Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Πολλές εκλογές, λίγες αλλαγές (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 22/12/2014)

Αν ορίσουμε συμβατικά το έτος 2007 ως το απόγειο της προηγούμενης – προ χρεωκοπίας – κατάστασης αλλά και το πρώτο έτος σαφών ενδείξεων δημοσιονομικών προβλημάτων θα θυμηθούμε ότι ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής κατέφυγε σε πρόωρες εκλογές με αφορμή και αιτία το επιδεινούμενο κλίμα στην οικονομία. Ζήτησε νέα εντολή για τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων που θα συγκρατούσαν τα ασυγκράτητα. Από το 2007 φτάσαμε στο 2015 και  οι εκλογικές αναμετρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των πολύ πιθανών στις αρχές του νέου έτους φτάνουν τις 5 τον αριθμό (2007, 2009, 2012/2012, 2015). Δηλαδή σε 8 χρόνια 5 εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή η συχνότητα προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία είναι από μόνη της προβληματική καθώς φανερώνει μια αδυναμία εφαρμογής πολιτικών προτάσεων που να απαντούν στοιχειωδώς στο δομικό πρόβλημα της χώρας.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια φαίνεται πως οδηγούμαστε και πάλι σε πρόωρες εκλογές. Σήμερα μετά από 7 περίπου χρόνια ύφεσης, με ανεργία στο 30%, με πτώση του ΑΕΠ κατά 25%  θα συζητήσουμε για χρηματισμούς, για πολώσεις, για στρατηγικές έντασης, για παραγοντισμούς αλλά ποτέ για λύσεις. Θα συζητήσουμε για νέα κόμματα, συμπράξεις, αποχωρήσεις, μεταγραφές αλλά καθόλου για ρεαλιστικές προτάσεις. Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Γιατί δεν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις ή πρόσωπα που θα υποδείξουν ένα σκαρίφημα πρότασης διεξόδου από την κρίση; Γιατί δεν έγιναν και δεν γίνονται οι απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται;

Οποιαδήποτε συζήτηση περί αλλαγών στην Ελλάδα έχει αξία να ξεκινά από τους λόγους για τους οποίους αυτές δεν υλοποιούνται. Έχει αξία να ειπωθεί γιατί συνεχώς αναβάλλονται, ακυρώνονται, μετατίθενται για το μέλλον, αποσιωπούνται ή εκφυλίζονται.

Δύο είναι κατά τη γνώμη μου οι αιτίες αυτής της αέναης ελληνικής πραγματικότητας και αυτής της κακοδαιμονίας. Πρώτη, ο κεντρικός ρόλος που  έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης  που σχεδόν καθόριζαν την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους όλα τα προηγούμενα χρόνια. Η αυξημένη ισχύς των ομάδων συμφερόντων περά από γενεσιουργός αιτία κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων είναι ταυτόχρονα και βασικός παράγοντας αδυναμίας προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα. Δεύτερη αιτία είναι αυξημένη δυνατότητα δανεισμού που απήλαυσε η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση και δια αυτού ικανοποιούσε κάθε ανάγκη, κάθε απαίτηση, κάθε αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού. Η πρόσβαση σε φθηνό χρήμα κατέστησε την ανάγκη ων μεταρρυθμίσεων βραχυπρόθεσμα περιττή. Ελλείψει εξωτερικών καταναγκασμών και πληθώρα εσωτερικών εναλλακτικών διαρκούς χρηματοδότησης ελλειμμάτων, οι μεταρρυθμίσεις κατέστησαν φιλολογική συζήτηση. Η μη έγκαιρη υλοποίησή τους δεν είχε άμεσα ορατά αποτελέσματα. Άλλοτε το πολιτικό κόστος και οι κοινωνικές κινητοποιήσεις, άλλοτε ο μετεωρισμός ανάμεσα σε μεταρρυθμιστική βούληση και πελατειακές εξαρτήσεις και άλλοτε η επικράτηση ενός αλόγιστου κυβερνάν ματαίωσαν την υλοποίηση τέτοιων παρεμβάσεων.

