Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

Πότε θα βάλουμε μυαλό; ( άρθρο για την Karfitsa.gr της 7/11/2015 )


Η κρίση με τη μορφή που την ξέρουμε ξέσπασε το 2010 όταν ο δανεισμός κατέστη απαγορευτική επιλογή για την Ελλάδα. Σήμερα τελειώνει το έκτο κατά σειρά έτος που βρισκόμαστε σε καθεστώς μνημονικών πολιτικών, έχοντας μπροστά μας την εφαρμογή ενός τρίτου πιθανά αχρείαστου προ ενός έτους μνημονίου, ιδιαιτέρως σκληρού, διάρκειας τριών ετών. Βέβαια αξίζει να θυμόμαστε πως σε ύφεση η οικονομία βρέθηκε το 2008 αλλά και το 2009, οπότε αν ορίσουμε το σημείο εκκίνησης της προβληματικής κατάστασης τότε θα μετρήσουμε οκτώ χρόνια δυσπραγίας.

Σε αυτά τα δεδομένα αν προσθέσουμε την εκτίμηση της εταιρείας Prognos AG, τις μελέτες της οποίας δημοσιεύει κατά αποκλειστικότητα η γερμανική εφημερίδα Die Welt, πως το 2034 θα επιστρέψει το ΑΕΠ της χώρας στο επίπεδο προ της κρίσης και το ποσοστό ανεργίας θα κατέβει στο 10% μετά από 25 χρόνια, τότε καταλαβαίνουν οι πάντες πως το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο. Θα αντιτείνει κανείς πως τέτοιες εκτιμήσεις και προβλέψεις είναι ιδιαιτέρως επισφαλείς καθώς κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει επακριβώς τις εξελίξεις όμως δεν παύουν να σκιαγραφούν ενδεχόμενα και δυνατότητες.


Με αυτά ως δεδομένα, αν δούμε τον δημόσιο διάλογο και τα ζητήματα τα οποία κυριαρχούν, αν παρατηρήσουμε την φτώχεια των επιχειρημάτων, την απουσία σχεδίου, την πολιτικολογία, την ανακύκλωση προσώπων και ιδεοληψιών που επουδενί δεν μπορούν να κινητοποιήσουν πολίτες και πόρους προς μια κατεύθυνση τότε διαπιστώνουμε πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δραματικό αδιέξοδο.


Πολίτες και ελίτ πρέπει άμεσα να κατανοήσουν πως η εξίσωση δεν λύνεται αν δεν αλλαχθούν οι όροι της. Η πολιτική πλατφόρμα του αντιμνημονίου εκτόνωσε την πολιτική και κοινωνική πίεση για ένα πολύ σύντομο, όπως θα αποδειχθεί, διάστημα μεν αλλά επιβάρυνε δυσανάλογα όλα τα υπόλοιπα πεδία. Το γεγονός πως τα προτάγματά της διαψεύστηκαν στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα πέραν της σοβαρότατης ζημιάς στην οικονομία μπορεί να οδηγήσουν σε έναν κυνισμό άνευ προηγουμένου. Αυτή η βίαιη απομάγευση και η ματαίωση μπορεί να τροφοδοτήσει τα άκρα, μπορεί να απαξιώσει ακόμη περισσότερο θεσμούς και πολιτικό σύστημα και εν τέλει να οδηγήσει σε μία συνολική κατάρρευση καθώς ο συγχρονισμός όλων των πιθανών αρνητικών εκφάνσεων δεν είναι διαχειρίσιμος.

Η συλλογική συνειδητοποίηση της κατάστασής μας είναι το πρώτο και σταθερό βήμα για μια προσπάθεια ανασυγκρότησης. Το παιχνίδι αυτό δεν είναι εύκολο αλλά δεν είναι και χαμένο. Η έκβασή του είναι ανοιχτή. Σε κάθε επίπεδο και σε κάθε πεδίο υπάρχει χώρος και υποχρέωση διαρκούς προσπάθειας. Σε επίπεδο κοινωνίας, στο εσωτερικό των κομμάτων, εντός της κρατικής μηχανής και της δημόσιας διοίκησης, εντός των οικογενειών αλλά και άλλων συλλογικοτήτων οφείλουν όσοι συμμερίζονται τέτοιες ανησυχίες να πείσουν. Να συγκρατήσουν την απογοήτευση και την διογκούμενη οργή και να την διοχετεύσουν σε κανάλια επωφελή. Αυτή η προσπάθεια είναι πέρα και πάνω από το μνημόνιο καθώς το τελευταίο είναι μια οριακή – ίσως και ατελής- συνθήκη παραμονής μας στον δυτικό κόσμο. Χρειαζόμαστε πολλά περισσότερα και μόνον από ίδιες δυνάμεις θα επέλθει η αντιστροφή της παρακμιακής πορείας μας.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το ζήτημα των ισοδυνάμων (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 28/10/2015)

Από την αρχή της κρίσης αλλά κυρίως από το 2012 ο όρος “ισοδύναμα” έχει εγκατασταθεί στο δημόσιο λόγο. Μόνον η είσοδος αυτού του όρου, μόνον η σκέψη πως είναι αναγκαία μία στοιχειωδώς συγκεκριμένη και επεξεργασμένη πρόταση προς ταυτόχρονη επίλυση του δημοσιονομικού προβλήματος και ανακούφιση των πιο αδύναμων συνιστά πρόοδο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης το ελληνικό πολιτικό σύστημα κατέφευγε σε δανεισμό προς ικανοποίηση δημοσιονομικών αναγκών και διαρκή ενσωμάτωση στο κράτος διαφόρων αιτημάτων συντεχνιακής φύσης. Εξυπηρετούσε τη μερικότητα συμφερόντων έναντι του δημοσίου συμφέροντος, καθώς ήταν κεντρικός ο ρόλος των ομάδων συμφερόντων και των ομάδων πίεσης στην οικονομική μηχανική της μεταπολίτευσης και τις κοινωνικές λειτουργίες αυτής. Η ευκολία πρόσβασης σε φθηνό δανεισμό ήρε κάθε εξωτερικό και εσωτερικό καταναγκασμό και έδωσε την ευχέρεια αλόγιστων δαπανών σε κάθε κυβέρνηση παρά τους χαλαρούς περιορισμούς του συμφώνου σταθερότητας. Η ικανοποίηση αιτημάτων με ρυθμίσεις που αφορούσαν ολόκληρες ομάδες συνέβαλε σε αυτό, που δίκαια ονομάστηκε κατακερματισμένο θεσμικό συνονθύλευμα και αφορά το κράτος και τη μειωμένη ικανότητά του να σχεδιάσει στρατηγικά δημόσιες πολιτικές.
Η άκριτη ενσωμάτωση πληθώρας αιτημάτων στο κράτος με τη μορφή προνομιακής μεταχείρισης και ευνοϊκών ρυθμίσεων διαμόρφωσε σχεδόν ένα αδιαπέραστο πλέγμα συμφερόντων, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το πολιτικό κόστος αλλαγής πολλαπλάσιο αυτού της στασιμότητας.
Η απώλεια αυτής της ευχέρειας εντός του μνημονίου, όπου η δημοσιονομική πολιτική είναι σφιχτή και σχεδιάζεται με μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, έφερε την έννοια των ισοδυνάμων. Τα περισσότερα κόμματα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού εισήγαγαν αυτή τη διάσταση στα προγράμματά τους προσπαθώντας να προτείνουν εναλλακτικά μέτρα, δικαιότερα και αποτελεσματικότερα, έναντι αυτών του μνημονίου. Βέβαια τα αντιμνημονιακά κόμματα δεν μπήκαν καθόλου ούτε σε αυτή τη βάσανο, μιας και εκτιμούσαν πως με το πλεόνασμα του πολιτικού βολονταρισμού τους και το ηθικό πλεονέκτημά τους έναντι των “προδοτών” θα γέμιζαν τα δημόσια ταμεία και ως άλλοι Ναζωραίοι θα τάιζαν με τρία ψωμιά και πέντε ψάρια όλη την κοινωνία. Σήμερα όλοι πλέον αποδέχονται επί της αρχής τη λογική των ισοδυνάμων και κόπτονται για την εύρεση των καταλληλότερων.
Θα περίμενε κανείς, εφόσον η λογική των ισοδυνάμων είναι κοινά αποδεκτή σχεδόν από το σύνολο του δημοκρατικού κομματικού τόξου, έστω και τώρα -με καθυστέρηση τεσσάρων ετών- να προωθηθούν ορισμένα προς αντικατάσταση άλλων καταφανώς άδικων ρυθμίσεων. Εδώ όμως βρίσκονται ο πυρήνας του προβλήματος και η γενεσιουργός αιτία της ακινησίας.
Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά, εάν εφαρμοστούν, θα ανατρέψουν τις προνομιακές ρυθμίσεις ομάδων πίεσης, ομάδων συμφερόντων και συντεχνιών. Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά ξηλώνουν όλο το άδικο κοινωνικό πλέγμα και επιβαρύνουν όσους μέχρι σήμερα κατάφερναν να προστατευτούν μέσω της αυξημένης πολιτικής επιρροής. Ισοδύναμα υπάρχουν, αλλά, εάν εφαρμοστούν, θα συμπαρασύρουν τον τρόπο με τον οποίο δομούνται και συνέχονται τα κόμματα εξουσίας, θα αλλάξουν συθέμελα το πολιτικό σύστημα και ενδεχομένως και τη δημόσια διοίκηση.
Υποσύνολο των αναγκαίων μεγάλων αλλαγών σε κράτος και οικονομία είναι η εφαρμογή των ισοδυνάμων που κατανέμουν δικαιότερα τα βάρη αλλά και τα όποια μελλοντικά οφέλη. Η αέναη συζήτηση που γίνεται για την ανάγκη μεταρρυθμίσεων είναι πλην εξαιρέσεων προσχηματική. Κανείς δεν θέλει να πάρει ξεκάθαρη θέση υπέρ τους, διότι θα μεταβάλει παγιωμένες καταστάσεις. Πόσο δε μάλλον όταν σήμερα πλειοψηφούν δυνάμεις ιδεοληπτικές, αποκομμένες από κάθε ευρωπαϊκή και διεθνή πραγματικότητα, πιστές σε σχήματα και δόγματα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Παράδειγμα για τα ανωτέρω η επιβολή ΦΠΑ στην εκπαίδευση και η παρωδία επιβολής και κατάργησής του. Οι επιλογές, όπως αυτές σχηματοποιήθηκαν μέσα από τη διαπραγμάτευση, ήταν δύο, με την εναλλακτική να αφορά την επιβολή ΦΠΑ στο μοσχαρίσιο κρέας. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο προτιμήθηκε η επιβάρυνση της εκπαίδευσης, παρότι η εκπαίδευση εν γένει αποτελεί το καλύτερο εργαλείο ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, το αποτελεσματικότερο μονοπάτι αποφυγής της φτώχειας. Αντί αυτής μοσχαρίσιο κρέας. 

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Σοσιαλδημοκρατία εξηντάρηδων και περιφέρειας ή ζώσα προοδευτική παράταξη; (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 28/9/2015)


Το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης σε αυτές τις εκλογές κρίθηκε μερικώς επιτυχημένο. Ανέκοψε την πορεία του χώρου προς την πλήρη εξαφάνιση και εξαέρωση, διέσωσε τη δυνατότητα διατύπωσης διαφορετικού πολιτικού λόγου από εκείνον του ΣΥΡΙΖΑ, συνένωσε δυνάμεις πέραν του ενός κόμματος σε μια αντίστροφη πορεία των συνεχόμενων διασπάσεων και διαφοροποιήσεων, υπερέβη ιστορικής φύσης προφάσεις ακινησίας και έκανε μία αρχή. Μόνον αν αντιμετωπιστεί ως ένα σημείο εκκίνησης υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας. Ούτε καν σαν βάση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί διότι ο στόχος ( πρέπει να) είναι πολύ μακριά από την παροντική επιρροή στην κοινωνία. Οι περισσότεροι αναγνωρίζουν πως τα σημερινά εκλογικά όρια της κεντροαριστεράς απέχουν παρασάγγας από τα αντίστοιχα της Ευρώπης και από τα εκείνα του πρόσφατου παρελθόντος. Βέβαια τα εκλογικά ποσοστά της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αν αναλυθούν στοιχειωδώς θα δείξουν ολοφάνερα τις προκλήσεις, τις προτεραιότητες και την ιεράρχηση των ζητημάτων που πρέπει να γίνει στο χώρο αυτό.

