Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 8/9/2014)

Ο πρωθυπουργός στην καθιερωμένη του ομιλία ενώπιον των παραγωγικών φορέων της πόλης στη ΔΕΘ παρουσιάζει το οικονομικό πρόγραμμα της χρονιάς καθώς και το συνολικό πολιτικό του σχέδιο. Αυτή η ομιλία είναι, θα έλεγε κανείς, μία παράδοση καθώς παρά τις ραγδαίες αλλαγές σε οικονομία και πολιτική, έχει καταφέρει να επιβιώνει παρά το μειούμενο ενδιαφέρον σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Μόλις λίγα χρόνια πριν, η άνοδος του πρωθυπουργού για τα εγκαίνια της ΔΕΘ συνοδεύονταν από μεγάλη κινητοποίηση των κομματικών μηχανισμών. Πλήθος και πάθος ενταγμένα αρμονικά στη μεταπολιτευτική σκηνογραφία που το απαιτούσε.
Φέτος, πέραν των εξαγγελιών για την οικονομική πολιτική, τις φοροελαφρύνσεις, τη διαπραγμάτευση με την τρόικα και τις προοπτικές βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους η ομιλία του πρωθυπουργού έιχε ορισμένα χαρακτηριστικά που αξίζει να προσεχθούν.
Ήταν μία μέτρια έως κακή ομιλία όχι τόσο διότι το πακέτο των παροχών ( άλλη μεταπολιτευτική παράδοση αυτή) ήταν μικρό εν όψει της συνέχισης των  διαπραγματεύσεων με την τρόικα, αλλά διότι δεν ήταν καθόλου εμπνευσμένη. Ακόμη μια φορά ο λόγος του ήταν διλληματικός και επιθετικός απέναντι στην αντιπολίτευση με σκληρούς χαρακτηρισμούς. Το μοτίβο αυτό όμως είναι μονότονο και κουραστικό. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον αυτά τα δύο χρόνια, έχει αποδώσει αυτά που μπορούσε. Δεν μπορεί με την αέναη ανακύκλωση των ίδιων επιχειρημάτων να προσδοκά επιτυχίες.
Σε ό,τι αφορά στην πολιτκή σταθερότητα, κρίσιμη παράμετρο κάθε επιτυχούς προσπάθειας, η αποσύνδεσή της από την κοινωνική σταθερότητα και τις πιέσεις που η τελευταία προκαλεί, καθιστά το ζήτημα τεχνικό ενώ είναι ουσιαστικό. Η πολιτική σταθερότητα για να διασφαλιστεί απαιτείται μια στοιχειώδης κοινωνική σταθερότητα. Οι ζητούμενες πολιτικές συναινέσεις με στόχο την εκλογή για παράδειγμα Προέδρου της Δημοκρατίας δεν μπορούν να εδράζονται σε πολεμικό λόγο, σε μετωπικές συγκρούσεις ταυτόχρονα με την υιοθέτηση και την προώθηση μιας συντηρητικής ατζέντας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και πολιτκής ζωής.
Πέραν αυτών η ομιλία του πρωθυπουργού έδωσε την αίσθηση ότι απευθύνονταν σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Σε κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που παραδοσιακά αποτελούν εκλογική δεξαμενή της Δεξιάς. Για παράδειγμα οι αναφορές στους ένστολους ειδικά τη στιγμή που η ανεργία των νέων είναι στο 60% αποτελεί μία στόχευση. Η αναφορές στην ελληνικότητα της Μακεδονίας με αφορμή την ανακάλυψη ενός ιδιαίτερα σημαντικού ταφικού μνημείου αντί ενός σχεδίου για τον κόσμο της εργασίας, αντί ενός σχεδίου για τις κοινωνικές δομές φανερώνει μία επιλογή. Ο πρωθυπουργός φάνηκε να απευθύνεται σε ένα ακροατήριο συντηρητικό. Η απουσία αναφορών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και η χρήση ορισμένων λέξεων και προτάσεων φανερώνει πως απευθύνθηκε προνομιακά σε πολίτες που βρίσκονται ιδεολογικοπολιτικά εγγύτερα στο χώρο του.
Εάν αυτές οι παρατηρήσεις είναι σωστές  τότε σημαίνει ότι στη Νέα Δημοκρατία έχουν αποδεχθεί ότι χάνουν/ θα χάσουν τις εκλογές και προσπαθούν απλά να διασωθούν συγκρατώντας δυνάμεις. Η ομιλία Σαμαρά δεν απευθύνθηκε σε κανέναν πέραν ''των δικών του''. Δεν μπορεί με τέτοια επιχειρηματολογία, τέτοιες λέξεις, τέτοια κεντρικά μηνύματα να προσθέσει παρά μόνο να συγκρατήσει. Έχει παρατηρηθεί αυτό και άλλες φορές με αρχηγούς κομμάτων. Για παράδειγμα ο Γ. Παπανδρέου προ των εκλογών του 2007 - όταν όλοι καταλάβαιναν πως οι εκλογές σχεδόν είχαν χαθεί - ικανοποίησε διακηρυκτικά από τα προεκλογικά μπαλκόνια κάθε πολιτικοκομματική επιθυμία του μέσου ψηφοφόρου του ΠΑΣΟΚ, όχι όμως αυτούς που αποτελούσαν την κρίσιμη εκλογική μάζα. Τότε ακόμη και τα τηλεοπτικά σποτ του ΠΑΣΟΚ επιμέλειας Κώστα Λαλιώτη είχαν σχεδιαστεί για να συγκρατήσουν και όχι να προσθέσουν.

Επανερχόμενος στη σημερινή Νέα Δημοκρατία, αποδεικνύεται πόσο λανθασμένη ήταν η στρατηγική επιλογή της να κινηθεί δεξιότερα αμέσως μετά την επίτευξη καταβολής της μέγα - δόσης τον Ιανουάριο του 2013. Επιλογή που υπονόμευσε την εντολή των εκλογών του 2012 και κυρίως τις προοπτικές και τις δυνατότητές της να ''καταλάβει το χώρο του κέντρου. Η μετατόπισή της δεξιότερα βέβαια πριμοδοτεί τους αυθεντικότερα ακροδεξιότερους της αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου άρθρου.