Σήμερα, σε μια ριζικά διαφορετική συγκυρία όπου οι κεντρικοί δημοσιονομικοί καταναγκασμοί είναι ισχυροί, οι συνέπειες της αλόγιστης απραξίας, της μετάθεσης των μεταρρυθμίσεων λόγω πολιτικού κόστους είναι εμφανείς, οφείλουμε να ξαναπιάσουμε το θέμα από την αρχή και να διεκδικήσουμε την υλοποίησή τους. Εντός της κρίσης η αντιμετώπιση των μεταρρυθμίσεων με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο δεν είναι ανεκτή. Η μεταρρυθμιστική αβελτηρία πέραν του ότι οδήγησε στην κρίση, έχει μεγιστοποιήσει το κόστος εξόδου από αυτήν. Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν έχουν επίπτωση στην προσπάθεια προσαρμογής και αυξάνουν το δημοσιονομικό κόστος. Εάν υλοποιούνταν είναι σίγουρο πως θα επιδρούσαν θετικά, θα ελάφρυναν τα βάρη και θα μετασχημάτιζαν το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Δυστυχώς, η έννοια της μεταρρύθμισης όμως στην Ελλάδα της κρίσης έχει αλλοιωθεί από την παρατεταμένη και συνεχόμενη χρήση αλλά και από την αναντιστοιχία στόχων και αποτελεσμάτων. Η εννοιολογική διαστολή της λέξης «μεταρρύθμιση» αλλοίωσε τα νοήματα. Πίσω από την ταμπέλα της μεταρρύθμισης και την ιδιότητα του μεταρρυθμιστή βρέθηκαν ιδέες και πρακτικές που άφηναν αναλλοίωτα τα αίτια των παθογενειών, πολιτικοί και πολιτικές που προστάτευσαν λογής συμφέροντα μικρά ή μεγαλύτερα αλλά και συντεχνιακές αντιλήψεις.

Αντί όμως οι αλλαγές αυτές να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον των συζητήσεων, της προεκλογικής περιόδου μπορούμε να αναλωθούμε συλλογικά σε μια αναζήτηση χρηματισμών, αργυρώνητων, λωποδυτών, νταουλιών. Όσες εκλογές και αν κάνουμε το μείζον είναι πάντα θα είναι οι αλλαγές. 

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Λίγα λόγια για την σειράρα True Detective

Μπαίνω στον κόπο να γράψω ένα κειμενάκι χωρίς να έχω από την αρχή στο μυαλό μου τι θέλω να τονίσω. Χωρίς να έχω στο μυαλό μου τι θέλω να αναδείξω και να σημειώσω. Το κάνω μόνο και μόνο επειδή η σειρά αυτή μου άρεσε πάρα πολύ – κάτι σαν φόρο τιμής.

Είναι γεγονός πως εμείς – οι γύρω στα 30 ( συν πλην 5) – δεν βλέπουμε πλέον τηλεόραση καθώς όλο το πρόγραμμά της είναι στημένο πάνω στις συνήθειες των γονιών μας. Η ανυπόφορη κυριαρχία των baby boomers  - γενιά του Πολυτεχνείου στα καθ’ ημάς- αποτυπώνεται ακόμη και στα τηλεοπτικά προγράμματα.

Όπως όμως η φύση απεχθάνεται το κενό, έτσι και ο θεός της ψυχαγωγίας φρόντισε για εμάς. Εδώ και λίγα χρόνια έχουμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε σε πραγματικό χρόνο – ελάχιστα λεπτά μετά την πρώτη προβολή στα αμερικάνικα τηλεοπτικά δίκτυα- παραγωγές κινηματογραφικού επιπέδου απλωμένες σε σίριαλ. Αμερικάνικες τηλεοπτικές σειρές για όλα τα γούστα.
Μην τα πολυλογώ, το True Detective είναι μία από αυτές τις σειρές και για αυτήν θέλω να γράψω δυο λογάκια.

Ξεχάστε κοστούμια, εφέ, σκηνικά. Ξεχάστε παράλληλες ιστορίες που συμφύονται και διαμορφώνουν μία κεντρική. Ξεχάστε κομπάρσους, στρατούς, μεσαιωνικά κάστρα, κρυσταλλικές μεθαδόνες, συμμορίες και άλλα τέτοια. Εδώ έχουμε να κάνουμε με πούρο αστυνομικό.

Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε δύο χρόνους. Εξιστορεί, αρχικά, την προσπάθεια δύο ντετέκτιβ να επιλύσουν μια ανθρωποκτονία προ εικοσαετίας μέσα από τις αφηγήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών. Στα πλαίσια μιας παροντικής έρευνας, οι δύο πρωταγωνιστές ερωτούνται για εκείνη την υπόθεση. Προς τα τελευταία επεισόδια στης σεζόν  η δράση μεταφέρεται αποκλειστικά στο παρόν και οι δύο πρωταγωνιστές ξαναπιάνουν το νήμα της έρευνας από εκεί που το άφησαν τότε.

Ο Matthew McConaughey και ο Woody Harrelson στους κεντρικούς ρόλους των δύο αστυνομικών – ντετέκτιβ  έχουν εμφανείς διαφορές. Ο πρώτος, μοναχικός, σκοτεινός και κατά κάποιο τρόπο εσωστρεφής μετά το θάνατο της κόρης του και τη διάλυση της οικογένειάς του, φιλοσοφημένος με ευρύ γνωστικό πεδίο, είναι παρατηρητικός και εργάζεται υπέρ του δέοντος συστηματικά.

Ο δεύτερος πιο ανθρώπινος, με απλά καθημερινά πάθη – σαρκικά κυρίως- οικογενειάρχης με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι πιο προσγειωμένος και αποδέχεται τις κοινωνικές συμβάσεις. Ενταγμένος πλήρως στο κοινωνικό περιβάλλον, δεν τα σκαλίζει και διεκδικεί μια μικροαστική ευζωία έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται στον τόπο και τον χρόνο.

