Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Διπλό κόστος και συνεχιζόμενη αδυναμία (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 21/7/2015)

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο που κανείς δεν θα φανταζόταν  προ έξι μηνών, έχοντας μόλις αποφύγει τα χειρότερα και ατενίζοντας το μέλλον με ανασφάλεια καθώς οι δυσκολίες είναι γνωστές και πανθομολογούμενες.  Μετά από την παρωδία της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης η χώρα έφτασε στο χείλος της αβύσσου, η ηγεσία είδε κατάματα το χάος και αναδιπλώθηκε αλλά οι συνέπειες αυτής της πορείας είναι μη αναστρέψιμες. Το κόστος της κυβερνητικού αυτού εξαμήνου είναι τρομακτικά μεγάλο και θα έλεγε κανείς ότι είναι διπλό.

Το μετρήσιμο κόστος των κυβερνητικών επιλογών αποτυπώνεται στην οικονομία. Σε αυτό το διάστημα έλαβε χώρα ένας βανδαλισμός της ελληνικής οικονομίας υπεράνω κάθε φαντασίας. Ανατράπηκε η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και προβλέπεται βαθιά διετής ύφεση, με ό,τι και αν αυτό σημαίνει για την απασχόληση και τα δημοσιονομικά. Τρώθηκε η τραπεζική πίστη καθώς τις συνεχιζόμενες εκροές κεφαλαίων ακολούθησε το πολυήμερο κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή ελέγχων κεφαλαίων. Χρησιμοποιήθηκαν όλοι οι πόροι για να στηριχθεί η δήθεν διαπραγμάτευση, όλα τα αποθεματικά δημοσίων οργανισμών με  αποτέλεσμα  το κράτος να λειτουργεί στα όρια της κατάρρευσης, αδύναμο να αντιμετωπίσει έκτακτες συνθήκες και να παρέχει στοιχειώδεις υπηρεσίες. Εξανεμίστηκαν οι όποιες πιθανότητες εξόδου της χώρας στις αγορές και μετατέθηκε αυτός ο στόχος στο καλύτερο σενάριο κατά δύο με τρία χρόνια αργότερα. Τα δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την επαναφορά της χώρας σε μία στοιχειώδη ομαλότητα εντός προγράμματος είναι βαριά. Εξανεμίστηκε με περισσή ευκολία ένα σημαντικό κεφάλαιο αξιοπιστίας της χώρας που με κόπο και πόνο κατάφερε να συγκεντρώσει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία πέντε χρόνια. Για πρώτη φορά το Grexit βρέθηκε στον επίσημο λόγο της Ευρωζώνης και η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστη επιλογή. Μέσα σε έξι μήνες η προοπτική εξόδου από την κρίση αντικαταστάθηκε από συζητήσεις προσφοράς ανθρωπιστικής βοήθειας στους Έλληνες ( φάρμακα, τροφή, καύσιμα), γεγονός που συμπυκνώνει και αποτυπώνει όλη την αλήθεια. Ένα εξάμηνο που κατέστησε τη χώρα στα μάτια πολλών ένα κραυγαλέο παράδειγμα failed state, αποδυνάμωσε την θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την οδήγησε στη χλεύη κρατών και εθνών πολύ μικρότερων, πολύ φτωχότερων και προσφάτως ενταγμένων.

Όμως πέραν του μετρήσιμου οικονομικού κόστους υπάρχει και το μη μετρήσιμο. Υπάρχει ένα κόστος που δεν αποτυπώνεται με οικονομικούς δείκτες αλλά παρόλα αυτά επηρεάζει αρνητικά την προοπτική ανάκαμψης. Μετά από πέντε χρόνια συνεπούς και οργιώδους προσπάθειας εγκαθίδρυσης της διαιρετικής τομής μνημόνιο – αντιμνημόνιο σήμερα, με ένα νόμο και ένα άρθρο, ζητείται από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος να αυτοακυρωθεί πολιτικά. Μετά μάλιστα την δημοψηφισματική απόρριψη της λιτότητας και  χωρίς καμιά προετοιμασία οποιουδήποτε επόμενου βήματος επιχειρείται μια άτσαλη στροφή στο ρεαλισμό που λογικά από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος εκλαμβάνεται είτε ως προδοσία είτε ως συνθηκολόγηση. Είναι δυνατόν η πενταετής γαλούχηση που κορυφώθηκε προ δέκα ημερών να μετατραπεί σε κοινωνική στήριξη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και αλλαγών; Είναι εφικτή η απομάγευση και η εκλογίκευση σε καθεστώς εντεινόμενης οικονομικής πίεσης; Ποιες οι πιθανότητες επιτυχίας του τρίτου προγράμματος όταν δια στόματος πρωθυπουργού γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις που δεν πιστεύει, για πρόγραμμα που είναι προϊόν εκβιασμού;


Μέσα από αυτούς τους ακροβατισμούς και τους μετεωρισμούς πολλοί διαβλέπουν τη μεταστροφή του κυβερνώντος κόμματος σε πιο ρεαλιστικές θέσεις και σε μία κεντροαριστερή τροχιά. Αγνοούν τα ανωτέρω προβλήματα και προσπερνούν, ως μη οφείλουν, πως ακόμη και ένας ΣΥΡΙΖΑ απαλλαγμένος από τις κομμουνιστικές και αριστερόστροφες πτέρυγές του θα παραμείνει ένα κόμμα βαθιά κρατικιστικό, αντιμεταρρυθμιστικό, λαϊκιστικό και εργαλειακά ευρωπαϊκό – επί της ουσίας ευρωσκεπτικιστικό κόμμα. Η μεταμόρφωσή του σε σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά θα είναι ψευδεπίγραφή και εικονική. Περισσότερο θα μοιάζει κληρονόμος μιας βιωμένης αλλά ξεπερασμένης εμπειρίας και αντίστοιχων αντιπαραγωγικών δομών σε κράτος και οικονομία παρά μια προωθητική επανίδρυση του προοδευτικού χώρου. Ο ανασχηματισμός άλλωστε το βεβαιώνει.