Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Να επιστραφούν όλα τα κιλά και όλα τα λεφτά ( πολιτικές Καραμανλή)


Είδηση : Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανακοίνωσε σήμερα ότι επικυρώνει την υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου να ανακτήσει από Έλληνες αγρότες την παράνομη κρατική ενίσχυση που δόθηκε το 2009 και είχε ύψος 425 εκατομμύρια ευρώ.
Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε καταφύγει η Κομισιόν και το αίτημα αναίρεσης της Ελλάδας απορρίφθηκε από την ανώτατη δικαστική αρχή.
Οι ελληνικές Αρχές υποστήριξαν πως είχαν επικρατήσει στη χώρα δυσμενείς καιρικές συνθήκες την αμέσως προηγούμενη χρονιά  οπότε δικαιολογούνταν οι επιδοτήσεις. Τότε είχαν καταβληθεί σε περίπου 800.000 αγρότες το σύνολο του ανωτέρω ποσού. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε αυτούς τους ισχυρισμούς περί εξαιρετικά δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Απέρριψε επίσης τους ισχυρισμούς της ελληνικής πλευράς πως λόγω οικονομικής κρίσης δεν επικρατούσαν συνθήκες ομαλής οικονομικής δραστηριότητας και αγοράς στη χώρα, γεγονός που θα επέτρεπε την παροχή κρατικών ενισχύσεων.
Σχόλιο : Όλοι θυμούνται πως η τότε κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή με υπουργό γεωργίας τον Σωτήρη Χατζηγάκη έδωσε αυτό το ομώνυμο πακέτο στους αγρότες – ύψους μισού δισεκατομμυρίου ευρώ ώστε να αποφευχθεί το κλείσιμο των εθνικών οδών. Επρόκειτο για μία πεπατημένη οδό διευθέτησης ποικίλων αιτημάτων από επαγγελματικές ομάδες που όμως αθροιστικά οδήγησαν στο τίναγμα της μπάνκας στον αέρα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τότε υπουργός γεωργίας ήταν αξιοθαύμαστος αναρριχητής τρακτέρ, όπου ως άλλος μητροπολίτης από άμβωνος διακύρρητε το αλήστου μνήμης σύνθημα «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά» . Όταν λοιπόν οι αγρότες ζήτησαν το δεύτερο σκέλος – όλα τα λεφτά- χωρίς καμία δημοσιονομική συναίσθηση και αίσθηση δικαιοσύνης φρόντισε η τότε κυβέρνηση να ικανοποιήσει τα αιτήματα με τρόπο καταφανώς παράνομο. Η λογική του «άσ’ το για αργότερα» είχε εμποτίσει όλη την τότε κυβέρνηση.  
Σε μία βαθύτερη ανάλυση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας της περιόδου 2004 – 2009 πέραν της χαλαρότητας και της ανευθυνότητας πρέπει να εξετάσουμε σε βάθος και συνολικότερα τις επιλογές της. Μια πρώτη παρατήρηση είναι πως στην προσπάθεια επαναφοράς της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση ο Κώστας Καραμανλής θέλησε να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία απέναντι σε εκείνη του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ μέσω του μοντέλου ενός εσωστρεφούς κορπορατισμού είχε 3.000.000 ψήφος σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Για να κερδίσει ο Κώστας Καραμανλής υποσχέθηκε σε εκείνα τα τμήματα που δεν ήταν προνομιακοί συνομιλητές του ΠΑΣΟΚ ( βλέπε συγκέντρωση πόρων στην Αττική, στις υπηρεσίες, στα μεγάλα έργα) πως θα άρει την «αδικία» υπέρ τους. «Αναγκάστηκε» να δώσει χρήμα χωρίς όμως ταυτόχρονα να περιορίσει δαπάνες σε κράτος, προμηθευτές δημοσίου, ευρύτερο δημόσιο τομέα ώστε να μην εκτροχιάσει τη χώρα δημοσιονομικά. Συνέχισε με λίγα λόγια να είναι γενναιόδωρος με το κοινωνικό-επαγγελματικό-οικονομικό σύστημα του ΠΑΣΟΚ ( εσωστρεφής κορπορατισμός : δημόσιο, μεγάλες εταιρείες, προμηθευτές δημοσίου, ανώτερη δημοσιοϋπαλληλία) και ταυτόχρονα μοίρασε χρήμα και σε όσους εντάχθηκαν στην νέα συμμαχία ( αγρότες, μικρομεσαίους επιχειρηματίες – φοροαποφυγή, ελεύθερους επαγγελματίες κλπ). Δεν τόλμησε να κάνει τις μεταρρυθμίσεις ώστε να απελευθερώσει την αγορά, να περιορίσει την κρατική παρέμβαση, να μικρύνει και να εξορθολογίσει το κράτος ώστε το πλεόνασμα που θα προέκυπτε από αυτές τις πολιτικές με δική του πολιτική απόφαση να τα κατεύθυνε προς εκείνα τα τμήματα που ήθελε. Διάλεξε το εύκολο και ταυτόχρονα καταστροφικό δρόμο του υπερδανεισμού καθώς αντί να δράσει αποφάσισε να ταΐσει ( σχηματικά) δύο στόματα.
Αποτέλεσμα η τραγικός εκτροχιασμός της χώρας το 2009 με έλλειμα στο 15,3% του ΑΕΠ, αδυναμία δανεισμού και την Ελλάδα στη χειρότερη μεταπολεμική κρίση του ανεπτυγμένου κόσμου.