Η σχέση ανάμεσά τους είναι μετρημένα συγκρουσιακή. Διαφέρουν. Αυτό τους φέρνει στα πρόθυρα της ρήξης όμως άρρητα ο ένας αναγνωρίζει στον άλλο θετικά στοιχεία που τους κρατάνε ομάδα. Είναι σαν ο ένας να αποδέχεται τις ιδιαιτερότητες του άλλου – τις ενσωματώνει στην τελική του κρίση και αποφασίζει να συνεχίσει με τον συνάδελφο. Το όλο στήσιμο της σειράς θα έλεγες πως πατάει πάνω στη σχέση των δύο αντρών παρά σε αυτή καθ’ αυτή την υπόθεση.

Στο σημείο αυτό ξαναδιαβάζω όσα έγραψα. Λοιπόν δεν έχω φτάσει ούτε στο 30% όσων μου έρχονται στο κεφάλι από όλες τις πάντες. Αν τα γράψω όλα όμως θα φτάσουμε το πεντασέλιδο και δεν θα το διαβάσει άνθρωπος. Από δω και πέρα κωδικοποιημένα 2-3 πραγματάκια ακόμη και τέλος.

Τόπος : Λουιζιάνα. Ομίχλη και καταχνιά. Χωριατίλα. Υγρασία. Τίποτε κοσμοπολίτικο. Πυκνή βλάστηση, χοντροκομμένοι άνθρωποι. Country πανηγύρια, βυζαρούδες βλαχογκόμενες πρόθυμες για όλα και άντρες που τα έχουν όλα απλά και λυμένα στο κεφάλι τους.

Πολιτικό μήνυμα : Ψηφίζουμε Δημοκρατικούς και ποτέ Ρεπουμπλικάνους. Η κυριαρχία των τελευταίων σε όλη τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές του 1990 μεταφράστηκε σε υποχώρηση των κρατικών δομών υπέρ διάφορων ιδιωτικών. Στη σειρά γίνεται λόγος για αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τόπους για την κάλυψη της οποίας δραστηριοποιήθηκαν θρησκευτικά και παραθρησκευτικά ιδρύματα με ανάλογα σχολεία. Αυτά όλα τα ιδρύματα που δραστηριοποιούνταν από το επίπεδο ενός σχολείου μέχρι ψευδοεπιστημονικών ινστιτούτων ( σχολεία- κατηχητικά – εκκλησίες – χορωδίες- λέσχες) και όλως τυχαίως υποστηρίζουν ότι πιο αντινεωτερικό μπορείς να φανταστείς. Δεν υπάρχει υπερθέρμανση, δεν χρειάζεται προφύλαξη η ερωτική πράξη, δεν πρέπει να γίνονται αμβλώσεις, το AIDS δεν αφορά του ετεροφυλόφιλους, η οπλοκατοχή είναι αναφαίρετο δικαίωμα κλπ κλπ. Χρηματοδοτούνται από μεγιστάνες του πετρελαίου, της οπλοβιομηχανίας και εκτείνονται μέχρι εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα. Όλοι Ρεπουμπλικάνοι υπερσυντηρητικοί -  μην ρωτάς το γιατί.


Σιριαλ κίλερ – αποκρυφισμός : Είναι γεγονός πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μία περίπτωση ανθρωποκτονίας με έντονα αποκρυφιστικά στοιχεία που όμως δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Ερεθίζουν την περιέργεια του θεατή καθώς όπως και να το κάνουμε ο αποκρυφισμός είναι μαγνήτης. Σύμβολα, κέρατα, τελετές, μάσκες ζώων δένουν και διαμορφώνουν ένα αγωνιώδες μπακράουντ. Προσωπικά όμως μου άρεσε πως αυτή η διάσταση συμφύεται με μια υπαρκτή πολιτική –κοινωνική πραγματικότητα ( βλέπε ανωτέρω : πολιτικό μήνυμα).

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 8/9/2014)