Η πραγματικότητα του εκλογικού αποτελέσματος δείχνει με τρόπο αδιαμφισβήτητο πως η Δημοκρατική Συμπαράταξη και ο ευρύτερος χώρος που εκπροσωπεί αυθεντικά, είναι δραματικά μειοψηφικός στις νέες ηλικίες και τρίτη δύναμη στους άνω των 55ετών. Επίσης δείχνει μια γεωγραφική διαφοροποίηση με την περιφέρεια να δίνει την τρίτη θέση αλλά τα αστικά κέντρα να μην ακολουθούν. Ιδιαίτερα δε στις ηλικίες 18-24 η επιρροή του χώρου ανέρχεται περίπου στο 2% και στις ηλικίες 25 – 34 στο 4%.  Στους άνεργους και στους φοιτητές 3% και 1,5% αντίστοιχα. Μόνο με αυτό ως δεδομένο γίνεται αντιληπτή η τεράστια πρόκληση για την κεντροαριστερά.

Δεν χρειάζεται κανείς πολυσύνθετες αναλύσεις για να καταλάβει πως το μέλλον του εγχειρήματος περνά μέσα από τη σχέση του και με αυτές τις κατηγορίες του εκλογικού σώματος. Η στρατηγική που θα επιλεγεί το αμέσως επόμενο διάστημα οφείλει να απαντά σε αυτή την πρόκληση. Εάν το εγχείρημα δημιουργίας ενός ισχυρού σοσιαλδημοκρατικού προοδευτικού πόλου περιοριστεί στη διαχείριση του εκλογικού αποτελέσματος, στη διάσωση κομματικών μηχανισμών, στην επανεπιβεβαίωση στερεοτύπων, στη δικαίωση προσωπικών επιλογών, το αποτέλεσμα θα φανεί σύντομα και θα είναι απογοητευτικό.

 Οφείλει ο προοδευτικός χώρος να απαλλαγεί από το δικαιολογημένο καημό της δικαίωσης των επιλογών του. «Τα κόμματα που δεν αλλάζουν πεθαίνουν, κι αυτό το κόμμα ( στην περίπτωσή μας - χώρος) είναι ένα ζωντανό κίνημα, όχι ένα ιστορικό μνημείο» όπως είχε πει ο Τόνι Μπλερ το μακρινό 1994 -φράση που θα μπορούσε να έχει πει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, ακόμη και ο Κώστας Σημίτης αλλά και ο Γιώργος Παπανδρέου σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και στιγμές. Οι κοινωνίες ψηφίζουν με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Τι πρέπει να γίνει; Η απάντηση σε αυτήν την πρόκληση αγγίζει πολλές πτυχές. Αφορά κυρίως πολιτικές, οργανωτικές δομές και πρόσωπα. Τρία πεδία τα οποία συμφύονται και δεν μπορούν να δώσουν προωθητικές απαντήσεις αν επιχειρηθεί ξεχωριστή αντιμετώπιση. Οι δημόσιες πολιτικές της κεντροαριστεράς πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη διαγενεακή διάσταση της κρίσης. Να συνδεθούν με την προσδοκία της νέας γενιάς για εργασία, δημιουργία και ταυτόχρονα μέσω αυτής της διαδικασίας να προχωρήσει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Να προταχθούν λύσεις για το σύνθετο πρόβλημα των αστικών στρωμάτων που επλήγησαν δυσανάλογα από την κρίση λόγω κατάρρευσης του προηγούμενου παραγωγικού μοντέλου. Τα πρόσωπα πρέπει να κομίζουν φρεσκάδα, λεξιλόγιο σύγχρονο κοντά στους νέους και στις παραγωγικές ηλικίες. Να έχουν εικόνα της ζωής και των προκλήσεων των outsiders, να μπορούν να μιλήσουν ξανά σε λαϊκές περιοχές με ομιλίες για τους πολλούς, με ενσυναίσθηση που δεν θα εκφυλίζεται όμως σε λαϊκισμό. Να υπάρξει γενναία ανανέωση της ανθρωπογεωγραφίας με μερικά βήματα προς τα πίσω των παλιών. Τέλος οργανωτικά, δεν μπορεί παρά μέσα από ένα ελληνικό ‘’Επινέ’’ ο χώρος να βαδίσει στο δρόμο της ίδρυσης ενός νέου κόμματος με δημοκρατικές διαδικασίες, ενός κόμματος των μελών. 

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Σάμι Γαράιμπε - άρθρο στην Κυριακατικη Μακεδονία 27/9/2015 ''Νέα Δημοκρατία: ή αλλάζει ή βουλιάζει''

Παρά την επτάμηνη καταστροφική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά τους ερασιτεχνισμούς και τα φτηνά παιχνίδια της, παρόλη την αποτυχία της διαπραγμάτευσης, του κλεισίματος των τραπεζών και της τεράστιας εκτίναξης του κόστους ενός νέου αχρείαστου μνημονίου, η Νέα Δημοκρατία ηττήθηκε στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου. Όταν χάνεις, είτε κοιτάς κατάματα την ήττα σου γι’ αυτό που πραγματικά είναι και με αμείλικτη ειλικρίνεια εντοπίζεις τα λάθη σου προκειμένου να τα διορθώσεις, είτε αναλώνεσαι σε «πολιτικά ορθές» κοινοτοπίες, οι οποίες μπορεί να είναι καλές για  παρηγοριά, αλλά δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα στην προοπτική ανάκαμψής σου.

Δυστυχώς, το δεύτερο φαίνεται να έκανε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την επίσημη ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος να είναι ότι «η Νέα Δημοκρατία διατήρησε τις δυνάμεις της». Η Νέα Δημοκρατία δεν διατήρησε καθόλου τις δυνάμεις της. Το ποσοστό του 28% δεν μπορεί να πιστώνεται ολόκληρο στον σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων που θα στήριζαν ανεπιφύλακτα την σημερινή Νέα Δημοκρατία. Το 28% δεν οφείλεται σε ανθρώπους που εμπνεύστηκαν να ψηφίσουν ΝΔ.  Σε αυτό περιλαμβάνεται ένα ισχυρό ρεύμα αντισυριζαϊσμού το οποίο μετακινήθηκε στρατηγικά στη ΝΔ μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από την χειρότερη κυβέρνηση που γνώρισε ο τόπος μεταπολιτευτικά. Οι άνθρωποι που έδωσαν στη ΝΔ την «αξιοπρεπή» της εμφάνιση στις εκλογές δεν είναι στο τσεπάκι κανενός και θα φύγουν πρώτοι, αν δεν δουν το κόμμα αυτό να αλλάζει ριζικά ως προς τη νοοτροπία, την οργάνωση και τη στελέχωσή του. Αν επιτραπεί κάτι τέτοιο να γίνει, τότε πανεύκολα θα δούμε το 28% να μετατρέπεται σε 15%, αλλά τότε θα είναι αργά για δάκρυα.

Σε προηγούμενό μου άρθρο έγραψα ότι η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει ενεργητικά να παρέμβει στα δημόσια πράγματα για να αλλάξει την Ελλάδα, χαράσσοντας και πάλι μεγάλες εθνικές πολιτικές. Η εκλογική της ήττα δείχνει ότι δεν θα μπορέσει να αλλάξει την Ελλάδα, αν δεν αλλάξει πρώτα τον εαυτό της. Δραματικά.

Ο κομματικός μηχανισμός της Νέας Δημοκρατίας στην παρούσα του μορφή είναι απροσπέλαστος για τη συντριπτική πλειοψηφία των φίλα προσκείμενων σε αυτήν πολιτών. Ανεξάντλητες εφεδρείες νέων ανθρώπων, επιστημόνων, στελεχών επιχειρήσεων και άλλων αξιόλογων ατόμων παραμένουν άγνωστες και αναξιοποίητες από τις επίσημες δομές του κόμματος. Τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης για μη εκλεγμένα κομματικά στελέχη είναι μηδαμινά. Οι Τοπικές Οργανώσεις, οργανωτικά απολιθώματα περασμένων δεκαετιών, συγκαλούνται μια φορά το χρόνο για κοπή πίτας με φόντο το κάδρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ οι Νομαρχιακές Διοικήσεις συνεδριάζουν πίσω από κλειστές πόρτες.


Οι ρυθμοί ανανέωσης του πολιτικού προσωπικού της Νέας Δημοκρατίας είναι εξαιρετικά αργοί σε μία εποχή που η ελληνική κοινωνία απαιτεί από τα ελληνικά κόμματα μαζική εισροή νέου αίματος. Η ΟΝΝΕΔ, βασικός μηχανισμός ανάδειξης νέων ανθρώπων σε προηγούμενες δεκαετίες, κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε αποστακτήριο μετριοτήτων βραδείας καύσης με περιορισμένη δυνατότητα επηρεασμού του ύφους, της στρατηγικής και της πορείας του κόμματος.

Αν θέλει η Νέα Δημοκρατία να παραπέμπει σε σύγχρονη ευρωπαϊκή κεντροδεξιά και να μη ζήσει ένα déjà vu αυτού που της συνέβη το 1981, θα πρέπει:
 - να ρίξει ουσιαστικές γέφυρες επικοινωνίας με τις αποξενωμένες ηλικίες μεταξύ 20 και 35
 - να δώσει βήμα έκφρασης και συμμετοχής σε νέους, άγνωστους στο ευρύ κοινό ανθρώπους
- να εγκαταλείψει τις βαρονίες και τις συνεννοήσεις κλειστών δωματίων που δεν αφορούν κανέναν έξω απ’ αυτά
- να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και ύφος της
- να απεξαρτηθεί από τη νοοτροπία «τήρησης εσωκομματικών ισορροπιών» μεταξύ στελεχών-φεουδαρχών
- να αναδείξει νέα, ως προς την ηλικία και νοοτροπία, ηγεσία με φιλελεύθερη πολιτική ατζέντα που να μπορεί να κάνει πράξη όλα τα παραπάνω

Η εναλλακτική ισοδυναμεί με μακρά πολιτική ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα και του κόμματός του στην πολιτική ζωή του τόπου με απρόβλεπτες για τη χώρα συνέπειες.

Ο Σάμι Γαράιμπε είναι πολιτικός επιστήμονας - διεθνολόγος

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Το στοίχημα της κεντροαριστεράς ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 15/9/2015)


Εναλλακτικός τίτλος του άρθρου - γιατί στηρίζω Δημοκρατική Συμπαράταξη και είμαι υποψήφιος.

Τα κυρίαρχα ρεύματα που έρχονται από την νεοελληνική ιστορία είναι δύο – η διατήρηση του προνομιακού δεσμού της χώρας με τη Δύση και από την άλλη, ένα κοινωνικό ρεύμα που, επίσης, έρχεται από μακριά έχει ως επίκεντρο το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Τα δύο ρεύματα τα εξέφρασε διαχρονικά η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, η κεντροαριστερά με την ευρεία του όρου έννοια. Όχι το ένα σε βάρος του άλλου. Προνομιακή στάση της κεντροαριστεράς υπέρ του ενός έναντι του άλλου την καθιστά αδύναμη, πολιτικά και κοινωνικά ακροτηριασμένη.

