Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Σοσιαλδημοκρατία εξηντάρηδων και περιφέρειας ή ζώσα προοδευτική παράταξη; (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 28/9/2015)


Το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε αυτές τις εκλογές κρίθηκε μερικώς επιτυχημένο. Ανέκοψε την πορεία του χώρου προς την πλήρη εξαφάνιση και εξαέρωση, διέσωσε τη δυνατότητα διατύπωσης διαφορετικού πολιτικού λόγου από εκείνον του ΣΥΡΙΖΑ, συνένωσε δυνάμεις πέραν του ενός κόμματος σε μια αντίστροφη πορεία των συνεχόμενων διασπάσεων και διαφοροποιήσεων, υπερέβη ιστορικής φύσης προφάσεις ακινησίας και έκανε μία αρχή. Μόνον αν αντιμετωπιστεί ως ένα σημείο εκκίνησης υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Ούτε καν σαν βάση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί διότι ο στόχος ( πρέπει να) είναι πολύ μακριά από την παροντική επιρροή στην κοινωνία. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν πως τα σημερινά εκλογικά όρια της κεντροαριστεράς απέχουν παρασάγγας από τα αντίστοιχα της Ευρώπης και από τα εκείνα του πρόσφατου παρελθόντος. Βέβαια τα εκλογικά ποσοστά της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν αναλυθούν στοιχειωδώς θα δείξουν ολοφάνερα τις προκλήσεις, τις προτεραιότητες και την ιεράρχηση των ζητημάτων που πρέπει να γίνει στο χώρο αυτό.

Η πραγματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει με τρόπο αδιαμφισβήτητο πως η Δημοκρατική Συμπαράταξη και ο ευρύτερος χώρος που εκπροσωπεί αυθεντικά, είναι δραματικά μειοψηφικός στις νέες ηλικίες και τρίτη δύναμη στους άνω των 55ετών. Επίσης δείχνει μια γεωγραφική διαφοροποίηση με την περιφέρεια να δίνει την τρίτη θέση αλλά τα αστικά κέντρα να μην ακολουθούν. Ιδιαίτερα δε στις ηλικίες 18-24 η επιρροή του χώρου ανέρχεται περίπου στο 2% και στις ηλικίες 25 – 34 στο 4%.  Στους άνεργους και στους φοιτητές 3% και 1,5% αντίστοιχα. Μόνο με αυτό ως δεδομένο γίνεται αντιληπτή η τεράστια πρόκληση για την κεντροαριστερά.

Δεν χρειάζεται κανείς πολυσύνθετες αναλύσεις για να καταλάβει πως το μέλλον του εγχειρήματος περνά μέσα από τη σχέση του και με αυτές τις κατηγορίες του εκλογικού σώματος. Η στρατηγική που θα επιλεγεί το αμέσως επόμενο διάστημα οφείλει να απαντά σε αυτή την πρόκληση. Εάν το εγχείρημα δημιουργίας ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού προοδευτικού πόλου περιοριστεί στη διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος, στη διάσωση κομματικών μηχανισμών, στην επανεπιβεβαίωση στερεοτύπων, στη δικαίωση προσωπικών επιλογών, το αποτέλεσμα θα φανεί σύντομα και θα είναι απογοητευτικό.

 Οφείλει ο προοδευτικός χώρος να απαλλαγεί από το δικαιολογημένο καημό της δικαίωσης των επιλογών του. «Τα κόμματα που δεν αλλάζουν πεθαίνουν, κι αυτό το κόμμα ( στην περίπτωσή μας - χώρος) είναι ένα ζωντανό κίνημα, όχι ένα ιστορικό μνημείο» όπως είχε πει ο Τόνι Μπλερ το μακρινό 1994 -φράση που θα μπορούσε να έχει πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ακόμη και ο Κώστας Σημίτης αλλά και ο Γιώργος Παπανδρέου σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και στιγμές. Οι κοινωνίες ψηφίζουν με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση σε αυτήν την πρόκληση αγγίζει πολλές πτυχές. Αφορά κυρίως πολιτικές, οργανωτικές δομές και πρόσωπα. Τρία πεδία τα οποία συμφύονται και δεν μπορούν να δώσουν προωθητικές απαντήσεις αν επιχειρηθεί ξεχωριστή αντιμετώπιση. Οι δημόσιες πολιτικές της κεντροαριστεράς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη διαγενεακή διάσταση της κρίσης. Να συνδεθούν με την προσδοκία της νέας γενιάς για εργασία, δημιουργία και ταυτόχρονα μέσω αυτής της διαδικασίας να προχωρήσει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Να προταχθούν λύσεις για το σύνθετο πρόβλημα των αστικών στρωμάτων που επλήγησαν δυσανάλογα από την κρίση λόγω κατάρρευσης του προηγούμενου παραγωγικού μοντέλου. Τα πρόσωπα πρέπει να κομίζουν φρεσκάδα, λεξιλόγιο σύγχρονο κοντά στους νέους και στις παραγωγικές ηλικίες. Να έχουν εικόνα της ζωής και των προκλήσεων των outsiders, να μπορούν να μιλήσουν ξανά σε λαϊκές περιοχές με ομιλίες για τους πολλούς, με ενσυναίσθηση που δεν θα εκφυλίζεται όμως σε λαϊκισμό. Να υπάρξει γενναία ανανέωση της ανθρωπογεωγραφίας με μερικά βήματα προς τα πίσω των παλιών. Τέλος οργανωτικά, δεν μπορεί παρά μέσα από ένα ελληνικό ‘’Επινέ’’ ο χώρος να βαδίσει στο δρόμο της ίδρυσης ενός νέου κόμματος με δημοκρατικές διαδικασίες, ενός κόμματος των μελών. 