Ο πρωθυπουργός στην καθιερωμένη του ομιλία ενώπιον των παραγωγικών φορέων της πόλης στη ΔΕΘ παρουσιάζει το οικονομικό πρόγραμμα της χρονιάς καθώς και το συνολικό πολιτικό του σχέδιο. Αυτή η ομιλία είναι, θα έλεγε κανείς, μία παράδοση καθώς παρά τις ραγδαίες αλλαγές σε οικονομία και πολιτική, έχει καταφέρει να επιβιώνει παρά το μειούμενο ενδιαφέρον σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν. Μόλις λίγα χρόνια πριν, η άνοδος του πρωθυπουργού για τα εγκαίνια της ΔΕΘ συνοδεύονταν από μεγάλη κινητοποίηση των κομματικών μηχανισμών. Πλήθος και πάθος ενταγμένα αρμονικά στη μεταπολιτευτική σκηνογραφία που το απαιτούσε.
Φέτος, πέραν των εξαγγελιών για την οικονομική πολιτική, τις φοροελαφρύνσεις, τη διαπραγμάτευση με την τρόικα και τις προοπτικές βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους η ομιλία του πρωθυπουργού έιχε ορισμένα χαρακτηριστικά που αξίζει να προσεχθούν.
Ήταν μία μέτρια έως κακή ομιλία όχι τόσο διότι το πακέτο των παροχών ( άλλη μεταπολιτευτική παράδοση αυτή) ήταν μικρό εν όψει της συνέχισης των  διαπραγματεύσεων με την τρόικα, αλλά διότι δεν ήταν καθόλου εμπνευσμένη. Ακόμη μια φορά ο λόγος του ήταν διλληματικός και επιθετικός απέναντι στην αντιπολίτευση με σκληρούς χαρακτηρισμούς. Το μοτίβο αυτό όμως είναι μονότονο και κουραστικό. Αυτή η επιχειρηματολογία έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον αυτά τα δύο χρόνια, έχει αποδώσει αυτά που μπορούσε. Δεν μπορεί με την αέναη ανακύκλωση των ίδιων επιχειρημάτων να προσδοκά επιτυχίες.
Σε ό,τι αφορά στην πολιτκή σταθερότητα, κρίσιμη παράμετρο κάθε επιτυχούς προσπάθειας, η αποσύνδεσή της από την κοινωνική σταθερότητα και τις πιέσεις που η τελευταία προκαλεί, καθιστά το ζήτημα τεχνικό ενώ είναι ουσιαστικό. Η πολιτική σταθερότητα για να διασφαλιστεί απαιτείται μια στοιχειώδης κοινωνική σταθερότητα. Οι ζητούμενες πολιτικές συναινέσεις με στόχο την εκλογή για παράδειγμα Προέδρου της Δημοκρατίας δεν μπορούν να εδράζονται σε πολεμικό λόγο, σε μετωπικές συγκρούσεις ταυτόχρονα με την υιοθέτηση και την προώθηση μιας συντηρητικής ατζέντας σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και πολιτκής ζωής.
Πέραν αυτών η ομιλία του πρωθυπουργού έδωσε την αίσθηση ότι απευθύνονταν σε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Σε κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που παραδοσιακά αποτελούν εκλογική δεξαμενή της Δεξιάς. Για παράδειγμα οι αναφορές στους ένστολους ειδικά τη στιγμή που η ανεργία των νέων είναι στο 60% αποτελεί μία στόχευση. Η αναφορές στην ελληνικότητα της Μακεδονίας με αφορμή την ανακάλυψη ενός ιδιαίτερα σημαντικού ταφικού μνημείου αντί ενός σχεδίου για τον κόσμο της εργασίας, αντί ενός σχεδίου για τις κοινωνικές δομές φανερώνει μία επιλογή. Ο πρωθυπουργός φάνηκε να απευθύνεται σε ένα ακροατήριο συντηρητικό. Η απουσία αναφορών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες και η χρήση ορισμένων λέξεων και προτάσεων φανερώνει πως απευθύνθηκε προνομιακά σε πολίτες που βρίσκονται ιδεολογικοπολιτικά εγγύτερα στο χώρο του.
Εάν αυτές οι παρατηρήσεις είναι σωστές  τότε σημαίνει ότι στη Νέα Δημοκρατία έχουν αποδεχθεί ότι χάνουν/ θα χάσουν τις εκλογές και προσπαθούν απλά να διασωθούν συγκρατώντας δυνάμεις. Η ομιλία Σαμαρά δεν απευθύνθηκε σε κανέναν πέραν ''των δικών του''. Δεν μπορεί με τέτοια επιχειρηματολογία, τέτοιες λέξεις, τέτοια κεντρικά μηνύματα να προσθέσει παρά μόνο να συγκρατήσει. Έχει παρατηρηθεί αυτό και άλλες φορές με αρχηγούς κομμάτων. Για παράδειγμα ο Γ. Παπανδρέου προ των εκλογών του 2007 - όταν όλοι καταλάβαιναν πως οι εκλογές σχεδόν είχαν χαθεί - ικανοποίησε διακηρυκτικά από τα προεκλογικά μπαλκόνια κάθε πολιτικοκομματική επιθυμία του μέσου ψηφοφόρου του ΠΑΣΟΚ, όχι όμως αυτούς που αποτελούσαν την κρίσιμη εκλογική μάζα. Τότε ακόμη και τα τηλεοπτικά σποτ του ΠΑΣΟΚ επιμέλειας Κώστα Λαλιώτη είχαν σχεδιαστεί για να συγκρατήσουν και όχι να προσθέσουν.

Επανερχόμενος στη σημερινή Νέα Δημοκρατία, αποδεικνύεται πόσο λανθασμένη ήταν η στρατηγική επιλογή της να κινηθεί δεξιότερα αμέσως μετά την επίτευξη καταβολής της μέγα - δόσης τον Ιανουάριο του 2013. Επιλογή που υπονόμευσε την εντολή των εκλογών του 2012 και κυρίως τις προοπτικές και τις δυνατότητές της να ''καταλάβει το χώρο του κέντρου. Η μετατόπισή της δεξιότερα βέβαια πριμοδοτεί τους αυθεντικότερα ακροδεξιότερους της αλλά αυτό είναι θέμα ενός άλλου άρθρου.