Η παράταξη αυτή, με όλα τα ιστορικά της λάθη, τις αστοχίες πολιτικών και την μειωμένη αξιοπιστία ορισμένων προσώπων, είναι αυτή που κράτησε τη χώρα όρθια, απέτρεψε την άτακτη χρεοκοπία και την καταβύθιση της κοινωνίας σε επίπεδα αδιανόητα. Αποσόβησε την γεωπολιτική περιδίνηση, ιεραρχώντας ως σημαντικότερη την τύχη της Ελλάδας από αυτή της παράταξης, ιεράρχηση όχι αυτονόητη για άλλους πολιτικούς χώρους. Είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό σε κάθε φάση της κρίσης. Οι σχηματισμοί που σήμερα συναπαρτίζουν το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, ο καθένας με το δικό του αξιακό και ιδεολογικό φορτίο, με τις δικές του επεξεργασίες, με τον δικό του ιδιαίτερο πολιτικό λόγο είπε την αλήθεια στον ελληνικό λαό και σήκωσαν βάρη δυσανάλογα των ευθυνών τους.

Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος του λεγόμενου μπλοκ δυνάμεων του αντιμνημονίου. Το αντιμνημόνιο – το μεγαλύτερο και ίσως πιο καταστροφικό πολιτικό ιδεολόγημα- σε καμία φάση της κρίσης δεν μπόρεσε να μετουσιωθεί σε θετική πρόταση διακυβέρνησης. Συνένωνε ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες και αιτήματα, ανέδειξε κόμματα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από το περιθώριο, ποτέ όμως δεν συνιστούσε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ήταν μια ρηχή στρατηγική με στόχο την εξουσία και όχι την υπέρβαση της κρίσης. Η πίεση δε που άσκησε στις προοδευτικές δυνάμεις ήταν τεράστια καθώς απονομιμοποίησε κάθε πρόταση, κάθε εγχείρημα και κάθε μετριοπαθή λόγο των λύσεων και των τεκμηριωμένων προτάσεων υπέρ ενός αβαθούς και στείρου δήθεν ριζοσπαστισμού.

Οι στόχοι που πρέπει να τεθούν και να μετουσιωθούν σε δημόσιες πολιτικές είναι συγκεκριμένοι. Ο δημοκρατικός προοδευτικός χώρος οφείλει να ξαναχτίσει την σχέση του με τη νέα γενιά που τον εγκατέλειψε μαζικά. Η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός πως ταυτίστηκε με τα συμφέροντα της γενιάς του Πολυτεχνείου, των insiders της Μεταπολίτευσης. Αυτή η ταύτιση του τον εμπόδισε να διαχειριστεί την κρίση διαφορετικά. Δεν προχώρησε γρήγορα σε κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν τις παλιές κοινωνικοπολιτικές συμμαχίες, μη αντιλαμβανόμενος πως με αυτόν τον τρόπο επιβαρύνονται δυσανάλογα οι « εκτός συστήματος» - κυρίαρχη μερίδα των οποίων είναι οι νέοι. Με αυτή την τακτική επιλογή διαχείρισης της κρίσης έχασε τους παλιούς του συμμάχους και δεν κατάφερε μια νέα κοινωνική συμμαχία. Μια νέα κοινωνική αλλά και διαγενεακή συμφωνία είναι μονόδρομος για την υπέρβαση της κρίσης. Οφείλει να παρουσιάσει το δικό του μεταρρυθμιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση αλλά και την δική του πρόταση για την μεταμνημονιακή Ελλάδα, αφού πρώτα εντοπίσει τους λόγους για τους οποίους οι μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται. Ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους και η αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμό εμπόδισαν τις μεταρρυθμίσεις. Το μνημόνιο όσο δεσμευτικό και αν είναι διασφαλίζει τη σταθερότητα. Τα επιπλέον πρέπει να τα σχεδιάσουμε και να τα υλοποιήσουμε εμείς.

Τέλος, όταν υποστηρίζεις αυθεντικά πως η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί συνεργασίες είναι ζήτημα αξιοπιστίας να προχωράς σε τέτοιες αφήνοντας πίσω μικροδιαφορές. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι το πρώτο μικρό αλλά σημαντικό βήμα για να ενώσουμε την παράταξη, να επανεφεύρουμε τη σοσιαλδημοκρατία, να συμβάλουμε στην έξοδο από την κρίση, να αφήσουμε στην άκρη τη Χ.Α, να σχεδιάσουμε το μέλλον, να εκφράσουμε τις νέες κοινωνικές δυνάμεις της προόδου και της εργασίας.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

7 + 1 λόγοι στήριξης της Δημοκρατικής Συμπαράταξης


1.                Η Δημοκρατική Συμπαράταξη εκφράζει τον πολιτικό εκείνο χώρο που σε όλες του τις εκδοχές και με όλες τις ολιγωρίες και τα λάθη κράτησε την Ελλάδα όρθια τα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου τις ευθύνες των λαθών της Μεταπολίτευσης χωρίς όμως να του αναλογούν όλες. Με βαθύ αίσθημα ευθύνης στάθμισε ως σημαντικότερη την πορεία της χώρας παρά την τύχη της παράταξης.

2.     Δεν είπε ψέματα, δεν έπαιξε με τον πόνο του ελληνικού λαού, δεν έταξε εύκολες λύσεις. Συμπιέστηκε ανάμεσα σε «Ζάππεια 1-2-3» και σε «προγράμματα Θεσσαλονίκης» που στην πρώτη επαφή με την πραγματικότητα εξαερώθηκαν και κατέστησαν κείμενα άνευ αξίας.

3.       Δεν χρησιμοποίησε κανένας εκ της Δημοκρατικής Συμπαράταξης λόγο διχαστικό, πολωτικό, αντιευρωπαϊκό, αντικοινοβουλευτικό, εθνικολαϊκιστικό και αντιθεσμικό. Με προτάσεις – και διαφοροποιήσεις- επιχειρήματα, λόγο δημοκρατικό, ήπιο και ρεαλιστικό συμμετείχε στο δημόσιο διάλογο.

4.       Οι όποιες προτάσεις για επιμέρους αλλαγές των μνημονίων ήταν συγκεκριμένες και στοχευμένες. Δεν δαιμονοποιούσαν το μνημόνιο παρά μόνο προσπαθούσαν σε συνθήκες κοινωνικά και πολιτικά οξυμένες να πετύχουν τροποποιήσεις προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας.

5.       Ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος δεν υπήρξε ποτέ μέρος του λεγόμενου μπλοκ δυνάμεων του αντιμνημονίου. Το αντιμνημόνιο – το μεγαλύτερο και ίσως πιο καταστροφικό πολιτικό ιδεολόγημα- σε καμία φάση της κρίσης δεν μπόρεσε να μετουσιωθεί σε θετική πρόταση διακυβέρνησης. Ο αντιμνημονιακός τρόπος μπορεί μεν να συνένωνε ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες και αιτήματα, μπορεί να ανέδειξε κόμματα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από το περιθώριο, ποτέ όμως δεν συνιστούσε εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Ήταν μια ρηχή και πολιτικά επιδοτούμενη στρατηγική με στόχο την εξουσία και όχι την υπέρβαση της κρίσης. Η Η πίεση δε που άσκησε στις προοδευτικές δυνάμεις, στις δυνάμεις της ευθύνης και του ρεαλισμού ήταν τεράστια καθώς απονομιμοποίησε κάθε πρόταση, κάθε εγχείρημα και κάθε μετριοπαθή λόγο των λύσεων και των τεκμηριωμένων προτάσεων υπέρ ενός αβαθούς και στείρου δήθεν ριζοσπαστισμού.

6.       Η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί συνεργασία των πολιτικών δυνάμεων – ακόμη και αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων αλλά σίγουρα δημοκρατικών. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι απότοκος αυτής της θέσης, είναι μερική υλοποίηση αυτής της άποψης. Όταν οι συνεργασίες θεωρούνται μονόδρομος υπέρβασης της κρίσης και ταυτόχρονα αναγκαία και ικανή συνθήκη μεγάλων αλλαγών σε κράτος και οικονομία, αποτελεί δείγμα αξιοπιστίας και θέλησης η συνεργασία όμορων πολιτικών ρευμάτων και κομμάτων.  Η υπέρβαση υπαρκτών αλλά πολύ μικρών διαφορών είναι δείγμα ωριμότητας και σωστής ιεράρχησης. Η χρήση των διαφορών αυτών – συνήθως προερχόμενων από το παρελθόν – για την ακύρωση κάθε συνεργατικής προσπάθειας είναι μια πρακτική που πρέπει να κλείσει τον κύκλο της.

7.       Η Δημοκρατική Συμπαράταξη είναι σε αυτές τις εκλογές ο αυθεντικός εκφραστής του προοδευτικού δημοκρατικού χώρου, ενισχυμένος μάλιστα από τις καλύτερες των παραδόσεων της μεταπολιτευτικής αριστεράς. Είναι το πρώτο αλλά σημαντικότατο βήμα μιας μεγάλης προσπάθειας ανασύστασης και δημιουργίας ενός προοδευτικού – δημοκρατικού και σοσιαλδημοκρατικού υποκειμένου που και θα αναλάβει μέρος των ευθυνών της διακυβέρνησης σήμερα αλλά και θα διεκδικήσει την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας στο μέλλον. Η παράταξη δεν βρίσκεται σήμερα στο σύνολό της στο εσωτερικό της Δημοκρατικής Συμπαράταξης  όμως στόχος μας είναι η σταδιακή συνένωση των δυνάμεων.

8.       Η ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ( ευρωπαίοι σοσιαλιστές) είναι εκείνη η πολιτική δύναμη που στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας την κρίσιμη στιγμή. Είναι η πραγματική δύναμη αλλαγής στην Ευρώπη υπέρ της πολιτικής ενοποίησης και της αλλαγής των πολιτικών λιτότητας. Αυτοί είναι οι φωνή της προοδευτικής Ευρώπης

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Εκκίνηση και όχι τερματισμός. Δημοκρατική Συμπαράταξη.


Μία βασική παράμετρος της σημερινής προσπάθειάς μας είναι πως την αντιμετωπίζουμε ως ένα σημείο εκκίνησης και όχι ως σημείο τερματισμού. Ο ευρύτερος πολιτικός χώρος, η παράταξη, δεν χωρά όλη μέσα στα σημερινά όρια των κομμάτων και των συλλογικοτήτων που απαρτίζουν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη - αυτό είναι δεδομένο. Το αντίθετο θα σήμαινε ηττοπάθεια και χαμηλό πήχη.

Αν και η βίαιη απομάγευση του αντιμνημονιακού ψεύδους και η οργανωτική αποδιάρθρωση των εκφραστών του δικαιώνει τις βασικές κεντρικές επιλογές του χώρου, εντούτοις υπάρχουν πολλά ακόμη εμπόδια που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να επέλθει συσπείρωση και επαναπροσέγγιση με μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αλλά και με τμήματα της παράταξης που σήμερα επιλέγουν διαφορετικά.

Το νόημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στα ζητήματα πέραν της συγκυρίας και της διακυβέρνησης είναι και αυτό. Να μετατραπεί σε ένα σημείο εκκίνησης για μια διαδρομή που θα καταλήξει σε έναν προοδευτικό πόλο, ενώνοντας τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς, του προοδευτικού κέντρου σε ένα κόμμα των μελών, με δημοκρατικές ανοιχτές διαδικασίες και ιδεολογικά ρεύματα στο εσωτερικό του. Να διατηρήσει τις καλύτερες των παραδόσεων από τις δυνάμεις που την συναπαρτίζουν και να μετασχηματιστεί γρήγορα σε πολιτικό υποκείμενο με αξιώσεις πλειοψηφίας.