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σάμι Γαράιμπε - άρθρο στην Κυριακατικη Μακεδονία 27/9/2015 ''Νέα Δημοκρατία: ή αλλάζει ή βουλιάζει''

Παρά την επτάμηνη καταστροφική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά τους ερασιτεχνισμούς και τα φτηνά παιχνίδια της, παρόλη την αποτυχία της διαπραγμάτευσης, του κλεισίματος των τραπεζών και της τεράστιας εκτίναξης του κόστους ενός νέου αχρείαστου μνημονίου, η Νέα Δημοκρατία ηττήθηκε στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου. Όταν χάνεις, είτε κοιτάς κατάματα την ήττα σου γι’ αυτό που πραγματικά είναι και με αμείλικτη ειλικρίνεια εντοπίζεις τα λάθη σου προκειμένου να τα διορθώσεις, είτε αναλώνεσαι σε «πολιτικά ορθές» κοινοτοπίες, οι οποίες μπορεί να είναι καλές για  παρηγοριά, αλλά δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στην προοπτική ανάκαμψής σου.

Δυστυχώς, το δεύτερο φαίνεται να έκανε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την επίσημη ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος να είναι ότι «η Νέα Δημοκρατία διατήρησε τις δυνάμεις της». Η Νέα Δημοκρατία δεν διατήρησε καθόλου τις δυνάμεις της. Το ποσοστό του 28% δεν μπορεί να πιστώνεται ολόκληρο στον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων που θα στήριζαν ανεπιφύλακτα την σημερινή Νέα Δημοκρατία. Το 28% δεν οφείλεται σε ανθρώπους που εμπνεύστηκαν να ψηφίσουν ΝΔ.  Σε αυτό περιλαμβάνεται ένα ισχυρό ρεύμα αντισυριζαϊσμού το οποίο μετακινήθηκε στρατηγικά στη ΝΔ μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από την χειρότερη κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος μεταπολιτευτικά. Οι άνθρωποι που έδωσαν στη ΝΔ την «αξιοπρεπή» της εμφάνιση στις εκλογές δεν είναι στο τσεπάκι κανενός και θα φύγουν πρώτοι, αν δεν δουν το κόμμα αυτό να αλλάζει ριζικά ως προς τη νοοτροπία, την οργάνωση και τη στελέχωσή του. Αν επιτραπεί κάτι τέτοιο να γίνει, τότε πανεύκολα θα δούμε το 28% να μετατρέπεται σε 15%, αλλά τότε θα είναι αργά για δάκρυα.

Σε προηγούμενό μου άρθρο έγραψα ότι η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει ενεργητικά να παρέμβει στα δημόσια πράγματα για να αλλάξει την Ελλάδα, χαράσσοντας και πάλι μεγάλες εθνικές πολιτικές. Η εκλογική της ήττα δείχνει ότι δεν θα μπορέσει να αλλάξει την Ελλάδα, αν δεν αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Δραματικά.

Ο κομματικός μηχανισμός της Νέας Δημοκρατίας στην παρούσα του μορφή είναι απροσπέλαστος για τη συντριπτική πλειοψηφία των φίλα προσκείμενων σε αυτήν πολιτών. Ανεξάντλητες εφεδρείες νέων ανθρώπων, επιστημόνων, στελεχών επιχειρήσεων και άλλων αξιόλογων ατόμων παραμένουν άγνωστες και αναξιοποίητες από τις επίσημες δομές του κόμματος. Τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης για μη εκλεγμένα κομματικά στελέχη είναι μηδαμινά. Οι Τοπικές Οργανώσεις, οργανωτικά απολιθώματα περασμένων δεκαετιών, συγκαλούνται μια φορά το χρόνο για κοπή πίτας με φόντο το κάδρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ οι Νομαρχιακές Διοικήσεις συνεδριάζουν πίσω από κλειστές πόρτες.