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ομάδες συμφερόντων και διαπλοκή (άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 21/7/2014)

Στην Ελλάδα της κρίσης έχουν γραφεί σχεδόν τα πάντα, έχουν ειπωθεί και έχουν υποστηριχθεί  τα πάντα. Η απότομη κάθοδος του βιοτικού επιπέδου επέφερε ένα γερό τράνταγμα που μέσα σε όλα οδήγησε μέρος των πολιτών στην αναζήτηση αιτιών για αυτό που μας συνέβη. Ακούστηκαν από τις πιο απίθανες και ανορθολογικές επιχειρηματολογίες και αναλύσεις μέχρι πολύ σοβαρές προσεγγίσεις που ανέδειξαν παθογένειες και αίτια που δυστυχώς στον δημόσιο χώρο δεν καταλάμβαναν μεγάλο μέρος, ιδιαίτερα στην προ κρίσης εποχή. Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί λοιπόν σε αυτές τις προσεγγίσεις που φωτίζουν τις σκοτεινές πλευρές της Μεταπολίτευσης καθώς μόνον μέσω αυτών θα γίνει κατανοητό το μέγεθος των προβλημάτων αλλά και οι μη προφανείς αιτίες.

Στη Μεταπολίτευση συν τω χρόνω κεντρικό ρόλο έπαιξαν οι ομάδες συμφερόντων και οι ομάδες πίεσης – εν πολλοίς καθόριζαν, θα μπορούσε να πει κάποιος, την οικονομική και κοινωνική λειτουργία του κράτους. Η αυξημένη ισχύς των ομάδων συμφερόντων πέρα από γενεσιουργός αιτία κοινωνικών αδικιών και ανισοτήτων είναι ταυτόχρονα και βασικός παράγοντας αδυναμίας προσαρμογής της χώρας μας στα νέα δεδομένα. Για το λόγο αυτό πρέπει να συμπεριληφθούν στις δομικές αιτίες της χρεοκοπίας αλλά και της αδυναμίας να την ξεπεράσουμε γρήγορα και περισσότερο δίκαια.

Η διάχυτη εντύπωση έως βεβαιότητα πως οι πελατειακές σχέσεις βρίσκονται στον πυρήνα αυτού του προβλήματος είναι μερικώς σωστή. Δεν φανερώνει όλη την αλήθεια. Προφανώς και οι πελατειακές σχέσεις βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας του προβλήματος όμως υπάρχει μία βολική σύγχυση που εμποδίζει την κατανόηση της αλήθειας. Οι εξατομικευμένες πελατειακές σχέσεις με τη μορφή του ρουσφετιού, της εκδούλευσης και λοιπών εξυπηρετήσεων είναι προφανώς καταδικαστέες. Είναι εύκολο να εντοπιστούν, ακόμη πιο εύκολο να καταδειχθούν ως ρίζα του προβλήματος και σίγουρα αθροιστικά επιφέρουν κάποιες σημαντικές επιβαρύνσεις στο οικονομικό σύστημα.

Είναι όμως αυτή όλη η αλήθεια; Η κραταιά αφήγηση θα συμφωνούσε. Υπήρχαν όμως πελατειακές σχέσεις που μετατρέπονταν σε ρυθμίσεις για ολόκληρες ομάδες ( επαγγελματικές ομάδες – ομάδες πληθυσμού) και προσέδιδαν στις τελευταίες προνόμια και προσόδους πέρα από κάθε λογική και αίσθηση δικαίου. Μερικοί έναντι του συνόλου. Ορισμένοι έναντι των πολλών. Συντεχνιακές πρακτικές μέσω πιέσεων, διαπραγματεύσεων, ανταλλαγής και κοινωνικές ομάδες και οργανώσεις μέσω πολιτικών πιέσεων κατάφερναν να αποσπάσουν το ζητούμενο. Κάπως έτσι δημιουργήθηκαν οι λεγόμενοι insiders της Μεταπολίτευσης και κάπως έτσι παγιώθηκε και η διαγενεακή διάσταση του νέου κοινωνικού προβλήματος με εμφανώς αδικημένη τη νέα γενιά που λόγω ηλικίας δεν είναι και δεν ήταν παρούσα στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων. Η πάγια αυτή τακτική που ακολουθήθηκε για πολλά χρόνια διαμόρφωσε με αυτόν τον τρόπο ένα πλέγμα ισχυρών συμφερόντων του οποίου η διάσπαση επέφερε μεγαλύτερο πολιτικό κόστος από ότι η διατήρησή του.