Τι πρέπει να γίνει σήμερα;
Τι πρέπει να κάνει ο χώρος; 
Που πρέπει να δώσει έμφαση;

Να ξαναχτίσει την σχέση του με τη νέα γενιά που τον εγκατέλειψε μαζικά. Η εγκατάλειψη αυτή οφείλεται στο γεγονός πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ αλλά και μέρος της Αριστεράς (ανανεωτική), ταυτίστηκε με τα συμφέροντα της γενιάς του Πολυτεχνείου, των insiders της Μεταπολίτευσης. Αυτή η ταύτιση τους εμπόδισε να διαχειριστούν την κρίση διαφορετικά. Προσπάθησε ο χώρος να καθυστερήσει κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν την κομματική του πελατεία, μη αντιλαμβανόμενος πως με αυτόν τον τρόπο επιβάρυνει δυσανάλογα τους « εκτός συστήματος» κυρίαρχη μερίδα των οποίων είναι οι νέοι. Τελικά τον εγκατέλειψαν και οι μεν και οι δε. Με αυτή την τακτική επιλογή διαχείρισης της κρίσης έχασε τους παλιούς του συμμάχους και δεν κατάφερε μια νέα κοινωνική συμμαχία.

Να υπάρξει μία σοβαρή προσπάθεια οργανωτικής ανασυγκρότησης μακριά από το φάντασμα του παρελθοντικού οργανωτικού γιγαντισμού των μεταπολιτευτικών κομμάτων εξουσίας – με τοπικές οργανώσεις σε κάθε ραχούλα και κάμπο. Η οργανωτική ανασυγκρότηση μπορεί να αποφέρει και πολιτικούς καρπούς εάν γίνει με όρους σύγχρονους. Εάν οι οργανωτικοί πυρήνες γίνουν κυψέλες παρέμβασης ή παραγωγής ιδεών και πολιτικών.

Να στοχεύσει στη βασική παθογένεια της προ κρίσης εποχή που εντοπίζεται στο πολιτικό σύστημα και στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Η επικράτηση της μερικότητας, είτε αυτή είχε τη μορφή εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων, είτε είχε τη μορφή διευθέτησης και ικανοποίησης συντεχνιακών αιτημάτων έναντι του γενικού συλλογικού συμφέροντος σωρευτικά οδήγησε στην κρίση. Το περίεργο όμως είναι πως παρά το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος που πλήρωσε και πληρώνει η ελληνική κοινωνία, ο πυρήνας αυτού του συστήματος μένει ανέπαφος γεγονός που πολλαπλασιάζει τα βάρη που καλούνται να σηκώσουν οι υπόλοιποι. Πολιτικές για παράδειγμα που υποτίθεται πως ενισχύουν την ανάπτυξη και άρα τη δημιουργία θέσεων εργασίας επί της ουσίας διαιωνίζουν ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας προς συγκεκριμένους επιχειρηματίες. Η αντίληψη για την ανάπτυξη παραμένει η ίδια.

Να παρουσιάσει το δικό του μεταρρυθμιστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση αλλά και την δική μας πρόταση για την μεταμνημονιακή Ελλάδα αφού πρώτα εντοπίσουμε τους λόγους για τους οποίους οι μεταρρυθμίσεις δεν υλοποιούνται. Το μνημόνιο όσο δεσμευτικό και αν είναι διασφαλίζει τη σταθερότητα. Τα επιπλέον πρέπει να τα σχεδιάσουμε και να τα υλοποιήσουμε εμείς. Έχει αξία όμως να ειπωθεί γιατί οι μεταρρυθμίσεις - μνημονιακές ή μη- συνεχώς αναβάλλονται, ακυρώνονται, μετατίθενται για το μέλλον, αποσιωπούνται ή εκφυλίζονται. Δύο είναι κατά τη γνώμη μου οι αιτίες αυτής της αέναης ελληνικής πραγματικότητας και αυτής της κακοδαιμονίας. Πρώτη, ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που σχεδόν καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η αυξημένη ισχύς των ομάδων συμφερόντων πέρα από γενεσιουργός αιτία κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων είναι ταυτόχρονα και βασικός παράγοντας αδυναμίας προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα. Δεύτερη αιτία είναι αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού. Η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα κατέστησε την ανάγκη ων μεταρρυθμίσεων βραχυπρόθεσμα περιττή. Ελλείψει εξωτερικών καταναγκασμών και πληθώρα εσωτερικών εναλλακτικών διαρκούς χρηματοδότησης ελλειμμάτων, οι μεταρρυθμίσεις κατέστησαν φιλολογική συζήτηση. Η μη έγκαιρη υλοποίησή τους δεν είχε άμεσα ορατά αποτελέσματα. Άλλοτε το πολιτικό κόστος και οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, άλλοτε ο μετεωρισμός ανάμεσα σε μεταρρυθμιστική βούληση και πελατειακές εξαρτήσεις και άλλοτε η επικράτηση ενός αλόγιστου κυβερνάν ματαίωσαν την υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων.

Είναι πολλά ακόμη που πρέπει να γίνουν. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη οφείλει να τα αναδείξει.
Μέχρι το δικό μας Epinay δεν μπορούμε και δεν πρέπει να καθόμαστε άπραγοι.

Εpinay και Bad Godesberg για τους σοσιαλιστές


Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Τι επιθυμώ από τη Δημοκρατική Συμπαράταξη σε αυτές τις εκλογές.


ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΔΗΜ.ΑΡ μαζί με άλλες κινήσεις και συλλογικότητες του ευρύτερου προοδευτικού χώρου σε αυτές τις εκλογές κάνουν ένα μικρό βήμα σε μια πορεία αντίστροφη του κατακερματισμού και της πολυδιάσπασης των πολιτικών δυνάμεων. Είναι η αρχή ενός εγχειρήματος που στόχο έχει τη δημιουργία ενός προοδευτικού πόλου με διακριτό στίγμα, τόσο απέναντι στη Νέα Δημοκρατία όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Είναι ένα εγχείρημα δύσκολο καθώς ο πολιτικός αυτός χώρος είναι κατά κάποιο τρόπο πολύπαθος. Ιστορικά σήκωσε πολύ μεγάλα βάρη στην υπόθεση διάσωσης της χώρας, της αποφυγής της άτακτης χρεωκοπίας και της εξόδου από την ευρωζώνη. Βάρη που δεν του αναλογούσαν  στο σύνολό τους. Στοχοποιήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως μοναδικός υπεύθυνος της κρίσης με τον καταφανώς ψευδή συλλογισμό πως τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι η κρίση τα μνημόνια. Δεν κατόρθωσε να υπερασπιστεί τις επιτυχίες του, δεν κατόρθωσε να υπερβεί τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, δεν κατόρθωσε να πείσει τις κοινωνικές εκείνες δυνάμεις που τον ανέδειξαν σε πλειοψηφικό χώρο ( αθροιστικά) κατά την Μεταπολίτευση και κυρίως δεν κατόρθωσε να επιμερίσει δίκαια τα βάρη της κρίσης με ταχύτερες πιο αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις.

Πέτυχε όμως να κρατήσει τη χώρα όρθια, πέτυχε την αποφυγή μιας άτακτης χρεωκοπίας που θα έθετε σε διακύβευση ακόμη και την γεωπολιτική θέση της χώρας και θα καταβαράθρωνε την κοινωνία σε επίπεδα που δεν μπορούμε να διανοηθούμε. Πέτυχε την αλλαγή ορισμένων όρων του μνημονίου προς πιο ορθολογική και κοινωνική κατεύθυνση άσχετα αν αυτό δεν εκτιμήθηκε από μεγάλο μέρος της κοινωνίας που είχε θαμπωθεί από τα προτάγματα του αντιμνημονίου και τέλος – κάτι που θεωρώ εξόχως σημαντικό- δεν μεταχειρίστηκε σε καμία φάση της κρίσης λόγο λαϊκιστικό, μαξιμαλιστικό, διχαστικό, αντικοινοβουλευτικό, εθνικιστικό και πολωτικό. ΠΑ.ΣΟ.Κ και ΔΗΜ.ΑΡ με όλες τους τις αδυναμίες, τα λάθη, τις καθυστερήσεις ήταν τα κόμματα εκείνα των οποίων ο λόγος ήταν συνετός, ήρεμος, επεξηγηματικός. Σήμερα μας φαίνονται μακρινές οι μέρες του ύβρεων, των δοσίλογων, των προδοτών, των προπηλακισμών, της πόλωσης και των αντιμνημονιακών καθρεπτακίων για ιθαγενείς όμως αυτά όλα όχι μόνον έλαβαν χώρα αλλά δημιούργησαν και πολιτική δυναμική υπέρ όσων τα χρησιμοποιούσαν.

Σήμερα λοιπόν, μετά την ραγδαία απομάγευση του αντιμνημονίου, μετά την κατάρρευση μύθων και ιδεολογημάτων, μετά την αποδιάρθρωση ετερόκλητων πολιτικών σχηματισμών ήρθε η στιγμή να αρθρώσουμε ξανά λόγο και να διεκδικήσουμε να γίνει πιστευτός. Να ξαναπιάσουμε το νήμα της πολιτικής ιστορίας και να μιλήσουμε για το μέλλον. Υπάρχουν ακόμη σκιές, πικρίες, προσωπικές και πολιτικές διαφορές εντός του ευρύτερου προοδευτικού χώρου όμως αυτές πρέπει να υποχωρήσουν για τον πολύ απλό λόγο πως οι πολίτες ενδιαφέρονται για το μέλλον. Η ιστορία ως αδέκαστος κριτής θα δικαιώσει όσους στάθηκαν όρθιοι και ανέλαβαν την ευθύνη, είτε αυτοί είναι πρόσωπα, είτε κόμματα. Πρέπει όμως να μιλήσουμε για το μέλλον.

Τι θα ήθελα εγώ να ακούσω και να προτείνω.

Πολλά είναι αυτά που θα ήθελα να προτείνω αλλά και περιμένω να ακούσω από τον χώρο αυτόν. Πολλά είναι και αυτά που περιμένει και ο – ας μου επιτραπεί- δικός μας κόσμος να ακούσει. Δικός μας με την έννοια των προοδευτικών δημοκρατών πολιτών που αυτοπροσδιορίζονται ως σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, αριστεροί και κεντρώοι, πολιτικά φιλελεύθεροι και οικολόγοι.

     Θα ήθελα μια ιεράρχηση στόχων. Θέσεις για όλα τα ζητήματα υπάρχουν και κάθε παράταξη οφείλει να παρουσιάζει ένα πλήρες συνεκτικό προγραμματικό κείμενο αλλά στη σημερινή συνθήκη είναι απαραίτητη μια ιεράρχηση στόχων, είναι απαραίτητες οι προτεραιότητες ώστε με συγκέντρωση δυνάμεων να γίνει δυνατή η υλοποίηση απαραίτητων αλλαγών σε κράτος και οικονομία. Όχι μετατροπή της παράταξης σε μονοθεματικό κόμμα όμως συγκεκριμένες προτεραιότητες που θα δίνουν και το στίγμα της.

    Θα ήθελα μία ρεαλιστική αποτίμηση των περιθωρίων ευελιξίας εντός του μνημονιακού προγράμματος ώστε οι όποιες πιθανές αντιπροτάσεις να μην στερούνται ρεαλισμού. Μια γενική κουβέντα περί ισοδύναμων μέτρων δεν είναι πειστική όπως έδειξε η πρόσφατη εμπειρία διότι πρώτον δεν υπάρχουν ισοδύναμα που θα ικανοποιήσουν πλήρως τις ανάγκες της δημοσιονομικής προσαρμογής αντικαθιστώντας όλα τα μέτρα και δεύτερον διότι μια τέτοια κουβέντα νομιμοποιεί την απραξία και την ακινησία. Στο όνομα κάποιων ισοδύναμων μέτρων που τελικά δεν λαμβάνονται χτίζονται πολιτικές καριέρες και κόμματα.

     Θα ήθελα να γίνει λόγος ανοιχτά από την παράταξή μου για τη διαγενεακή διάσταση της κρίσης και αυτός να μετουσιωθεί σε δημόσιες πολιτικές. Δεν μπορεί και δεν πρέπει το δημόσιο λόγο να μονοπωλεί η συζήτηση μόνον για το ασφαλιστικό τη στιγμή που η ανεργία των νέων είναι στο 60%. Δεν μπορούμε να συζητάμε γενικά για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου χωρίς να συνδέουμε το ζήτημα με το εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν μπορούμε να αφήσουμε στην τύχη τους τις νέες γενιές διότι για εμάς καμία γενιά δεν πρέπει να χαθεί – πόσο μάλλον οι σημερινοί 20αρηδες.