Οι ρυθμοί ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας είναι εξαιρετικά αργοί σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία απαιτεί από τα ελληνικά κόμματα μαζική εισροή νέου αίματος. Η ΟΝΝΕΔ, βασικός μηχανισμός ανάδειξης νέων ανθρώπων σε προηγούμενες δεκαετίες, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε αποστακτήριο μετριοτήτων βραδείας καύσης με περιορισμένη δυνατότητα επηρεασμού του ύφους, της στρατηγικής και της πορείας του κόμματος.

Αν θέλει η Νέα Δημοκρατία να παραπέμπει σε σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά και να μη ζήσει ένα déjà vu αυτού που της συνέβη το 1981, θα πρέπει:
 - να ρίξει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τις αποξενωμένες ηλικίες μεταξύ 20 και 35
 - να δώσει βήμα έκφρασης και συμμετοχής σε νέους, άγνωστους στο ευρύ κοινό ανθρώπους
- να εγκαταλείψει τις βαρονίες και τις συνεννοήσεις κλειστών δωματίων που δεν αφορούν κανέναν έξω απ’ αυτά
- να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και ύφος της
- να απεξαρτηθεί από τη νοοτροπία «τήρησης εσωκομματικών ισορροπιών» μεταξύ στελεχών-φεουδαρχών
- να αναδείξει νέα, ως προς την ηλικία και νοοτροπία, ηγεσία με φιλελεύθερη πολιτική ατζέντα που να μπορεί να κάνει πράξη όλα τα παραπάνω

Η εναλλακτική ισοδυναμεί με μακρά πολιτική ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα και του κόμματός του στην πολιτική ζωή του τόπου με απρόβλεπτες για τη χώρα συνέπειες.

Ο Σάμι Γαράιμπε είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Το στοίχημα της κεντροαριστεράς ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 15/9/2015)


Εναλλακτικός τίτλος του άρθρου - γιατί στηρίζω Δημοκρατική Συμπαράταξη και είμαι υποψήφιος.

Τα κυρίαρχα ρεύματα που έρχονται από την νεοελληνική ιστορία είναι δύο – η διατήρηση του προνομιακού δεσμού της χώρας με τη Δύση και από την άλλη, ένα κοινωνικό ρεύμα που, επίσης, έρχεται από μακριά έχει ως επίκεντρο το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τα δύο ρεύματα τα εξέφρασε διαχρονικά η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, η κεντροαριστερά με την ευρεία του όρου έννοια. Όχι το ένα σε βάρος του άλλου. Προνομιακή στάση της κεντροαριστεράς υπέρ του ενός έναντι του άλλου την καθιστά αδύναμη, πολιτικά και κοινωνικά ακροτηριασμένη.

Η παράταξη αυτή, με όλα τα ιστορικά της λάθη, τις αστοχίες πολιτικών και την μειωμένη αξιοπιστία ορισμένων προσώπων, είναι αυτή που κράτησε τη χώρα όρθια, απέτρεψε την άτακτη χρεοκοπία και την καταβύθιση της κοινωνίας σε επίπεδα αδιανόητα. Αποσόβησε την γεωπολιτική περιδίνηση, ιεραρχώντας ως σημαντικότερη την τύχη της Ελλάδας από αυτή της παράταξης, ιεράρχηση όχι αυτονόητη για άλλους πολιτικούς χώρους. Είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό σε κάθε φάση της κρίσης. Οι σχηματισμοί που σήμερα συναπαρτίζουν το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, ο καθένας με το δικό του αξιακό και ιδεολογικό φορτίο, με τις δικές του επεξεργασίες, με τον δικό του ιδιαίτερο πολιτικό λόγο είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό και σήκωσαν βάρη δυσανάλογα των ευθυνών τους.

Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος του λεγόμενου μπλοκ δυνάμεων του αντιμνημονίου. Το αντιμνημόνιο – το μεγαλύτερο και ίσως πιο καταστροφικό πολιτικό ιδεολόγημα- σε καμία φάση της κρίσης δεν μπόρεσε να μετουσιωθεί σε θετική πρόταση διακυβέρνησης. Συνένωνε ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες και αιτήματα, ανέδειξε κόμματα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από το περιθώριο, ποτέ όμως δεν συνιστούσε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ήταν μια ρηχή στρατηγική με στόχο την εξουσία και όχι την υπέρβαση της κρίσης. Η πίεση δε που άσκησε στις προοδευτικές δυνάμεις ήταν τεράστια καθώς απονομιμοποίησε κάθε πρόταση, κάθε εγχείρημα και κάθε μετριοπαθή λόγο των λύσεων και των τεκμηριωμένων προτάσεων υπέρ ενός αβαθούς και στείρου δήθεν ριζοσπαστισμού.

