Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Θα βγάλει ο Αλέξης Τσίπρας τη χώρα από την κρίση; (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 24/8/2015)


Το ερώτημα του τίτλου εφόσον απαντηθεί ικανοποιητικά μπορεί να μετατραπεί σε οδηγό ψήφου για τις προσεχείς εκλογές. Αναμφίβολα είναι απορίας άξιο γιατί το εκλογικό σώμα καλείται εντός οκτώ μηνών να τοποθετηθεί για τρίτη φορά για την πορεία της χώρας μιας και οι συνθήκες στην οικονομία αλλά και σε πολλά άλλα πεδία δεν είναι ιδανικές για τέτοιους τακτικισμούς. Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα κάθε εκλογική αναμέτρηση έχει ορισμένες επιβαρυντικές επιπτώσεις καθώς παραλύουν στην προοπτική διεξαγωγής τους η οικονομία και η δημόσια διοίκηση, παγώνουν οι όποιες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και γενικά υπάρχει στασιμότητα. Σε κρίσιμες ιδιαίτερα περιόδους όπως αυτή που διανύουμε έρχεται να προστεθεί και η πολιτική αβεβαιότητα για να δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σχεδόν μείγμα που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την όποια προοπτική ανάκαμψης.

Είναι αυτά άγνωστα στους κυβερνώντες; Είναι οι συνθήκες ομαλές, διαβιούμε σε καθεστώς κανονικότητας; Έχει ανακάμψει η οικονομία; Προφανώς όχι. Τότε δεν μένει παρά μία κεντρική παραδοχή πως οι κυβερνώντες αγνοούν τις επιπτώσεις, υποεκτιμούν το αποτύπωμα των πολιτικών τους επιλογών στην πραγματική οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και πιθανά δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Με τις συνέπειες του δημοψηφίσματος ακόμη μη αισθητές για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, με τις συνέπειες και τις υποχρεώσεις του σκληρού μνημονίου που ήταν απότοκος της αλλοπρόσαλλης (μη) διαπραγμάτευσης να συνωστίζονται στο τελευταίο τρίμηνο του έτους προσφεύγουν ξανά στις κάλπες με μοναδικό στόχο την επίλυση εσωκομματικών διαφορών. 

Τα ανωτέρω δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ευφυείς τακτικισμοί που παράγουν προωθητικά αποτελέσματα. Αυτό θα ίσχυε αν ήταν ενταγμένα σε ένα συνολικό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης με προγραμματικές επεξεργασίες, προτάσεις που δεν υπάρχει και ποτέ δεν υπήρξε. Είναι μόνον τακτικισμοί που αποσκοπούν στη διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία μακριά από κάθε υπόσχεση, μακριά από την αντιμνημονιακή φυσιογνωμία που τον ανέδειξε σε αξιωματική αντιπολίτευση και κυβέρνηση.

Με ποιο πρόταγμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί όμως ξανά την ψήφο των Ελλήνων; Τι προτείνει, τι υπόσχεται; Με ποιο πολιτικό προσωπικό και ποιες συμμαχίες; Υπόσχεται ότι θα εφαρμόσει τη συμφωνία που μας κρατά στην ευρωζώνη αλλά ταυτόχρονα την καταγγέλλει ως προϊόν ωμού εκβιασμού των εταίρων. Αποβάλλει το αριστερό τμήμα του κόμματος καταγγέλλοντάς το ως ανοιχτά δραχμικό αλλά αποσιωπά πως μαζί αναδείχθηκαν στην εξουσία, πως στην κυβέρνησή του κατείχαν θέσεις σε σημαντικά υπουργεία και πως μόλις προ 2 μηνών υποστήριζαν ακριβώς τα ίδια. Θέλει να μετεξελιχθεί σε ανανεωμένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία/ κεντροαριστερά αλλά διακηρύττει πως η μόνη αξιόπιστη πολιτική δύναμη με την οποία δύναται να συνεργαστεί είναι οι ΑΝΕΛ και πιθανά και το νεοϊδρυθέν κόμμα που μόλις προέκυψε από την διάσπασή του. Μήπως όμως υλοποίησε έστω κάποιες από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του Ιανουαρίου; Άλλαξε τον εκλογικό νόμο; Υλοποίησε έστω μία μεταρρύθμιση που σαν τροχιοδεικτικό θα αποκάλυπτε τις προθέσεις του; Αντιμετώπισε την ανθρωπιστική κρίση; Κατήργησε τον ΕΝΦΙΑ και προχώρησε σε φοροελαφρύνσεις;  Έδωσε 13η σύνταξη; Ενίσχυσε την επιδοματική πολιτική; Τίποτα από όλα αυτά.


Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι πως ζητά απλά μία λευκή εντολή για να κυβερνήσει όπως αυτός θέλει, χωρίς δικλείδες ασφαλείας, χωρίς αντιπολίτευση, χωρίς λογοδοσία και με ταυτόχρονο συγχωροχάρτι για τα πεπραγμένα του επταμήνου. Και σε ό,τι αφορά στα πεπραγμένα και την αποτίμηση αυτών, παρά το γεγονός πως δεν επιδεχόνται διαφορετικής ανάγνωσης, μπορεί κανείς ξεπερνώντας τα να συνεχίσει να πιστεύει στο ΣΥΡΙΖΑ και στον Αλέξη Τσίπρα ως μία μνημονιακή εκδοχή χαρισματικής ηγεσίας. Είναι όμως έτσι; Είναι ο Αλέξης Τσίπρας μια χαρισματική ηγεσία που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης; Και εδώ η απάντηση είναι αρνητική και αφορά και στα δύο σκέλη. Πρώτον ο πρωθυπουργός δεν είναι χαρισματικός ηγέτης και δεύτερον η χώρα δεν μπορεί με αυτό το μοντέλο ηγεσίας να ξεφύγει από το βάλτο της κρίσης. Χρειάζονται μεν χαρισματικοί ηγέτες αλλά ταυτόχρονα πρέπει να συντρέξουν κυρίως άλλες προϋποθέσεις. Θεσμοί, πολιτικό προσωπικό, κόμματα, υιοθέτηση καλών πρακτικών, μεταρρυθμίσεις, σταθερότητα, συνδρομή από την ΕΕ και πολίτες ώριμοι και αποφασισμένοι για αλλαγές.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Ο σοβαρός ΣΥΡΙΖΑ και οι ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 10/8/2015)



Το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή πλεύσης του Αλέξη Τσίπρα την επαύριο του δημοψηφίσματος, όπου το όχι μετατράπηκε σε ναι εντός λίγων ωρών, διαφαίνεται μία προσπάθεια διαχωρισμού του κυβερνώντος σχήματος. Γίνεται λόγος για μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σοβαρό κεντροαριστερό κόμμα που απαλλαγμένο πλέον από τα αδιέξοδα της πολυτασικής δομής του, χωρίς αποκλίνουσες στρατηγικές στα μείζονα θα είναι ικανό να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Θα μετατραπεί σε ένα κόμμα που θα κλείσει μία συμφωνία με τους εταίρους και θα είναι ικανό να την εφαρμόσει ώστε να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης.

Αυτή η ανάλυση έχει συγκεκριμένη στόχευση. Αποσκοπεί στη δημιουργία μιας θελκτικής πολιτικής και κομματικής δύναμης που θα προσελκύσει τις ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του προοδευτικού χώρου πού είτε στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές είτε όχι, σίγουρα απομακρύνθηκαν από αυτόν με τους χειρισμούς του τελευταίου εξαμήνου με αποκορύφωμα τις εξελίξεις του Ιουλίου. Στοχεύει στην προσέλκυση στελεχών, συλλογικοτήτων ακόμη και κομμάτων ώστε να αντλήσει από αυτά το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο ώστε να αποκτήσει το κυβερνητικό σχήμα μια στοιχειώδη επάρκεια στο κυβερνητικό ζήτημα. Το αδιέξοδο της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτή σχηματοποιήθηκε από το 2012 έως σήμερα είναι κραυγαλέο, οι δε ανεπάρκειές του καταφανείς σχεδόν σε όλα τα πεδία και πέραν της οικονομίας όπου είναι το μείζον. Μερικά μόνο πεδία εν είδη παραδείγματος – ανεπάρκεια στο μεταναστευτικό όπου θεωρητικά ήταν προνομιακός χώρος, ανεπάρκεια στα της δημόσιας διοίκησης, στα ζητήματα κοινωνικού κράτους – υγείας, στην παιδεία και ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια, στην εξωτερική πολιτική με αλλοπρόσαλλους χοντροκομμένους τακτικισμούς. Όχι μόνον μηδέν εις το πηλίκο αλλά και ζημίες κοστοβόρες, υποχωρήσεις και οπισθοδρόμηση.