Πέρα από την προφανή οικονομική επιβάρυνση και την ανισοκατανομή πόρων η κατάσταση αυτή επέδρασε αρνητικά και στην ποιότητα της διακυβέρνησης καθώς η αποδοχή και ικανοποίηση τέτοιων αιτημάτων δεν μπορούσε να διαμορφώσει δημόσιες πολιτικές με στόχευση και συνέπεια. Κατακερματισμός θεσμικός, διοικητικός, οικονομικός. Η ενσωμάτωση του πληθυσμού και ο εκδημοκρατισμός επιτεύχθηκαν κάπως ανορθολογικά.

Από την άλλη πλευρά δημιουργήθηκε ένα συγκεκριμένο πλέγμα εξουσίας. Ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ολιγάρχες της μεταπολίτευσης με προνομιακή πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα και σε δάνειους πόρους μέσα σε ένα σχήμα εσωστρεφούς κορπορατιστικού μοντέλου επιδιώκουν και απολαμβάνουν  αυξημένη πολιτική επιρροή. Η ανάγκη αυτονομίας της πολιτικής από εξωθεσμικά και λογής συμφέροντα είναι ισχυρή. Η αντιμετώπιση της ολιγοπωλειακής  διάρθρωση της αγοράς, του ελεγχόμενου τραπεζικού συστήματος είναι ζητήματα κομβικά.

 Η σχέση αυτών των συμφερόντων με το πολιτικό σύστημα ως μια μορφή θεσμοποιημένης διαπλοκής οδήγησε τη χώρα και πιθανώς την οδηγεί σε λάθος δρόμους. Μπορεί να μην υπάρχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά έκνομης πράξης – εξ ου και ο όρος θεσμοποιημένη διαπλοκή- αλλά δεν αμφισβητεί κανείς ότι είναι επίσης βλαπτική με τις ομάδες συμφερόντων και τα αποτελέσματα της δράσης τους που περιγράφονται ανωτέρω.

Μια προοδευτική πολιτική πρόταση που θα στοχεύσει σε μια εναλλακτική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης οφείλει να αναδείξει αυτές τις παθογένειες. Όχι μόνον τις παθογένειες των ομάδων πίεσης και συμφερόντων αλλά και την διαπλοκή στα πολύ υψηλά κλιμάκια της εξουσίας και της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Μόνον έτσι μπορεί να επιτύχει μερική κοινωνική νομιμοποίηση των όποιων εκσυγχρονιστικών της παρεμβάσεων και την αποδοχή ή την ανοχή κρίσιμου μεγέθους του εκλογικού σώματος.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Μεταρρυθμίσεις και πολιτική ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 14/7/2014)

Το 2008 τα σημάδια της οικονομικής κρίσης ήταν φανερά – τουλάχιστον στους γνωρίζοντες. Η προβληματική διαχείριση της οικονομίας όλη την τετραετία 2004- 2008 με υψηλά ελλείμματα, υψηλό για την εποχή δημόσιο χρέος και αποδεδειγμένη άγνοια σχετικά με το ποιος ξοδεύει τι μέσα στο ελληνικό κράτος κατέστησε τη χώρα αδύναμο κρίκο εντός της ευρωζώνης. Με την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου του 2008 και παρά τις διαβεβαιώσεις περί θωρακισμένης οικονομίας από το στόμα του πρωθυπουργού, ο Γιώργος Αλογοσκούφης προσπάθησε να πάρει κάποια μέτρα που για εκείνη την εποχή φάνταζαν ιδιαιτέρως σκληρά. Πιθανά χωρίς να γνωρίζει σε βάθος τι θα επακολουθούσε τα επόμενα χρόνια ή ορθότερο ποιό ήταν το βάθος του προβλήματος. Εκείνα τα μέτρα βέβαια πέρα από ομολογία αποτυχίας της «ήπιας δημοσιονομικής προσαρμογής» δεν έμελε να εφαρμοστούν. Έπλητταν κυρίως ελεύθερους επαγγελματίες οι οποίοι αποτελούσαν μία εκ των βασικών εκλογικών ομάδων που στήριζαν τη Νέα Δημοκρατία τη στιγμή μάλιστα που η τελευταία είχε ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ενός βουλευτή. Τα μέτρα εκείνα ποτέ δεν ελήφθησαν καθώς η πολιτική πίεση και η συγκυρία οδήγησε στην γνωστή τοις πάσι φράση του πρωθυπουργού προς τον υπουργό του «άσ’ το για αργότερα». Παρόλα αυτά ηττήθηκαν στις  εκλογές.

Σήμερα, σε μια ριζικά διαφορετική συγκυρία όπου οι κεντρικοί δημοσιονομικοί καταναγκασμοί είναι ισχυροί, η υπερφορολόγηση είναι μέρος της πραγματικότητας. Η ελληνική οικονομία πέρασε βίαια από μια κατάσταση άρρητης αλλά συμφωνημένης φορολογικής χαλαρότητας - έως και ασυλίας για τους ελεύθερους επαγγελματίες-  στο άλλο άκρο. Αυτή η μετάβαση όμως δεν μπορεί παρά να έχει και πολιτικές επιπτώσεις πέραν όλων των άλλων. Η κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο κορμός αυτής, η Νέα Δημοκρατία, με τις παρούσες συνθήκες δεν έχει σχεδόν καμία πολιτική δυνατότητα. Τα κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα που φοβούμενα αποσταθεροποίηση και περιπέτειες το 2012 της έδωσαν τη νίκη στις εθνικές εκλογές πιέζονται ασφυκτικά. Η υψηλή φορολογία σε όλα τα πεδία σε συνδυασμό με την μείωση των τζίρων, τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, την ανελαστικότητα των υποτιθέμενων ρυθμίσεων χρεών  και τις δυσκολίες στη χρηματοδότηση και στη ρευστότητα διαμορφώνουν σκηνικό ρήξης της συντηρητικής παράταξης με μέρος των υποστηρικτών της.