Οι στόχοι που πρέπει να τεθούν και να μετουσιωθούν σε δημόσιες πολιτικές είναι συγκεκριμένοι. Ο δημοκρατικός προοδευτικός χώρος οφείλει να ξαναχτίσει την σχέση του με τη νέα γενιά που τον εγκατέλειψε μαζικά. Η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός πως ταυτίστηκε με τα συμφέροντα της γενιάς του Πολυτεχνείου, των insiders της Μεταπολίτευσης. Αυτή η ταύτιση του τον εμπόδισε να διαχειριστεί την κρίση διαφορετικά. Δεν προχώρησε γρήγορα σε κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν τις παλιές κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες, μη αντιλαμβανόμενος πως με αυτόν τον τρόπο επιβαρύνονται δυσανάλογα οι « εκτός συστήματος» - κυρίαρχη μερίδα των οποίων είναι οι νέοι. Με αυτή την τακτική επιλογή διαχείρισης της κρίσης έχασε τους παλιούς του συμμάχους και δεν κατάφερε μια νέα κοινωνική συμμαχία. Μια νέα κοινωνική αλλά και διαγενεακή συμφωνία είναι μονόδρομος για την υπέρβαση της κρίσης. Οφείλει να παρουσιάσει το δικό του μεταρρυθμιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση αλλά και την δική του πρόταση για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, αφού πρώτα εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους οι μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται. Ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους και η αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμό εμπόδισαν τις μεταρρυθμίσεις. Το μνημόνιο όσο δεσμευτικό και αν είναι διασφαλίζει τη σταθερότητα. Τα επιπλέον πρέπει να τα σχεδιάσουμε και να τα υλοποιήσουμε εμείς.

Τέλος, όταν υποστηρίζεις αυθεντικά πως η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί συνεργασίες είναι ζήτημα αξιοπιστίας να προχωράς σε τέτοιες αφήνοντας πίσω μικροδιαφορές. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι το πρώτο μικρό αλλά σημαντικό βήμα για να ενώσουμε την παράταξη, να επανεφεύρουμε τη σοσιαλδημοκρατία, να συμβάλουμε στην έξοδο από την κρίση, να αφήσουμε στην άκρη τη Χ.Α, να σχεδιάσουμε το μέλλον, να εκφράσουμε τις νέες κοινωνικές δυνάμεις της προόδου και της εργασίας.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

7 + 1 λόγοι στήριξης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης


1.                Η Δημοκρατική Συμπαράταξη εκφράζει τον πολιτικό εκείνο χώρο που σε όλες του τις εκδοχές και με όλες τις ολιγωρίες και τα λάθη κράτησε την Ελλάδα όρθια τα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου τις ευθύνες των λαθών της Μεταπολίτευσης χωρίς όμως να του αναλογούν όλες. Με βαθύ αίσθημα ευθύνης στάθμισε ως σημαντικότερη την πορεία της χώρας παρά την τύχη της παράταξης.

2.     Δεν είπε ψέματα, δεν έπαιξε με τον πόνο του ελληνικού λαού, δεν έταξε εύκολες λύσεις. Συμπιέστηκε ανάμεσα σε «Ζάππεια 1-2-3» και σε «προγράμματα Θεσσαλονίκης» που στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα εξαερώθηκαν και κατέστησαν κείμενα άνευ αξίας.

3.       Δεν χρησιμοποίησε κανένας εκ της Δημοκρατικής Συμπαράταξης λόγο διχαστικό, πολωτικό, αντιευρωπαϊκό, αντικοινοβουλευτικό, εθνικολαϊκιστικό και αντιθεσμικό. Με προτάσεις – και διαφοροποιήσεις- επιχειρήματα, λόγο δημοκρατικό, ήπιο και ρεαλιστικό συμμετείχε στο δημόσιο διάλογο.

4.       Οι όποιες προτάσεις για επιμέρους αλλαγές των μνημονίων ήταν συγκεκριμένες και στοχευμένες. Δεν δαιμονοποιούσαν το μνημόνιο παρά μόνο προσπαθούσαν σε συνθήκες κοινωνικά και πολιτικά οξυμένες να πετύχουν τροποποιήσεις προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας.