    Θα ήθελα μια νέα σχέση με το κράτος.  Μείζονα ρόλο στο σχέδιο της κεντροαριστεράς παίζει το κράτος. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι (;) τόσο ξεκάθαρα. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, απαιτείται κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση κ.ο.κ.  Δεν αρκεί να λέμε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα στρεφόμενοι σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ( ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούμε μια ποιο τρόπο μπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η μετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ο στόχος. Σε αυτήν την προσπάθεια η κεντροαριστερά έχει το πλεονέκτημα αλλά και το πρόβλημα. Πλεονέκτημα διότι καταστατικά οφείλει να συνδυάσει ελεύθερη οικονομία και παρέμβαση κράτους με τρόπο ισορροπημένο. Πρόβλημα διότι δεν έχει αυτήν την κουλτούρα, έχει βεβαρημένο παρελθόν.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Θα βγάλει ο Αλέξης Τσίπρας τη χώρα από την κρίση; (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 24/8/2015)


Το ερώτημα του τίτλου εφόσον απαντηθεί ικανοποιητικά μπορεί να μετατραπεί σε οδηγό ψήφου για τις προσεχείς εκλογές. Αναμφίβολα είναι απορίας άξιο γιατί το εκλογικό σώμα καλείται εντός οκτώ μηνών να τοποθετηθεί για τρίτη φορά για την πορεία της χώρας μιας και οι συνθήκες στην οικονομία αλλά και σε πολλά άλλα πεδία δεν είναι ιδανικές για τέτοιους τακτικισμούς. Είναι γνωστό πως στην Ελλάδα κάθε εκλογική αναμέτρηση έχει ορισμένες επιβαρυντικές επιπτώσεις καθώς παραλύουν στην προοπτική διεξαγωγής τους η οικονομία και η δημόσια διοίκηση, παγώνουν οι όποιες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες και γενικά υπάρχει στασιμότητα. Σε κρίσιμες ιδιαίτερα περιόδους όπως αυτή που διανύουμε έρχεται να προστεθεί και η πολιτική αβεβαιότητα για να δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σχεδόν μείγμα που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την όποια προοπτική ανάκαμψης.

Είναι αυτά άγνωστα στους κυβερνώντες; Είναι οι συνθήκες ομαλές, διαβιούμε σε καθεστώς κανονικότητας; Έχει ανακάμψει η οικονομία; Προφανώς όχι. Τότε δεν μένει παρά μία κεντρική παραδοχή πως οι κυβερνώντες αγνοούν τις επιπτώσεις, υποεκτιμούν το αποτύπωμα των πολιτικών τους επιλογών στην πραγματική οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και πιθανά δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Με τις συνέπειες του δημοψηφίσματος ακόμη μη αισθητές για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, με τις συνέπειες και τις υποχρεώσεις του σκληρού μνημονίου που ήταν απότοκος της αλλοπρόσαλλης (μη) διαπραγμάτευσης να συνωστίζονται στο τελευταίο τρίμηνο του έτους προσφεύγουν ξανά στις κάλπες με μοναδικό στόχο την επίλυση εσωκομματικών διαφορών. 

Τα ανωτέρω δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ευφυείς τακτικισμοί που παράγουν προωθητικά αποτελέσματα. Αυτό θα ίσχυε αν ήταν ενταγμένα σε ένα συνολικό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης με προγραμματικές επεξεργασίες, προτάσεις που δεν υπάρχει και ποτέ δεν υπήρξε. Είναι μόνον τακτικισμοί που αποσκοπούν στη διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία μακριά από κάθε υπόσχεση, μακριά από την αντιμνημονιακή φυσιογνωμία που τον ανέδειξε σε αξιωματική αντιπολίτευση και κυβέρνηση.

Με ποιο πρόταγμα ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί όμως ξανά την ψήφο των Ελλήνων; Τι προτείνει, τι υπόσχεται; Με ποιο πολιτικό προσωπικό και ποιες συμμαχίες; Υπόσχεται ότι θα εφαρμόσει τη συμφωνία που μας κρατά στην ευρωζώνη αλλά ταυτόχρονα την καταγγέλλει ως προϊόν ωμού εκβιασμού των εταίρων. Αποβάλλει το αριστερό τμήμα του κόμματος καταγγέλλοντάς το ως ανοιχτά δραχμικό αλλά αποσιωπά πως μαζί αναδείχθηκαν στην εξουσία, πως στην κυβέρνησή του κατείχαν θέσεις σε σημαντικά υπουργεία και πως μόλις προ 2 μηνών υποστήριζαν ακριβώς τα ίδια. Θέλει να μετεξελιχθεί σε ανανεωμένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία/ κεντροαριστερά αλλά διακηρύττει πως η μόνη αξιόπιστη πολιτική δύναμη με την οποία δύναται να συνεργαστεί είναι οι ΑΝΕΛ και πιθανά και το νεοϊδρυθέν κόμμα που μόλις προέκυψε από την διάσπασή του. Μήπως όμως υλοποίησε έστω κάποιες από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του Ιανουαρίου; Άλλαξε τον εκλογικό νόμο; Υλοποίησε έστω μία μεταρρύθμιση που σαν τροχιοδεικτικό θα αποκάλυπτε τις προθέσεις του; Αντιμετώπισε την ανθρωπιστική κρίση; Κατήργησε τον ΕΝΦΙΑ και προχώρησε σε φοροελαφρύνσεις;  Έδωσε 13η σύνταξη; Ενίσχυσε την επιδοματική πολιτική; Τίποτα από όλα αυτά.


Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι πως ζητά απλά μία λευκή εντολή για να κυβερνήσει όπως αυτός θέλει, χωρίς δικλείδες ασφαλείας, χωρίς αντιπολίτευση, χωρίς λογοδοσία και με ταυτόχρονο συγχωροχάρτι για τα πεπραγμένα του επταμήνου. Και σε ό,τι αφορά στα πεπραγμένα και την αποτίμηση αυτών, παρά το γεγονός πως δεν επιδεχόνται διαφορετικής ανάγνωσης, μπορεί κανείς ξεπερνώντας τα να συνεχίσει να πιστεύει στο ΣΥΡΙΖΑ και στον Αλέξη Τσίπρα ως μία μνημονιακή εκδοχή χαρισματικής ηγεσίας. Είναι όμως έτσι; Είναι ο Αλέξης Τσίπρας μια χαρισματική ηγεσία που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης; Και εδώ η απάντηση είναι αρνητική και αφορά και στα δύο σκέλη. Πρώτον ο πρωθυπουργός δεν είναι χαρισματικός ηγέτης και δεύτερον η χώρα δεν μπορεί με αυτό το μοντέλο ηγεσίας να ξεφύγει από το βάλτο της κρίσης. Χρειάζονται μεν χαρισματικοί ηγέτες αλλά ταυτόχρονα πρέπει να συντρέξουν κυρίως άλλες προϋποθέσεις. Θεσμοί, πολιτικό προσωπικό, κόμματα, υιοθέτηση καλών πρακτικών, μεταρρυθμίσεις, σταθερότητα, συνδρομή από την ΕΕ και πολίτες ώριμοι και αποφασισμένοι για αλλαγές.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Ο σοβαρός ΣΥΡΙΖΑ και οι ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 10/8/2015)



Το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή πλεύσης του Αλέξη Τσίπρα την επαύριο του δημοψηφίσματος, όπου το όχι μετατράπηκε σε ναι εντός λίγων ωρών, διαφαίνεται μία προσπάθεια διαχωρισμού του κυβερνώντος σχήματος. Γίνεται λόγος για μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σοβαρό κεντροαριστερό κόμμα που απαλλαγμένο πλέον από τα αδιέξοδα της πολυτασικής δομής του, χωρίς αποκλίνουσες στρατηγικές στα μείζονα θα είναι ικανό να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Θα μετατραπεί σε ένα κόμμα που θα κλείσει μία συμφωνία με τους εταίρους και θα είναι ικανό να την εφαρμόσει ώστε να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης.

Αυτή η ανάλυση έχει συγκεκριμένη στόχευση. Αποσκοπεί στη δημιουργία μιας θελκτικής πολιτικής και κομματικής δύναμης που θα προσελκύσει τις ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του προοδευτικού χώρου πού είτε στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές είτε όχι, σίγουρα απομακρύνθηκαν από αυτόν με τους χειρισμούς του τελευταίου εξαμήνου με αποκορύφωμα τις εξελίξεις του Ιουλίου. Στοχεύει στην προσέλκυση στελεχών, συλλογικοτήτων ακόμη και κομμάτων ώστε να αντλήσει από αυτά το απαραίτητο πολιτικό κεφάλαιο ώστε να αποκτήσει το κυβερνητικό σχήμα μια στοιχειώδη επάρκεια στο κυβερνητικό ζήτημα. Το αδιέξοδο της πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ όπως αυτή σχηματοποιήθηκε από το 2012 έως σήμερα είναι κραυγαλέο, οι δε ανεπάρκειές του καταφανείς σχεδόν σε όλα τα πεδία και πέραν της οικονομίας όπου είναι το μείζον. Μερικά μόνο πεδία εν είδη παραδείγματος – ανεπάρκεια στο μεταναστευτικό όπου θεωρητικά ήταν προνομιακός χώρος, ανεπάρκεια στα της δημόσιας διοίκησης, στα ζητήματα κοινωνικού κράτους – υγείας, στην παιδεία και ιδιαίτερα στα πανεπιστήμια, στην εξωτερική πολιτική με αλλοπρόσαλλους χοντροκομμένους τακτικισμούς. Όχι μόνον μηδέν εις το πηλίκο αλλά και ζημίες κοστοβόρες, υποχωρήσεις και οπισθοδρόμηση.

Υποστηρίζεται από πολλούς πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετεξελιχθεί σε ένα κόμμα φιλοευρωπαϊκό, μεταρρυθμιστικό, προοδευτικό. Ότι θα προωθήσει τις μεγάλες και από καιρό αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές σε κράτος και οικονομία εντός ενός ασφυκτικού δημοσιονομικού πλαισίου για το οποίο εν πολλοίς είναι ο ίδιος υπεύθυνος. Για να υποστηριχθεί αυτή η προοπτική και λόγω ελλείψεων επιχειρημάτων αλλά και πραγματολογικών στοιχείων επιστρατεύεται η όψιμη αντίθεση του πρωθυπουργού και της ηγετικής του ομάδας με το δραχμικό εκείνο τμήμα του κόμματός του, την αριστερή πλατφόρμα και ορισμένα πρωτοκλασάτα στελέχη μέλη μέχρι πρότινος του υπουργικού συμβουλίου. Αποσιωπάται εντέχνως βέβαια πως όλοι αυτοί ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ, προσωπικές επιλογές του πρωθυπουργού και σε θέσεις κομβικές.

Το άλμα λογικής που επιχειρείται ( σχεδόν βιασμός της) είναι ο εξής συλλογισμός. Η διαφοροποίηση του πρωθυπουργού και όσων τον ακολουθήσουν είναι πέραν από απαραίτητη, ικανή συνθήκη πετυχημένης διακυβέρνησης – εχέγγυο ευρωπαϊκής πορείας και σοσιαλδημοκρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και μεταρρυθμισμού.

Λυπάμαι αλλά δεν είναι.