Αν δύο ήταν οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να υλοποιήσει η χώρα μετά την επί της ουσίας χρεοκοπία αυτές ήταν και παραμένουν η φορολογική και η διοικητική. Η καθυστέρηση και οι παλινωδίες σε αυτούς τους δύο τομείς για 6 περίπου χρόνια θα πληρωθούν ακριβά και από την ελληνική κοινωνία αλλά και από την κυβέρνηση. Μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που θα άρει την πάγια υστέρηση του ελληνικού κράτους και θα διαμορφώσει ένα φορολογικό περιβάλλον σταθερό και δίκαιο, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Μια ουσιαστική διοικητική μεταρρύθμιση που θα ανατάξει το κράτος, τις δυνατότητές του και θα επανεξετάσει τα κόστη, παραμένει ακόμη ζητούμενο. Σε ό,τι αφορά στην φορολογική μεταρρύθμιση και την ανάγκη εκσυγχρονισμού της φορολογικής διοίκησης η συμβολή του μνημονίου ( υποδείξεις, στόχοι, τρόποι) ως δεσμευτικό προγραμματικό κείμενο κρίνεται θετική. Η καθυστέρηση, η βούληση πολιτικής διαμεσολάβησης και η επιλογή υπερφορολόγησης  οφείλονται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.  Σε ό,τι αφορά όμως στη διοικητική μεταρρύθμιση εκτιμώ πως οι παρεμβάσεις της τρόικα ως θεματοφύλακα του μνημονίου ήταν αρνητικές. Λόγω μιας μάλλον ιδεοληπτικής εκκίνησης ωθήθηκαν τα πράγματα σε απαίτηση απολύσεων χωρίς καμία αξιολόγηση. Εξουδετερώθηκε πολιτικά το σχέδιο της κινητικότητας, δόθηκαν μικρά χρονικά περιθώρια για πολλές και σημαντικές αλλαγές και ναρκοθετήθηκε η πιθανότητα ομαλής υλοποίησής της.

Συνοψίζοντας, η μεταρρυθμιστική αβελτηρία στα καίρια δεν μπορεί να καλυφθεί. Τα αποτελέσματα των υστερήσεων και των καθυστερήσεων είναι ήδη ορατά και θα αποτυπωθούν και σε πολιτικό επίπεδο. Η Νέα Δημοκρατία θα πάθει -μέσω άλλων οδών- αυτό που έπαθε το ΠΑΣΟΚ το 2010- 2011. Θα χάσει σημαντικά κοινωνικά και εκλογικά ερείσματα λόγω των δημοσιονομικών καταναγκασμών αλλά και ενός μείγματος ανικανότητας και έλλειψης βούλησης να πράξει τα δέοντα.


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Ομιλία μου στην Κ.Ε της ΔΗΜΑΡ 5/4/2014

Συντρόφισσες και σύντροφοι καλησπέρα και από εμένα.

Παρατηρώντας όπως όλοι σας την επικαιρότητα αλλά και την πολιτική πραγματικότητα θα ήθελα να τοποθετηθώ σε αυτήν την πρώτη μου παρέμβαση για τις εξελίξεις επικεντρώνοντας σε τρία σημεία.

Σημείο 1 : Μεταρρυθμίσεις και ΔΗΜΑΡ

Στη χώρα έχει αναπτυχθεί εδώ και τέσσερα χρόνια ένας συγκεκριμένος λόγος περί μεταρρυθμίσεων. Λόγος τεκμηριωμένος, χρήσιμός και τολμώ να πω διαφωτιστικός. Ανέδειξε μεγάλο μέρος των παθογενειών και κυρίως τις εγγενείς αδυναμίες και τα αίτια αυτών. Εν πολλοίς μάλιστα καθόρισε και την ατζέντα του δημόσιου λόγου.

 Για παράδειγμα ο Μάνος Ματσαγγάνης ανέδειξε τις αδικίες του κοινωνικού κράτους πρό κρίσης, τη λανθασμένη του στόχευση και την πρόδηλη αναποτελεσματικότητά του. Ανέδειξε τις δυνατότητες που υπήρχαν και υπάρχουν για άσκηση κοινωνικής πολιτικής εν μέσω κρίσης. 

Ο Αρίστος Δοξιάδης την ανάγκη στροφής σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους προϊόντων και υπηρεσιών. 