5.       Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος του λεγόμενου μπλοκ δυνάμεων του αντιμνημονίου. Το αντιμνημόνιο – το μεγαλύτερο και ίσως πιο καταστροφικό πολιτικό ιδεολόγημα- σε καμία φάση της κρίσης δεν μπόρεσε να μετουσιωθεί σε θετική πρόταση διακυβέρνησης. Ο αντιμνημονιακός τρόπος μπορεί μεν να συνένωνε ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες και αιτήματα, μπορεί να ανέδειξε κόμματα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από το περιθώριο, ποτέ όμως δεν συνιστούσε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ήταν μια ρηχή και πολιτικά επιδοτούμενη στρατηγική με στόχο την εξουσία και όχι την υπέρβαση της κρίσης. Η Η πίεση δε που άσκησε στις προοδευτικές δυνάμεις, στις δυνάμεις της ευθύνης και του ρεαλισμού ήταν τεράστια καθώς απονομιμοποίησε κάθε πρόταση, κάθε εγχείρημα και κάθε μετριοπαθή λόγο των λύσεων και των τεκμηριωμένων προτάσεων υπέρ ενός αβαθούς και στείρου δήθεν ριζοσπαστισμού.

6.       Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων – ακόμη και αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων αλλά σίγουρα δημοκρατικών. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι απότοκος αυτής της θέσης, είναι μερική υλοποίηση αυτής της άποψης. Όταν οι συνεργασίες θεωρούνται μονόδρομος υπέρβασης της κρίσης και ταυτόχρονα αναγκαία και ικανή συνθήκη μεγάλων αλλαγών σε κράτος και οικονομία, αποτελεί δείγμα αξιοπιστίας και θέλησης η συνεργασία όμορων πολιτικών ρευμάτων και κομμάτων.  Η υπέρβαση υπαρκτών αλλά πολύ μικρών διαφορών είναι δείγμα ωριμότητας και σωστής ιεράρχησης. Η χρήση των διαφορών αυτών – συνήθως προερχόμενων από το παρελθόν – για την ακύρωση κάθε συνεργατικής προσπάθειας είναι μια πρακτική που πρέπει να κλείσει τον κύκλο της.

7.       Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι σε αυτές τις εκλογές ο αυθεντικός εκφραστής του προοδευτικού δημοκρατικού χώρου, ενισχυμένος μάλιστα από τις καλύτερες των παραδόσεων της μεταπολιτευτικής αριστεράς. Είναι το πρώτο αλλά σημαντικότατο βήμα μιας μεγάλης προσπάθειας ανασύστασης και δημιουργίας ενός προοδευτικού – δημοκρατικού και σοσιαλδημοκρατικού υποκειμένου που και θα αναλάβει μέρος των ευθυνών της διακυβέρνησης σήμερα αλλά και θα διεκδικήσει την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας στο μέλλον. Η παράταξη δεν βρίσκεται σήμερα στο σύνολό της στο εσωτερικό της Δημοκρατικής Συμπαράταξης  όμως στόχος μας είναι η σταδιακή συνένωση των δυνάμεων.

8.       Η ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ( ευρωπαίοι σοσιαλιστές) είναι εκείνη η πολιτική δύναμη που στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας την κρίσιμη στιγμή. Είναι η πραγματική δύναμη αλλαγής στην Ευρώπη υπέρ της πολιτικής ενοποίησης και της αλλαγής των πολιτικών λιτότητας. Αυτοί είναι οι φωνή της προοδευτικής Ευρώπης

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Εκκίνηση και όχι τερματισμός. Δημοκρατική Συμπαράταξη.


Μία βασική παράμετρος της σημερινής προσπάθειάς μας είναι πως την αντιμετωπίζουμε ως ένα σημείο εκκίνησης και όχι ως σημείο τερματισμού. Ο ευρύτερος πολιτικός χώρος, η παράταξη, δεν χωρά όλη μέσα στα σημερινά όρια των κομμάτων και των συλλογικοτήτων που απαρτίζουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη - αυτό είναι δεδομένο. Το αντίθετο θα σήμαινε ηττοπάθεια και χαμηλό πήχη.

Αν και η βίαιη απομάγευση του αντιμνημονιακού ψεύδους και η οργανωτική αποδιάρθρωση των εκφραστών του δικαιώνει τις βασικές κεντρικές επιλογές του χώρου, εντούτοις υπάρχουν πολλά ακόμη εμπόδια που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να επέλθει συσπείρωση και επαναπροσέγγιση με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αλλά και με τμήματα της παράταξης που σήμερα επιλέγουν διαφορετικά.