Η οβιδιακή αυτή μεταμόρφωση – μετεξέλιξη-  δεν μπορεί να γίνει πιστευτή διότι πολύ απλά δεν είναι εφικτή. Ένα κόμμα στον πυρήνα του μετακομμουνιστικό με προσθήκες  κρατιστών, συνδικαλιστών παλαιάς κοπής και στελεχών του παλαιού πολιτικοκομματικού συστήματος δεν μπορεί να υπερβεί τις ιδρυτικές και καταστατικές τους συντεταγμένες. Στην καλύτερη των περιπτώσεων η μετεξέλιξη αυτή θα είναι εικονική και ψευδεπίγραφη. Θα αφορά στο σχήμα και όχι στο περιεχόμενο, στο ύφος και όχι στην ουσία, στο περιτύλιγμα και όχι στο έρμα. Στην καλύτερη περίπτωση θα έχουμε ένα κόμμα που θα κληρονομήσει τις κατεστημένες δομές του μεταπολιτευτικού παραδείγματος σε οικονομία, κράτος και πολιτικό σύστημα τη στιγμή που το επίδικο είναι η υπέρβασή τους. Είναι δε τέτοια η ποιότητα του κομματικού αυτού σχήματος που αν και έχει ενσωματώσει και αναπαράγει σε βαθμό τοξικό κάθε παθογένεια της Μεταπολίτευσης δεν προσεγγίζει τίποτα από τις θετικές αυτής παρακαταθήκες.

Η χώρα χρειάζεται επειγόντως μία πολιτική δύναμη με αυθεντικά φιλοευρωπαϊκά, μεταρρυθμιστικά, προοδευτικά χαρακτηριστικά. Μια δύναμη λαϊκή αλλά όχι λαϊκιστική που θα διεκδικήσει την έκφραση των άστεγων αλλά υπαρκτών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που ασφυκτιούν στο υπάρχον σκηνικό. Μια δύναμη που έχει το πολιτικό προσωπικό, έχει τις προγραμματικές επεξεργασίες, έχει το όραμα και τη θέληση και κυρίως έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει τη χώρα σε μία σταθερότητα και σε προοπτική ανάπτυξης. Το μόνο που δεν έχει – και είναι σημαντική υστέρηση αυτή – είναι το σχήμα και το πρόσωπο που θα ηγηθεί. Οφείλουμε να τα βρούμε.

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

Διπλό κόστος και συνεχιζόμενη αδυναμία (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 21/7/2015)

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο που κανείς δεν θα φανταζόταν  προ έξι μηνών, έχοντας μόλις αποφύγει τα χειρότερα και ατενίζοντας το μέλλον με ανασφάλεια καθώς οι δυσκολίες είναι γνωστές και πανθομολογούμενες.  Μετά από την παρωδία της πεντάμηνης διαπραγμάτευσης η χώρα έφτασε στο χείλος της αβύσσου, η ηγεσία είδε κατάματα το χάος και αναδιπλώθηκε αλλά οι συνέπειες αυτής της πορείας είναι μη αναστρέψιμες. Το κόστος της κυβερνητικού αυτού εξαμήνου είναι τρομακτικά μεγάλο και θα έλεγε κανείς ότι είναι διπλό.

Το μετρήσιμο κόστος των κυβερνητικών επιλογών αποτυπώνεται στην οικονομία. Σε αυτό το διάστημα έλαβε χώρα ένας βανδαλισμός της ελληνικής οικονομίας υπεράνω κάθε φαντασίας. Ανατράπηκε η αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας και προβλέπεται βαθιά διετής ύφεση, με ό,τι και αν αυτό σημαίνει για την απασχόληση και τα δημοσιονομικά. Τρώθηκε η τραπεζική πίστη καθώς τις συνεχιζόμενες εκροές κεφαλαίων ακολούθησε το πολυήμερο κλείσιμο των τραπεζών και η επιβολή ελέγχων κεφαλαίων. Χρησιμοποιήθηκαν όλοι οι πόροι για να στηριχθεί η δήθεν διαπραγμάτευση, όλα τα αποθεματικά δημοσίων οργανισμών με  αποτέλεσμα  το κράτος να λειτουργεί στα όρια της κατάρρευσης, αδύναμο να αντιμετωπίσει έκτακτες συνθήκες και να παρέχει στοιχειώδεις υπηρεσίες. Εξανεμίστηκαν οι όποιες πιθανότητες εξόδου της χώρας στις αγορές και μετατέθηκε αυτός ο στόχος στο καλύτερο σενάριο κατά δύο με τρία χρόνια αργότερα. Τα δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την επαναφορά της χώρας σε μία στοιχειώδη ομαλότητα εντός προγράμματος είναι βαριά. Εξανεμίστηκε με περισσή ευκολία ένα σημαντικό κεφάλαιο αξιοπιστίας της χώρας που με κόπο και πόνο κατάφερε να συγκεντρώσει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία πέντε χρόνια. Για πρώτη φορά το Grexit βρέθηκε στον επίσημο λόγο της Ευρωζώνης και η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατέστη επιλογή. Μέσα σε έξι μήνες η προοπτική εξόδου από την κρίση αντικαταστάθηκε από συζητήσεις προσφοράς ανθρωπιστικής βοήθειας στους Έλληνες ( φάρμακα, τροφή, καύσιμα), γεγονός που συμπυκνώνει και αποτυπώνει όλη την αλήθεια. Ένα εξάμηνο που κατέστησε τη χώρα στα μάτια πολλών ένα κραυγαλέο παράδειγμα failed state, αποδυνάμωσε την θέση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την οδήγησε στη χλεύη κρατών και εθνών πολύ μικρότερων, πολύ φτωχότερων και προσφάτως ενταγμένων.

Όμως πέραν του μετρήσιμου οικονομικού κόστους υπάρχει και το μη μετρήσιμο. Υπάρχει ένα κόστος που δεν αποτυπώνεται με οικονομικούς δείκτες αλλά παρόλα αυτά επηρεάζει αρνητικά την προοπτική ανάκαμψης. Μετά από πέντε χρόνια συνεπούς και οργιώδους προσπάθειας εγκαθίδρυσης της διαιρετικής τομής μνημόνιο – αντιμνημόνιο σήμερα, με ένα νόμο και ένα άρθρο, ζητείται από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος να αυτοακυρωθεί πολιτικά. Μετά μάλιστα την δημοψηφισματική απόρριψη της λιτότητας και  χωρίς καμιά προετοιμασία οποιουδήποτε επόμενου βήματος επιχειρείται μια άτσαλη στροφή στο ρεαλισμό που λογικά από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος εκλαμβάνεται είτε ως προδοσία είτε ως συνθηκολόγηση. Είναι δυνατόν η πενταετής γαλούχηση που κορυφώθηκε προ δέκα ημερών να μετατραπεί σε κοινωνική στήριξη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και αλλαγών; Είναι εφικτή η απομάγευση και η εκλογίκευση σε καθεστώς εντεινόμενης οικονομικής πίεσης; Ποιες οι πιθανότητες επιτυχίας του τρίτου προγράμματος όταν δια στόματος πρωθυπουργού γίνεται λόγος για μεταρρυθμίσεις που δεν πιστεύει, για πρόγραμμα που είναι προϊόν εκβιασμού;


Μέσα από αυτούς τους ακροβατισμούς και τους μετεωρισμούς πολλοί διαβλέπουν τη μεταστροφή του κυβερνώντος κόμματος σε πιο ρεαλιστικές θέσεις και σε μία κεντροαριστερή τροχιά. Αγνοούν τα ανωτέρω προβλήματα και προσπερνούν, ως μη οφείλουν, πως ακόμη και ένας ΣΥΡΙΖΑ απαλλαγμένος από τις κομμουνιστικές και αριστερόστροφες πτέρυγές του θα παραμείνει ένα κόμμα βαθιά κρατικιστικό, αντιμεταρρυθμιστικό, λαϊκιστικό και εργαλειακά ευρωπαϊκό – επί της ουσίας ευρωσκεπτικιστικό κόμμα. Η μεταμόρφωσή του σε σοσιαλδημοκρατία και κεντροαριστερά θα είναι ψευδεπίγραφή και εικονική. Περισσότερο θα μοιάζει κληρονόμος μιας βιωμένης αλλά ξεπερασμένης εμπειρίας και αντίστοιχων αντιπαραγωγικών δομών σε κράτος και οικονομία παρά μια προωθητική επανίδρυση του προοδευτικού χώρου. Ο ανασχηματισμός άλλωστε το βεβαιώνει.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Εκ του αποτελέσματος και όχι μόνο

Από τις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου είμαστε παρατηρητές της κυβερνητικής προσπάθειας σύναψης μιας συμφωνίας με τους εταίρους και δανειστές που θα εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση της χώρας. Ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει σχηματίσει κανείς για αυτήν την προσπάθεια επαναδιαπραγμάτευσης, υπάρχουν ορισμένα σημεία της που είναι δύσκολο να αμφισβητηθούν. Οριστική αποτίμηση για αυτήν την προσπάθεια δεν μπορεί ακόμα να σχηματιστεί καθώς δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία με τις υπογραφές των εμπλεκομένων Όμως ταυτόχρονα δεν μπορούν να αποσιωπηθούν ορισμένα παράπλευρα αλλά σημαντικά αποτελέσματα.

Η μεγάλη χρονική διάρκεια της διαπραγμάτευσης, σχεδόν πέντε μήνες,  έχει επιδεινώσει την κατάσταση σε πολλά πεδία της οικονομίας. Η εκροή κεφαλαίων από τις ελληνικές τράπεζες ενισχύθηκε και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Επιπλέον η κυβέρνηση για να στηρίξει αυτήν της την προσπάθεια χρησιμοποίησε όλους τους πόρους, όλα τα αποθεματικά δημοσίων οργανισμών με το αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις να αντανακλάται στις παρεχόμενες υπηρεσίες. Η οικονομία απώλεσε εκείνα τα έστω ασθενικά σημάδια ανάπτυξης και ξανακύλησε στην ύφεση. Η ανεργία που είχε μία ανεπαίσθητη καθοδική τάση ανακοινώθηκε μόλις πρόσφατα ότι αυξήθηκε κατά μισή μονάδα. Η υστέρηση των φορολογικών εσόδων έχει ήδη επιφέρει δημοσιονομική ανισσοροπία  που για αντιστραφεί απαιτούνται άμεσα μέτρα εξισορρόπησης.

Στο μέτωπο της συμφωνίας αυτής καθ’ αυτής, ακόμη και η αποδοχή εκ μέρους των εταίρων του ώριμου αιτήματος μείωσης των υψηλών προβλεπόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων δεν οδηγεί σε ανακούφιση και ηπιότερα δημοσιονομικά μέτρα όπως θα περίμενε κανείς. Το χαμένο έδαφος του πενταμήνου στην οικονομία είναι αυτό που οδηγεί σε δημοσιονομικά μέτρα περίπου 5-6 δισεκατομμυρίων ευρώ ώστε να επιτευχθεί πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 1%. Δεν είναι τυχαίες άλλωστε οι δηλώσεις κορυφαίων υπουργών της κυβέρνησης όπου με πρωτοφανή σαφήνεια υποστηρίζουν πως το λεγόμενο «email Χαρδούβελη» ήταν ηπιότερο εν συγκρίσει με τις παρούσες εκδοχές της συμφωνίας καθώς προέβλεπε δημοσιονομικά μέτρα 1 δις ευρώ για στόχο 3% πρωτογενούς πλεονάσματος ( ακόμη και αν αυτή ήταν η κυβερνητική πρόταση και όχι η τελική συμφωνία).

Επιπλέον υπάρχει και το ζήτημα των επιμέρους επιλογών εντός του πλαισίου που διαμορφώθηκε από τις μακρές διαπραγματεύσεις. Ακόμη και εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει σύγκλιση και συμφωνία στους δημοσιονομικούς στόχους αποκλείεται οι εταίροι να επιβάλλουν τον τρόπο επίτευξής τους. Είναι δηλαδή ζήτημα της ελληνικής κυβέρνησης εάν θα επιλέξει για παράδειγμα μείωση δαπανών ή αύξηση του ΦΠΑ. Είναι ζήτημα της κυβέρνησης εάν θα εξορθολογήσει το ασφαλιστικό σύστημα με τις σκανδαλώδεις πρόωρες συντάξεις ή εάν θα τις μειώσει οριζόντια όλες. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του ανορθολογισμού, της ανισότητας και της διαγενεακής αδικίας αναφέρουμε μόνον πως 125 εκ. ευρώ μηνιαίως δίνονται σε συνταξιούχους κάτω των 55 ετών τη στιγμή που η αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης κοστολογήθηκε 200 εκ. ευρώ τη διετία.

