεων που πιέζει και επιδρά σε περισσότερα του γεωγραφικού πεδία. Κράτη, διεθνής τρομοκρατία, νεκροί σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, νέες συμμαχίες έρχονται στο προσκήνιο, παλιές συνθλίβονται μέσα στο καμίνι των εξελίξεων, κράτη απομονωμένα διεκδικούν σημαίνοντα ρόλο. Και βέβαια ένα αρκετά μεγάλο προσφυγικό και μεταναστευτικό ρεύμα από συνολική την Μέση Ανατολή θέτει νέα ερωτήματα στην Ευρώπη σε μία περίοδο που η οικονομική δυστοκία και η πολιτική ολοκλήρωση παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Μια Ευρώπη που παρακμάζει δημογραφικά και δοκιμάζεται εσωτερικά καθώς πολιτικές δυνάμεις που αντιστρατεύονται το όραμα της ενοποίησης αρχίζουν να δυναμώνουν.
Σε μία νέα τροπή της Ιστορίας που αμφισβητούνται λοιπόν όλες σχεδόν οι βεβαιότητες του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου – η ασφάλεια, η διαρκής ευημερία τα βήματα προς την ενοποίηση και η πτώση των συνόρων και των εμποδίων- εμείς δεν έχουμε καταλάβει σε βάθος το μέγεθος της πρόκλησης.  Αν και έχουμε πληγεί από την οικονομική κρίση δεν λέμε να αλλάξουμε τρόπο, δομή. Αν και βλέπουμε τα γεγονότα να εκτυλίσσονται σε τόπους όπου έχουμε εκδράμει, νιώθουμε ασφαλείς. Αν και κάπου κάπου αντιλαμβανόμαστε πως «δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι» δεν δημιουργείται ένα κύμα αλλαγής. Μία πλειοψηφική απαίτηση για ένα τέρμα στην παρακμή. Παραμένουμε στατικοί, ακίνητοι, προσκολλημένοι σε σχήματα του παρελθόντος αναλύουμε την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τις γεωπολιτικές εξελίξεις με όρους μεταπολιτευτικού καφενείου όπου «κάτσε να στα εξηγήσω εγώ που τα ξέρω, για όλα φταίνε Αμερικανοί, ιμπεριαλιστές – ή σχέδια εβραιομασώνων που θέλουν το κακό μας».
Το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολεί είναι το εξής. Αν στα χρόνια του εύκολου και φθηνού χρήματος, της ασφάλειας, της ανάπτυξης εμείς δεν μπορέσαμε να ακολουθήσουμε τις εξελίξεις και στην ουσία μείναμε εσωστρεφείς αποδέκτες πακτωλού χρημάτων, απλοί καταναλωτές, χωρίς εξωτερικούς και εσωτερικούς καταναγκασμούς εκσυγχρονισμού, σήμερα, που πιθανά να υπάρξουν πολλοί και αυστηροί κανόνες, πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές συμμετοχής σε ενώσεις και συμμαχίες – ποιό πολιτικό και κοινωνικό άθροισμα δυνάμεων θα ορθώσει το ανάστημά του και θα απαιτήσει την παραμονή της χώρας στον σκληρό πυρήνα αυτών και θα οδηγήσει τη χώρα στο σωστό δρόμο; Εκτός αν όντας εξουθενωμένοι με δική μας ευθύνη, αποφασίσουμε να συνυπογράψουμε μία μεγάλη ιστορική, εθνική και γεωπολιτική υποχώρηση και ανοιχτούμε στο νέο αυτό κόσμο ως παρίες, ως απόβλητοι νομίζοντας πως θα τα καταφέρουμε