Το νόημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στα ζητήματα πέραν της συγκυρίας και της διακυβέρνησης είναι και αυτό. Να μετατραπεί σε ένα σημείο εκκίνησης για μια διαδρομή που θα καταλήξει σε έναν προοδευτικό πόλο, ενώνοντας τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς, του προοδευτικού κέντρου σε ένα κόμμα των μελών, με δημοκρατικές ανοιχτές διαδικασίες και ιδεολογικά ρεύματα στο εσωτερικό του. Να διατηρήσει τις καλύτερες των παραδόσεων από τις δυνάμεις που την συναπαρτίζουν και να μετασχηματιστεί γρήγορα σε πολιτικό υποκείμενο με αξιώσεις πλειοψηφίας.

Τι πρέπει να γίνει σήμερα;
Τι πρέπει να κάνει ο χώρος; 
Που πρέπει να δώσει έμφαση;

Να ξαναχτίσει την σχέση του με τη νέα γενιά που τον εγκατέλειψε μαζικά. Η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ αλλά και μέρος της Αριστεράς (ανανεωτική), ταυτίστηκε με τα συμφέροντα της γενιάς του Πολυτεχνείου, των insiders της Μεταπολίτευσης. Αυτή η ταύτιση τους εμπόδισε να διαχειριστούν την κρίση διαφορετικά. Προσπάθησε ο χώρος να καθυστερήσει κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν την κομματική του πελατεία, μη αντιλαμβανόμενος πως με αυτόν τον τρόπο επιβάρυνει δυσανάλογα τους « εκτός συστήματος» κυρίαρχη μερίδα των οποίων είναι οι νέοι. Τελικά τον εγκατέλειψαν και οι μεν και οι δε. Με αυτή την τακτική επιλογή διαχείρισης της κρίσης έχασε τους παλιούς του συμμάχους και δεν κατάφερε μια νέα κοινωνική συμμαχία.

Να υπάρξει μία σοβαρή προσπάθεια οργανωτικής ανασυγκρότησης μακριά από το φάντασμα του παρελθοντικού οργανωτικού γιγαντισμού των μεταπολιτευτικών κομμάτων εξουσίας – με τοπικές οργανώσεις σε κάθε ραχούλα και κάμπο. Η οργανωτική ανασυγκρότηση μπορεί να αποφέρει και πολιτικούς καρπούς εάν γίνει με όρους σύγχρονους. Εάν οι οργανωτικοί πυρήνες γίνουν κυψέλες παρέμβασης ή παραγωγής ιδεών και πολιτικών.

Να στοχεύσει στη βασική παθογένεια της προ κρίσης εποχή που εντοπίζεται στο πολιτικό σύστημα και στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Η επικράτηση της μερικότητας, είτε αυτή είχε τη μορφή εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων, είτε είχε τη μορφή διευθέτησης και ικανοποίησης συντεχνιακών αιτημάτων έναντι του γενικού συλλογικού συμφέροντος σωρευτικά οδήγησε στην κρίση. Το περίεργο όμως είναι πως παρά το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος που πλήρωσε και πληρώνει η ελληνική κοινωνία, ο πυρήνας αυτού του συστήματος μένει ανέπαφος γεγονός που πολλαπλασιάζει τα βάρη που καλούνται να σηκώσουν οι υπόλοιποι. Πολιτικές για παράδειγμα που υποτίθεται πως ενισχύουν την ανάπτυξη και άρα τη δημιουργία θέσεων εργασίας επί της ουσίας διαιωνίζουν ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας προς συγκεκριμένους επιχειρηματίες. Η αντίληψη για την ανάπτυξη παραμένει η ίδια.

Να παρουσιάσει το δικό του μεταρρυθμιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση αλλά και την δική μας πρόταση για την μεταμνημονιακή Ελλάδα αφού πρώτα εντοπίσουμε τους λόγους για τους οποίους οι μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται. Το μνημόνιο όσο δεσμευτικό και αν είναι διασφαλίζει τη σταθερότητα. Τα επιπλέον πρέπει να τα σχεδιάσουμε και να τα υλοποιήσουμε εμείς. Έχει αξία όμως να ειπωθεί γιατί οι μεταρρυθμίσεις - μνημονιακές ή μη- συνεχώς αναβάλλονται, ακυρώνονται, μετατίθενται για το μέλλον, αποσιωπούνται ή εκφυλίζονται. Δύο είναι κατά τη γνώμη μου οι αιτίες αυτής της αέναης ελληνικής πραγματικότητας και αυτής της κακοδαιμονίας. Πρώτη, ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που σχεδόν καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η αυξημένη ισχύς των ομάδων συμφερόντων πέρα από γενεσιουργός αιτία κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων είναι ταυτόχρονα και βασικός παράγοντας αδυναμίας προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα. Δεύτερη αιτία είναι αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού. Η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα κατέστησε την ανάγκη ων μεταρρυθμίσεων βραχυπρόθεσμα περιττή. Ελλείψει εξωτερικών καταναγκασμών και πληθώρα εσωτερικών εναλλακτικών διαρκούς χρηματοδότησης ελλειμμάτων, οι μεταρρυθμίσεις κατέστησαν φιλολογική συζήτηση. Η μη έγκαιρη υλοποίησή τους δεν είχε άμεσα ορατά αποτελέσματα. Άλλοτε το πολιτικό κόστος και οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, άλλοτε ο μετεωρισμός ανάμεσα σε μεταρρυθμιστική βούληση και πελατειακές εξαρτήσεις και άλλοτε η επικράτηση ενός αλόγιστου κυβερνάν ματαίωσαν την υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων.