Υποστηρίζεται από πολλούς πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετεξελιχθεί σε ένα κόμμα φιλοευρωπαϊκό, μεταρρυθμιστικό, προοδευτικό. Ότι θα προωθήσει τις μεγάλες και από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές σε κράτος και οικονομία εντός ενός ασφυκτικού δημοσιονομικού πλαισίου για το οποίο εν πολλοίς είναι ο ίδιος υπεύθυνος. Για να υποστηριχθεί αυτή η προοπτική και λόγω ελλείψεων επιχειρημάτων αλλά και πραγματολογικών στοιχείων επιστρατεύεται η όψιμη αντίθεση του πρωθυπουργού και της ηγετικής του ομάδας με το δραχμικό εκείνο τμήμα του κόμματός του, την αριστερή πλατφόρμα και ορισμένα πρωτοκλασάτα στελέχη μέλη μέχρι πρότινος του υπουργικού συμβουλίου. Αποσιωπάται εντέχνως βέβαια πως όλοι αυτοί ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ, προσωπικές επιλογές του πρωθυπουργού και σε θέσεις κομβικές.

Το άλμα λογικής που επιχειρείται ( σχεδόν βιασμός της) είναι ο εξής συλλογισμός. Η διαφοροποίηση του πρωθυπουργού και όσων τον ακολουθήσουν είναι πέραν από απαραίτητη, ικανή συνθήκη πετυχημένης διακυβέρνησης – εχέγγυο ευρωπαϊκής πορείας και σοσιαλδημοκρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και μεταρρυθμισμού.

Λυπάμαι αλλά δεν είναι.

Η οβιδιακή αυτή μεταμόρφωση – μετεξέλιξη-  δεν μπορεί να γίνει πιστευτή διότι πολύ απλά δεν είναι εφικτή. Ένα κόμμα στον πυρήνα του μετακομμουνιστικό με προσθήκες  κρατιστών, συνδικαλιστών παλαιάς κοπής και στελεχών του παλαιού πολιτικοκομματικού συστήματος δεν μπορεί να υπερβεί τις ιδρυτικές και καταστατικές τους συντεταγμένες. Στην καλύτερη των περιπτώσεων η μετεξέλιξη αυτή θα είναι εικονική και ψευδεπίγραφη. Θα αφορά στο σχήμα και όχι στο περιεχόμενο, στο ύφος και όχι στην ουσία, στο περιτύλιγμα και όχι στο έρμα. Στην καλύτερη περίπτωση θα έχουμε ένα κόμμα που θα κληρονομήσει τις κατεστημένες δομές του μεταπολιτευτικού παραδείγματος σε οικονομία, κράτος και πολιτικό σύστημα τη στιγμή που το επίδικο είναι η υπέρβασή τους. Είναι δε τέτοια η ποιότητα του κομματικού αυτού σχήματος που αν και έχει ενσωματώσει και αναπαράγει σε βαθμό τοξικό κάθε παθογένεια της Μεταπολίτευσης δεν προσεγγίζει τίποτα από τις θετικές αυτής παρακαταθήκες.

Η χώρα χρειάζεται επειγόντως μία πολιτική δύναμη με αυθεντικά φιλοευρωπαϊκά, μεταρρυθμιστικά, προοδευτικά χαρακτηριστικά. Μια δύναμη λαϊκή αλλά όχι λαϊκιστική που θα διεκδικήσει την έκφραση των άστεγων αλλά υπαρκτών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που ασφυκτιούν στο υπάρχον σκηνικό. Μια δύναμη που έχει το πολιτικό προσωπικό, έχει τις προγραμματικές επεξεργασίες, έχει το όραμα και τη θέληση και κυρίως έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει τη χώρα σε μία σταθερότητα και σε προοπτική ανάπτυξης. Το μόνο που δεν έχει – και είναι σημαντική υστέρηση αυτή – είναι το σχήμα και το πρόσωπο που θα ηγηθεί. Οφείλουμε να τα βρούμε.