Το πολιτικό ερώτημα που γεννάται είναι το εξής. Έχει την ικανότητα, τη θέληση και τη δυνατότητα αυτή η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ να οδηγήσει τη χώρα εκτός κρίσης; Μπορεί αυτή η κυβέρνηση να διαχειριστεί την κατάσταση έτσι όπως οι πράξεις της και οι παραλείψεις της την έχουν διαμορφώσει; Η μονοσήμαντη καταγγελτική αντιπολιτευτική στρατηγική μπορεί να μετεξελιχθεί σε πολιτική διαχείριση στόχων, ιεραρχήσεων, επώδυνων επιλογών; Η γαλούχηση μέρους του ελληνικού λαού με μανιχαϊστικές λογικές της δίνει τα απαραίτητα περιθώρια ευελιξίας; Με ποια επιχειρήματα και με ποιους λογικούς συλλογισμούς θα απευθυνθεί προς αυτούς τείνοντάς τους ένα νέο πολύ σκληρό μνημόνιο; Η αντιμνημονιακή πλατφόρμα που συνένωσε ετερόκλητα αιτήματα, κοινωνικές τάξεις και προσδοκίες δεν ήταν προωθητική. Τα καύσιμά της έφταναν μέχρι το σημείο μιας εκλογικής νίκης. Καμία προετοιμασία, κανένα σχέδιο, καμία ιεράρχηση δεν μπορούσε να εγγραφεί στο αντιμνημονιακό πλαίσιο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που ο εξουσιαστικός κυνισμός των κυβερνώντων υπερκεράσει τα πιθανά κοινοβουλευτικά και κοινωνικά εμπόδια και διαμαρτυρίες σε μία ( ευκταία) περίπτωση συμφωνίας, το ερώτημα παραμένει. Μπορεί αυτή η κυβέρνηση να εφαρμόσει προωθημένα μεταρρυθμιστικά προγράμματα σε καθεστώς δημοσιονομικής στενότητας με στόχο την υπέρβαση; Το πραγματικό πρόγραμμα Θεσσαλονίκης θα ανακοινωθεί το ερχόμενο φθινόπωρο.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Το στρατηγικό αδιέξοδο του ΣΥΡΙΖΑ, οι εκλογές και τα νοήματα (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 27/4/2015)


Ο τίτλος του παρόντος θα μπορούσε να είναι «το στρατηγικό αδιέξοδο της ελληνικής κυβέρνησης» αλλά σε αυτήν συμμετέχει και το κόμμα των ΑΝΕΛ το οποίο δεν πλήττεται από τις αστοχίες αυτής καθώς οι προσδοκίες από αυτό είναι ούτως ή άλλως χαμηλές και συγκεκριμένης ποιότητας. Για πόσο ακόμη θα καθίσταται εφικτός όμως αυτός ο διαχωρισμός των κομμάτων της συγκυβέρνησης δεν είναι γνωστό καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη μια όσμωση των δύο χώρων. Ολοένα και περισσότερο εκλείπουν εκείνα τα στοιχεία που τους διέκριναν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται ενώπιον ενός τραγικού στρατηγικού αδιεξόδου που εν πολλοίς έχει τις ρίζες του στο διάστημα από την ανάδειξή του σε αξιωματική αντιπολίτευση περίπου πριν από τρία χρόνια. Τότε, την επομένη των δεύτερων εθνικών εκλογών, σε αυτή τη στήλη γράφαμε για τον ΣΥΡΙΖΑ πως « … με την πολιτική του συνεχίζει να ενεργεί προεκλογικά. Είναι με όλους. Είναι με τους πολλούς έναντι των (τάχα) λίγων. Είναι με τους αδικημένους(;) έναντι των ευνοημένων. Είναι και με το κράτος αλλά και με τη νέα γενιά που καλείται να εργαστεί και να αμειφθεί με λίγα, για τα δεδομένα του ελληνικού βιοτικού επιπέδου, χρήματα. Είναι με την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά εξετάζει και άλλα σενάρια. Γενικά εμφανίζει μια πολυσυλλεκτικότητα που όμως δεν συνάδει με τα δεδομένα της στιγμής. Το πεπερασμένο των οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους, η απίσχναση δηλαδή της ενσωματωτικής των αιτημάτων ικανότητάς του πρέπει κάποια στιγμή να μετουσιωθεί και σε μία πεπερασμένη πολιτική εκπροσώπηση και σε συγκεκριμένο σχέδιο. Δεν μπορεί εν ολίγοις να είναι με όλους και με όλα τα αιτήματα. Δεν είναι ρεαλιστικό σε συνθήκες σπάνης ».

Σήμερα τρεις μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας και παρά την παρελκυστική του τακτική  καλείται σε κάποιο ορισμένο χρονικό σημείο να λάβει μία απόφαση. Καλείται να αποφασίσει, σε πρώτη φάση, τουλάχιστον για το μείζον. Εάν δηλαδή θα προκρίνει τη συνεργασία με τους εταίρους ή τη ρήξη με αυτούς. Το στρατηγικό του αδιέξοδο όμως έγκειται στο γεγονός πως οποιαδήποτε και αν είναι η επιλογή της ηγεσίας του, υπάρχουν ισχυρές αντίρροπες δυνάμεις. Εάν προχωρήσει σε μία συμφωνία με τους εταίρους αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα εμπεριέχει σημεία και δεσμεύσεις που το κομματικό και κοινοβουλευτικό σώμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορεί να υπερψηφίσει. Το κόστος του αντιμνημονιακού μαξιμαλισμού είναι πληρωτέο άμα τη εμφανίσει οποιασδήποτε συμφωνίας που εμπεριέχει περιοριστικά μέτρα ή ριζικές μεταρρυθμίσεις. Εάν επιλεγεί μια στρατηγική της ρήξης τότε η ίδια η πραγματικότητα που θα διαμορφωθεί στη χώρα θα σαρώσει οποιαδήποτε πολιτική και κομματική επιρροή. 

Αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα που οδηγεί σε επίμονες διαρροές για νέα προσφυγή σε εκλογές ή σε δημοψήφισμα. Η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία φαντάζει λυτρωτική διέξοδος στο διαφαινόμενο αδιέξοδο. Όμως ακόμη και σε αυτό το σενάριο ο ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να λάβει θέση. Σε πιθανές νέες εκλογές θα ζητήσει μία νέα εντολή για να πράξει, να υλοποιήσει μία επιλογή. Σε πιθανό δημοψήφισμα οφείλει να επιλέξει είτε το ΝΑΙ είτε το ΟΧΙ στο ευρώ. Δημιουργικές ασάφειες δεν χωρούν. Άρα φτάνουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης έχοντας διανύσει τρία χρόνια αξιωματικής αντιπολίτευσης, τρεις μήνες κυβερνητικής θητείας, απόσυρση δισεκατομμυρίων ευρώ εκτός τραπεζικού συστήματος, εκτίναξη των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων, υστέρηση των φορολογικών εσόδων, εκτροχιασμό του προϋπολογισμού του τρέχοντος έτους και απώλεια της όποιας αξιοπιστίας της χώρας.

Τέλος μια βασική προβληματική της ελληνικής κρίσης αλλά και της συριζαϊκής διαχείρισης είναι η αλλοίωση των νοημάτων των λέξεων. Για παράδειγμα αναζητείται ένας «έντιμος συμβιβασμός» που όμως ποτέ δεν περιγράφεται, δεν σαρκώνεται. Γίνεται λόγος για «μεταρρυθμίσεις» που όμως κανείς πλην των Ελλήνων κυβερνητικών δεν τις αναγνωρίζει ως τέτοιες. «Δημιουργική ασάφεια» που είναι μόνο ασάφεια χωρίς τίποτε το δημιουργικό. «Αξιοκρατία» με διορισμούς κομματικών και «πρώτη φορά αριστερά» με συνονθύλευμα εθνολαϊκισμού, ανεπάρκειας και κουτσαβακισμού.


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

«Μέχρι εδώ καλά πάμε» (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 30/3/2015)

Η κατάσταση στην Ελλάδα αρχίζει να μοιάζει με εκείνο το ανέκδοτο στο οποίο πέφτει κάποιος από το μπαλκόνι του εβδομηκοστού ορόφου και φτάνοντας στον εικοστό κατά την πτώση του μονολογεί «μέχρι εδώ καλά πάμε».

Η πολυγλωσσία, οι αλληλοαναιρούμενες πληροφορίες, οι συνεχόμενες διαψεύσεις, οι διαρροές έναντι μιας επίσημης – και άρα δεσμευτικής- πληροφόρησης, οι εκ διαμέτρου αντίθετες δήθεν τακτικές διαπραγμάτευσης είναι απαράδεκτες καθώς διαστρεβλώνουν τα πραγματικά γεγονότα προσβάλλουν τους Έλληνες καθώς τους κρατάνε στο σκοτάδι της άγνοιας, ανενημέρωτους και ανησυχούντες. Το γεγονός ότι δημοσκοπικά ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος φαίνεται να στηρίζει την κυβέρνηση δεν αναιρεί όλα τα ανωτέρω διότι εν πολλοίς μπορεί να οφείλεται και σε αυτά. Επίσης ο πρωθυπουργικός δυισμός με τις  εκτός Ελλάδας  εμφανίσεις του να χαρακτηρίζονται μετριοπαθείς και τις εντός να χαρακτηρίζονται εθνικολαϊκιστικές και πρόδρομες ενδεχόμενης ρήξης με τους εταίρους είναι επίσης απαράδεκτος.

Εξαερώνεται με ταχείς ρυθμούς η όποια αξιοπιστία της χώρας που ανακτήθηκε όλα αυτά τα χρόνια με πάρα πολλές θυσίες, λάθη, κοινωνική και οικονομική ασφυξία. Εκμηδενίζονται οι προοπτικές ανάκαμψης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων καθώς ο πήχης ολοένα και βυθίζεται.

Προ ενός έτους ο δημόσιος διάλογος είχε στο επίκεντρο τους τρόπους με τους οποίους η Ελλάδα θα επιχειρήσει την έξοδο από την κρίση – όχι από το μνημόνιο απαραίτητα. Η προηγούμενη κυβέρνηση δεχόταν σκληρή και δίκαιη κριτική για λάθη, ανεπίτρεπτες παραλείψεις, ολιγωρίες και εν γένει αδυναμίες που επιβάρυναν δυσανάλογα τους φτωχούς, επιβράδυναν την προοπτική ανάπτυξης και ενέτειναν τις ανισότητες. Σήμερα όμως τα κεντρικά ζητήματα είναι η πιθανή ρήξη με τους εταίρους, το grexit, η κυκλοφορία διπλού νομίσματος ( που ισοδυναμεί με έξοδο από την ευρωζώνη) και ο περιορισμός στην κίνηση κεφαλαίων. Ταυτόχρονα έχει λάβει χώρα bank run με περίπου 20 δισεκατομμύρια ευρώ να έχουν αποσυρθεί από τις τράπεζες και η βεβαιωμένη υστέρηση στην είσπραξη φόρων δυναμιτίζει τους στόχους του προϋπολογισμού αλλά και την δυνατότητα άσκησης κοινωνικής πολιτικής.