Είναι πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη οφείλει να τα αναδείξει.
Μέχρι το δικό μας Epinay δεν μπορούμε και δεν πρέπει να καθόμαστε άπραγοι.

Εpinay και Bad Godesberg για τους σοσιαλιστές


Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Τι επιθυμώ από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη σε αυτές τις εκλογές.


ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΔΗΜ.ΑΡ μαζί με άλλες κινήσεις και συλλογικότητες του ευρύτερου προοδευτικού χώρου σε αυτές τις εκλογές κάνουν ένα μικρό βήμα σε μια πορεία αντίστροφη του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης των πολιτικών δυνάμεων. Είναι η αρχή ενός εγχειρήματος που στόχο έχει τη δημιουργία ενός προοδευτικού πόλου με διακριτό στίγμα, τόσο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ένα εγχείρημα δύσκολο καθώς ο πολιτικός αυτός χώρος είναι κατά κάποιο τρόπο πολύπαθος. Ιστορικά σήκωσε πολύ μεγάλα βάρη στην υπόθεση διάσωσης της χώρας, της αποφυγής της άτακτης χρεωκοπίας και της εξόδου από την ευρωζώνη. Βάρη που δεν του αναλογούσαν  στο σύνολό τους. Στοχοποιήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως μοναδικός υπεύθυνος της κρίσης με τον καταφανώς ψευδή συλλογισμό πως τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι η κρίση τα μνημόνια. Δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί τις επιτυχίες του, δεν κατόρθωσε να υπερβεί τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, δεν κατόρθωσε να πείσει τις κοινωνικές εκείνες δυνάμεις που τον ανέδειξαν σε πλειοψηφικό χώρο ( αθροιστικά) κατά την Μεταπολίτευση και κυρίως δεν κατόρθωσε να επιμερίσει δίκαια τα βάρη της κρίσης με ταχύτερες πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις.

Πέτυχε όμως να κρατήσει τη χώρα όρθια, πέτυχε την αποφυγή μιας άτακτης χρεωκοπίας που θα έθετε σε διακύβευση ακόμη και την γεωπολιτική θέση της χώρας και θα καταβαράθρωνε την κοινωνία σε επίπεδα που δεν μπορούμε να διανοηθούμε. Πέτυχε την αλλαγή ορισμένων όρων του μνημονίου προς πιο ορθολογική και κοινωνική κατεύθυνση άσχετα αν αυτό δεν εκτιμήθηκε από μεγάλο μέρος της κοινωνίας που είχε θαμπωθεί από τα προτάγματα του αντιμνημονίου και τέλος – κάτι που θεωρώ εξόχως σημαντικό- δεν μεταχειρίστηκε σε καμία φάση της κρίσης λόγο λαϊκιστικό, μαξιμαλιστικό, διχαστικό, αντικοινοβουλευτικό, εθνικιστικό και πολωτικό. ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΔΗΜ.ΑΡ με όλες τους τις αδυναμίες, τα λάθη, τις καθυστερήσεις ήταν τα κόμματα εκείνα των οποίων ο λόγος ήταν συνετός, ήρεμος, επεξηγηματικός. Σήμερα μας φαίνονται μακρινές οι μέρες του ύβρεων, των δοσίλογων, των προδοτών, των προπηλακισμών, της πόλωσης και των αντιμνημονιακών καθρεπτακίων για ιθαγενείς όμως αυτά όλα όχι μόνον έλαβαν χώρα αλλά δημιούργησαν και πολιτική δυναμική υπέρ όσων τα χρησιμοποιούσαν.