Θα καταρρεύσει η κυβέρνηση ή η χώρα, άρθρο μου στην εφημερίδα Καρφίτσα της 13/3/2016


Τα νέα από όλα τα μέτωπα δεν είναι θετικά καθώς πληροφορούμαστε πως η χώρα υποχωρεί παντού. Διολισθαίνουμε σταθερά σε καταστάσεις μη προβλέψιμες, απομακρυνόμαστε από την ευρωπαϊκή κανονικότητα, μονιμοποιούμε τον ελληνικό εξαιρετισμό και καθιστάμεθα κάτι μεταξύ failed state, κυματοθραύστη προσφύγων και επί πληρωμή αποθήκη ψυχών.
Απουσιάζει οποιαδήποτε ατζέντα για την ανάπτυξη, για την ανάκτηση μέρους του κύρους της χώρας, για την ανάκτηση της βασικής ικανότητας κάθε πολιτικής κοινότητας να αποφασίζει και να σχεδιάζει το μέλλον της με τρόπο αποφασιστικό.
Ο χρόνος απλά κυλά, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να κατανοεί σε βάθος τις προκλήσεις και τους κινδύνους. Έχει αναχθεί σε μείζονα στρατηγική το «σπρώξιμο» του χρόνου, το «όπως όπως», το να σπάσει η δόση σε δύο τμηματικές να φτάσουμε στο καλοκαίρι και μετά βλέπουμε. Περιττό να πει κανείς πως αυτή η προσέγγιση είναι ατελέσφορη, πως δεν πατά πάνω στα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας ούτε στις πολιτικές δυνατότητες της κυβέρνησης.
Οι μεγάλες προκλήσεις είναι το ασφαλιστικό, το φορολογικό αλλά και το δημοσιονομικό κενό. Εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν – παντού απαιτούνται περικοπές δημοσιονομικά μέτρα με την ελπίδα κάποια ανάπτυξη από το 2017 να ελαφρύνει τα βάρη. Γίνεται με αυτόν τον οδυνηρό τρόπο αντιληπτό το βάρος της δήθεν διαπραγμάτευσης το πρώτο εξάμηνο του 2015 που οδήγησε σε ένα τρίτο βαρύτερο μνημόνιο και ανέκοψε την έστω ασθενική αλλά υπαρκτή πορεία ανάκαμψης.
Σήμερα, στο καλό σενάριο, ευελπιστούμε να βρεθούμε στα τέλη του 2017 εκεί που βρισκόμαστε στα τέλη του 2014. Η ελληνική αυτή τραγωδία λαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις όταν βλέπουμε ταυτόχρονα όλες τις υπόλοιπες χώρες που ακολουθούσαν μνημονιακό πρόγραμμα να εξέρχονται από αυτό και να ανακτούν σιγά σιγά την εμπιστοσύνη των αγορών και την ευχέρεια πολιτικών επιλογών.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, η όξυνση του προσφυγικού προβλήματος ήρθε να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις αδύναμες δομές του κράτους και να δοκιμάσει την ετοιμότητα και την αποτελεσματικότητα αυτών. Πέραν των ανεπαρκειών που παρατηρούνται, πέραν των καθυστερήσεων, των λανθασμένων σημάτων εδώ και ένα χρόνο, των τραγελαφικών δηλώσεων, της ανυπαρξίας σχεδίου δράσης από ελληνικής πλευράς έπεσε στο τραπέζι το στρατήγημα σύνδεσης του προσφυγικού με την αξιολόγηση.
Μια τέτοια σύνδεση πέραν των ηθικών ζητημάτων που εγείρει καθώς σαν πολιτική κοινωνία ζητούμε να κρατήσουμε εδώ πρόσφυγες με αντάλλαγμα να μην περικόψουμε συντάξεις 55άρηδων και εφάπαξ, υπάρχει και το ζήτημα της αποδοχής από τους εταίρους μιας τέτοιας πρότασης. Αλλά και πάνω από όλα αυτά είναι αυτή μία πρόταση που μεσοπρόθεσμα ωφελεί; Μπορεί η Ελλάδα να φιλοξενήσει χιλιάδες προσφύγων και αν ναι με ποιο σχέδιο; Οι μέχρι σήμερα εικόνες δείχνουν πως δεν μπορεί. Δείχνουν πως η ελληνική κυβέρνηση πουλά ανθρωπισμό από τα κρατικά κανάλια αλλά οι πρόσφυγες κοιμούνται στις λάσπες της Ειδομένης.
Ας είναι καλά μέρος της ελληνικής κοινωνίας που έσπευσε να απαλύνει τον πόνο και να καλύψει στοιχειώδεις ανάγκες των ανθρώπων αυτών διότι σε διαφορετική περίπτωση ο όρος «ανθρωπιστική κρίση» θα λάμβανε τις πραγματικές διαστάσεις μπροστά στα μάτια μας.
Όλα αυτά τα δεδομένα θέτουν ένα βασικό ερώτημα. Θα καταρρεύσει η κυβέρνηση υπό το βάρος των αποτυχιών της ή θα καταρρεύσει πρώτα η χώρα από τους ίδιους λόγους; Ο κυνισμός και η εξουσιομανία των κυβερνώντων δείχνουν πως δεν πρόκειται να υποχωρήσουν και να απολέσουν τα ζεστά και προσοδοφόρα έδρανα της εξουσίας ό,τι και αν συμβεί. Μόνο ίσως μετά από μια μη αναστρέψιμη ζημία ίσως υποχωρήσουν αλλά τότε θα είναι αργά. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αν και κινούνται δεν δείχνουν έτοιμα να αρθρώσουν μια πειστική αντιπρόταση διακυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να αναμένει και στο χώρο της κεντροαριστεράς οι εξελίξεις πηγαίνουν με πιο αργό ρυθμό από την απαίτηση της συγκυρίας.