Η ίδια η κυβέρνηση έχει υπονομεύσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα πορεία της καθώς όλοι ανεξαιρέτως οι χειρισμοί της ήταν επιεικώς ερασιτεχνικοί αν δεν είναι ενταγμένοι σε σχέδιο συνειδητής ρήξης. Αντί του στόχου να βελτιωθούν σημεία του μνημονίου, να ανατραπούν λανθασμένες ρυθμίσεις και προβλέψεις και να επιταχυνθούν κάποιες κομβικές μεταρρυθμίσεις ξαναμπήκε η χώρα στο μάτι του κυκλώνα. Επί δύο μήνες ετοιμάζεται μια λίστα μεταρρυθμίσεων και ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ποτέ δεν είναι σοβαρή, ποτέ δεν είναι ποσοτικοποιημένη. Πέραν του γεγονότος πως επί δύο χρόνια σαν αξιωματική αντιπολίτευση όφειλαν να ετοιμάσουν κάποιο σοβαρό σχέδιο για τη χώρα διότι οι αντικειμενικές συνθήκες ήταν σε όλους γνωστές, σήμερα παρουσιάζεται μια δομική αδυναμία συνεννόησης με τους Ευρωπαίους εταίρους. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, που ήταν κοστολογημένο δεν αναφέρεται καθόλου,  όχι διότι ήταν ένα κακό πρόγραμμα, αλλά διότι δεν πατούσε πουθενά δημοσιονομικά. Θαρρείς και το πλεόνασμα βολονταρισμού θα κάλυπτε τα δημοσιονομικά ελλείμματα ή ανάγκες.

Η βίαιη απομάγευση της αντιμνημονιακής ρητορείας είναι μείζον εμπόδιο που φέρνει ήδη σοβαρούς κραδασμούς στο σώμα της κυβέρνησης και κυρίως στον κορμό αυτής, τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αμφίβολο αν το κόμμα αυτό θέλει και μπορεί να ξεπεράσει το σοκ της προσγείωσης στην πραγματικότητα. Ταυτόχρονα είναι όμως και μία – ίσως η μοναδική- ευκαιρία μιας στροφής και μιας δομικά διαφορετικής προσέγγισης. Η μετάβαση από μία αντιμνημονιακή διακυβέρνηση σε μία πραγματικά προοδευτική διακυβέρνηση είναι η μόνη οδός που με πολλές προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει με κάποια σχετική ασφάλεια και σε ένα ευτυχές τέλος.

Τα χρονικά περιθώρια στενεύουν. Έχουμε φτάσει στον εικοστό όροφο κατά την πτώση μας από την πολυκατοικία. Όποιος πιστεύει ότι «μέχρι εδώ καλά πάμε» έχει την ευθύνη των πράξεων και των παραλείψεών του.


Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Οι φτωχοί φτωχότεροι, η επιθυμητή αλλαγή και η σοσιαλδημοκρατία



Προ ολίγων ημερών δημοσιεύτηκε μια μελέτη με τίτλο «Αλληλεγγύη και προσαρμογή στην Ελλάδα της κρίσης» ( GREECE: SOLIDARITY AND ADJUSTMENT IN TIMES OF CRISIS The Study was supported by the Macroeconomic Policy Institute of the Hans-Boeckler-Foundation)  που υπογράφουν οι καθηγητές Τάσος Γιαννίτσης και Σταύρος Ζωγραφάκης. Τα βασικά συμπεράσματα αυτής της μελέτης είναι πως τα μεσαία και χαμηλά οικονομικά στρώματα επιβαρύνθηκαν δραματικά δυσανάλογα τα χρόνια της κρίσης και του μνημονίου σε σχέση με τα ανώτερα. Ένα άλλο συμπέρασμα είναι πως ο ιδιωτικός τομέας επιβαρύνθηκε επίσης δυσανάλογα εν συγκρίσει με τον δημόσιο τομέα.

Χαμηλά εισοδήματα και ιδιωτικός τομέας πλήρωσαν τη δημοσιονομική προσαρμογή - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αυτές οι διαπιστώσεις, αυτά τα συμπεράσματα βρίσκονται στον πυρήνα της αποτυχίας του ελληνικού μνημονίου, της κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος και της ανόδου ενός μικρού ανομοιογενούς κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην εξουσία. Οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι παρέμειναν σχεδόν ανέγγιχτοι. Οι ανισότητες αυξήθηκαν δραματικά και δημιούργησαν μία εκρηκτική κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που υπονόμευε την κοινωνική ειρήνη και τη δυνατότητα εφαρμογής μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων.

Αυτή η δυσανάλογη κατανομή των βαρών δεν επέτρεψε την δημιουργία μιας κρίσιμης κοινωνικής μάζας εντός της ελληνικής κοινωνίας που θα στήριζε ένα μεταρρυθμιστικό  πρόγραμμα καθώς οι κοινωνικές ομάδες που δυνάμει θα ήταν σύμμαχοι μιας τέτοιας προσπάθειας είτε επλήγησαν πολύ, είτε προστατεύθηκαν μέσω πολιτικών επιλογών σε βάρος των υπολοίπων. Οι μισοί συμπιέστηκαν δραματικά και οι άλλοι μισοί ήταν και θέλησαν να παραμείνουν προνομιακά ενταγμένοι στο πλέγμα των insiders φοβούμενοι μήπως απολέσουν τα έστω περιορισμένα προνόμιά τους. Δεν κατέστη έτσι δυνατό να δημιουργηθεί μια κοινωνική συμμαχία που μικρών και μεσαίων στρωμάτων που αντιλαμβανόμενη τις προκλήσεις θα τασσόταν υπέρ ορισμένων δομικών μεταρρυθμίσεων. Αντιμετωπίστηκε η κρίση φοβικά και αμυντικά και η αρχικά αισιόδοξη φράση «η κρίση ως ευκαιρία – ευκαιρία αλλαγών, εκσυγχρονισμών, κοινωνικής δικαιοσύνης» έγινε το πιο σύντομο ανέκδοτο.

Η δίκαιη λιτότητα λοιδορήθηκε από στενόμυαλους πολιτικούς και από πολιτικές και κομματικές δυνάμεις ως μία συντηρητική επιλογή ενώ αποτελούσε ίσως την επιτομή της προοδευτικής διαχείρισης της κρίσης. Οι μεταρρυθμίσεις που θα την εξασφάλιζαν δεν έγιναν σχεδόν ποτέ, παρά μόνον αποσπασματικά, με εξωτερικούς καταναγκασμούς και συνεχείς εκφυλισμούς και διολισθήσεις στο προηγούμενο καθεστώς.

Αν δύο ήταν οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να υλοποιήσει η χώρα, μετά την επί της ουσίας χρεοκοπία, αυτές ήταν και παραμένουν η φορολογική και η διοικητική. Η καθυστέρηση και οι παλινωδίες σε αυτούς τους δύο τομείς για 6 περίπου χρόνια μεγιστοποίησαν το κόστος της προσαρμογής. Μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που θα άρει την πάγια υστέρηση του ελληνικού κράτους και θα διαμορφώσει ένα φορολογικό περιβάλλον σταθερό και δίκαιο, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Μια ουσιαστική διοικητική μεταρρύθμιση που θα ανατάξει το κράτος, τις δυνατότητές του και θα επανεξετάσει τα κόστη, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Σε ό,τι αφορά στην φορολογική μεταρρύθμιση και την ανάγκη εκσυγχρονισμού της φορολογικής διοίκησης η συμβολή του μνημονίου ( υποδείξεις, στόχοι, τρόποι) ως δεσμευτικό προγραμματικό κείμενο κρίνεται θετική. Η καθυστέρηση, η βούληση πολιτικής διαμεσολάβησης και η επιλογή υπερφορολόγησης  οφείλονται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.  Σε ό,τι αφορά όμως στη διοικητική μεταρρύθμιση εκτιμώ πως οι παρεμβάσεις της τρόικα ως θεματοφύλακα του μνημονίου ήταν αρνητικές. Λόγω μιας μάλλον ιδεοληπτικής εκκίνησης ωθήθηκαν τα πράγματα σε απαίτηση απολύσεων χωρίς καμία αξιολόγηση. Εξουδετερώθηκε πολιτικά το σχέδιο της κινητικότητας, δόθηκαν μικρά χρονικά περιθώρια για πολλές και σημαντικές αλλαγές και ναρκοθετήθηκε η πιθανότητα ομαλής υλοποίησής της.

Στην περίπτωση του κοινωνικού κράτους παρατηρούμε ότι ήταν γενναιόδωρο με τους δυνατούς και σκληρό με τους αδύνατους. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μάλιστα πως αναδιένεμε πόρους προς την αντίθετη φορά -από τους πραγματικά έχοντες ανάγκη προς εκείνους που απολάμβαναν ποικιλόμορφη προστασία και ασφάλεια. Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ένα. Το ελληνικό κοινωνικό κράτος δεν στερούνταν πόρων, δεν ήταν φτωχό. Απλά ήταν κακό, ήταν αναποτελεσματικό και δεν ήταν στοχευμένο. Τη στιγμή της κρίσης, όπου πράγματι η ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης κατέστη επιτακτική, είναι αλήθεια πως οι πόροι περιορίστηκαν και το σύστημα βρέθηκε παντελώς ανέτοιμο να ανταποκριθεί στη νέα απαιτητική συνθήκη.

Με αφορμή όμως και την περίπτωση του κοινωνικού κράτους προσφέρονται συμπεράσματα που οδηγούν στην αναθεώρηση πολλών απόψεων. Η κριτική έχει επωφελή αποτελέσματα όταν στοχεύει τον πυρήνα του προβλήματος. Δυστυχώς, η κρίση και η απότομη καθίζηση μας έχει αποστερήσει αυτή τη δυνατότητα καθώς η ψυχραιμία είναι ζητούμενο.

Κόμματα και πολιτικοί βρήκαν την ευκαιρία να επενδύσουν στη δίκαιη αγανάκτηση των πληττόμενων από την κρίση Ελλήνων, αποστερώντας τους έτσι τη δυνατότητα να δουν καθαρά τις αιτίες αυτής. Αντί λοιπόν ενός πάνδημου αιτήματος για αλλαγές όλων εκείνων που οδήγησαν στην κρίση, πολλές φορές παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο. Αιτήματα και διεκδικήσεις υπέρ του status quo, της ακινησίας, του προηγούμενου καθεστώτος με μανδύα φιλολαϊκό. Επιπλέον, όλη η ρητορική περί αλλαγών περιορίζεται σε πολιτικό επίπεδο.

Η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ εκτιμώ ότι παρά τις διαβεβαιώσεις που δίνει υπέρ των μεταρρυθμίσεων ανά ένα μήνα στους εταίρους δεν έχει ως στόχο και σχέδιο την υλοποίησή τους, για τον απλό λόγο ότι δεν τις πιστεύει. Η επιθυμητή αλλαγή αυτού του status quo έχει καταστεί σχεδόν αδύνατή διότι μεγάλες επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις εξαρτώνται άμεσα από την αναπαραγωγή του παλιού συστήματος.

Μόνον ένα ριζικά νέο σοσιαλιστικό/ σοσιαλδημοκρατικό κόμμα υπό πολλές προϋποθέσεις θα μπορούσε να κινηθεί προς την επιθυμητή κατεύθυνση αλλαγής. Κεντρικό σημείο της νέας σοσιαλδημοκρατικής πρότασης, η παραδοχή της αποτυχίας στην προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης. Πέτυχε να διατηρήσει τη χώρα στην ευρωζώνη αναλαμβάνοντας το τεράστιο πολιτικό κόστος αλλά απέτυχε στο να το επιμερίσει δίκαια και να το μετριάσει. Συνέβαλε δια της παραλείψεως στην μεγιστοποίηση του κοινωνικού κόστους και αυτό ήταν κραυγαλέα αποτυχία.

Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μία προοδευτική πολιτική δύναμη με τα εξής χαρακτηριστικά : σταθερά ευρωπαϊκή, πραγματικά προοδευτική, μεταρρυθμιστική, λαϊκή, με συλλογική ιστορική συνείδηση για τις δυσκολίες του εγχειρήματος εξόδου από την κρίση και ανάταξης της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Πρέπει να την δημιουργήσουμε