Σήμερα λοιπόν, μετά την ραγδαία απομάγευση του αντιμνημονίου, μετά την κατάρρευση μύθων και ιδεολογημάτων, μετά την αποδιάρθρωση ετερόκλητων πολιτικών σχηματισμών ήρθε η στιγμή να αρθρώσουμε ξανά λόγο και να διεκδικήσουμε να γίνει πιστευτός. Να ξαναπιάσουμε το νήμα της πολιτικής ιστορίας και να μιλήσουμε για το μέλλον. Υπάρχουν ακόμη σκιές, πικρίες, προσωπικές και πολιτικές διαφορές εντός του ευρύτερου προοδευτικού χώρου όμως αυτές πρέπει να υποχωρήσουν για τον πολύ απλό λόγο πως οι πολίτες ενδιαφέρονται για το μέλλον. Η ιστορία ως αδέκαστος κριτής θα δικαιώσει όσους στάθηκαν όρθιοι και ανέλαβαν την ευθύνη, είτε αυτοί είναι πρόσωπα, είτε κόμματα. Πρέπει όμως να μιλήσουμε για το μέλλον.

Τι θα ήθελα εγώ να ακούσω και να προτείνω.

Πολλά είναι αυτά που θα ήθελα να προτείνω αλλά και περιμένω να ακούσω από τον χώρο αυτόν. Πολλά είναι και αυτά που περιμένει και ο – ας μου επιτραπεί- δικός μας κόσμος να ακούσει. Δικός μας με την έννοια των προοδευτικών δημοκρατών πολιτών που αυτοπροσδιορίζονται ως σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, αριστεροί και κεντρώοι, πολιτικά φιλελεύθεροι και οικολόγοι.

     Θα ήθελα μια ιεράρχηση στόχων. Θέσεις για όλα τα ζητήματα υπάρχουν και κάθε παράταξη οφείλει να παρουσιάζει ένα πλήρες συνεκτικό προγραμματικό κείμενο αλλά στη σημερινή συνθήκη είναι απαραίτητη μια ιεράρχηση στόχων, είναι απαραίτητες οι προτεραιότητες ώστε με συγκέντρωση δυνάμεων να γίνει δυνατή η υλοποίηση απαραίτητων αλλαγών σε κράτος και οικονομία. Όχι μετατροπή της παράταξης σε μονοθεματικό κόμμα όμως συγκεκριμένες προτεραιότητες που θα δίνουν και το στίγμα της.

    Θα ήθελα μία ρεαλιστική αποτίμηση των περιθωρίων ευελιξίας εντός του μνημονιακού προγράμματος ώστε οι όποιες πιθανές αντιπροτάσεις να μην στερούνται ρεαλισμού. Μια γενική κουβέντα περί ισοδύναμων μέτρων δεν είναι πειστική όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία διότι πρώτον δεν υπάρχουν ισοδύναμα που θα ικανοποιήσουν πλήρως τις ανάγκες της δημοσιονομικής προσαρμογής αντικαθιστώντας όλα τα μέτρα και δεύτερον διότι μια τέτοια κουβέντα νομιμοποιεί την απραξία και την ακινησία. Στο όνομα κάποιων ισοδύναμων μέτρων που τελικά δεν λαμβάνονται χτίζονται πολιτικές καριέρες και κόμματα.

     Θα ήθελα να γίνει λόγος ανοιχτά από την παράταξή μου για τη διαγενεακή διάσταση της κρίσης και αυτός να μετουσιωθεί σε δημόσιες πολιτικές. Δεν μπορεί και δεν πρέπει το δημόσιο λόγο να μονοπωλεί η συζήτηση μόνον για το ασφαλιστικό τη στιγμή που η ανεργία των νέων είναι στο 60%. Δεν μπορούμε να συζητάμε γενικά για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου χωρίς να συνδέουμε το ζήτημα με το εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν μπορούμε να αφήσουμε στην τύχη τους τις νέες γενιές διότι για εμάς καμία γενιά δεν πρέπει να χαθεί – πόσο μάλλον οι σημερινοί 20αρηδες.

    Θα ήθελα μια νέα σχέση με το κράτος.  Μείζονα ρόλο στο σχέδιο της κεντροαριστεράς παίζει το κράτος. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι (;) τόσο ξεκάθαρα. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, απαιτείται κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση κ.ο.κ.  Δεν αρκεί να λέμε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα στρεφόμενοι σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ( ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούμε μια ποιο τρόπο μπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η μετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ο στόχος. Σε αυτήν την προσπάθεια η κεντροαριστερά έχει το πλεονέκτημα αλλά και το πρόβλημα. Πλεονέκτημα διότι καταστατικά οφείλει να συνδυάσει ελεύθερη οικονομία και παρέμβαση κράτους με τρόπο ισορροπημένο. Πρόβλημα διότι δεν έχει αυτήν την κουλτούρα, έχει βεβαρημένο παρελθόν.