Ο Χρυσάφης Ιορδάνογλου τις ομάδες συμφερόντων και τον συντεχνιασμό που κυριάρχησε στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία αποδεικνύοντας αυτό που με τρόπο πιο αφαιρετικό υποστήριζε ο Ράμφος περί μερικότητας που κυριαρχεί σε αντιδιαστολή με το νεωτερικό πρόταγμα του δημόσιου και γενικού συμφέροντος. Δύσκολα μπορεί κανείς να διαφωνήσει με αυτά και λίγο ή πολύ πολλά από αυτά έχουν υλοποιηθεί μέσα από τις επιταγές του μνημονίου. 

Ορισμένοι μείζονες εξορθολογισμοί έχουν υλοποιηθεί – μένουν όμως αρκετά ακόμη. Υπάρχουν όμως ταυτόχρονα μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τον μεταρρυθμισμό – μιας και το θέμα αυτό απασχολεί το σώμα ( Κεντική Επιτροπή) και το κόμμα. Νομίζω πως έχει αξία να ειπωθούν. Συντρόφισσες και σύντροφοι το 2014 δεν είναι 2009 ή 2010. Η ατζέντα αυτή, ολόσωστη κατά την άποψή μου πρώτον δεν λέει όλη την αλήθεια και δεύτερον αντιμετωπίζει τα πράγματα με μία στατικότητα. 

Είναι διαφορετική σήμερα η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της χώρας σε σχέση με το 2004 και το 2009. Ως εκ τούτου έχουν αλλάξει και οι προτεραιότητες του κόσμου. Με 8% ανεργία και τα διπλάσια εισοδήματα τότε υπήρχε χώρος και χρόνος για μεταρρυθμίσεις. Και τώρα υπάρχει. Απλά σήμερα υπάρχει αναγκαιότητα για περισσότερα. Μια μονοσήμαντη, σχεδόν εμμονική αναφορά σε έναν μεταρρυθμισμό στεγνό, ουδέτερο, αποκομμένο από τα υπόλοιπα ζητήματα δεν φανερώνει πληρότητα πρότασης, αλλά επιτρέψτε μου να πω, ούτε και επαφή με την πραγματικότητα.

Σημείο 2 : Ερωτήματα

Σε συνέχεια του πρώτου σημείου ακολουθούν ορισμένα ερωτήματα. Ο μεταρρυθμισμός αυτός – που ξαναλέω ότι είναι εν πολλοίς σωστός – θα αγγίξει την κορυφή της πυραμίδας; Γιατί όσο σωστό και αν είναι το άνοιγμα των επαγγελμάτων, ο περιορισμός του ρυθμιστικού πληθωρισμού, η διοικητική μεταρρύθμιση, άλλο τόσο είναι σωστό να ειπωθούν δίπλα σε αυτά και κάποια άλλα. Ποιά είναι αυτά; 

Θα πούμε για την ανάγκη αυτονομίας της πολιτικής από εξωθεσμικά και λογής συμφέροντα;. Θα πούμε για την ολιγοπωλειακή  διάρθρωση της αγοράς; Για το ελεγχόμενο τραπεζικό σύστημα; Τις προνομιακές σχέσεις μερίδας επιχειρηματιών με αυτό; Είναι ή δεν είναι κρίσιμο να πούμε πως στους διαγωνισμούς στο ΤΑΙΠΕΔ εμφανίζονται τρείς και απομένει ένας διεκδικητής; Είναι ή δεν είναι κρίσιμο να πούμε ότι όμιλοι εταιρειών κυρίως στο χώρο των ΜΜΕ δανειοδοτούνται σκανδαλωδώς με υπέρβαση οποιουδήποτε ιδιωτικοοικονομικού κριτηρίου; Είναι ή δεν είναι κρίσιμο να πούμε πως οι ολιγάρχες της μεταπολίτευσης παρά τη χρεοκοπία της χώρας διεκδικούν το ίδιο αν όχι μεγαλύτερο μερίδιο από την πίτα;

Εργολάβοι, τραπεζίτες, μιντιάρχες, πετρελαιομεταφορείς  κοκ.

Ο Τάσος Γιαννίτσης στο εξαιρετικό βιβλίο του το οποίο δικαίως μνημονεύεται, κάνει λόγο και για αυτά τα ζητήματα. Η σχέση αυτών των συμφερόντων με το πολιτικό σύστημα ως μια μορφή θεσμοποιημένης διαπλοκής οδήγησε τη χώρα και πιθανώς την οδηγεί σε λάθος δρόμους. Μπορεί να μην υπάρχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά έκνομης πράξης – εξ ου και ο όρος θεσμοποιημένη διαπλοκή.

Για αυτά τα ζητήματα λοιπόν ένα κόμμα της Αριστεράς/ κεντροαρσιτεράς κάθε φορά που θα αναδεικνύει ένα ζήτημα συντεχνιών οφείλει να αναδεικνύει και το ζήτημα των ολιγαρχών. Είναι και αυτό ζήτημα αξιοπιστίας.

Σημείο 3 : Κεντροαριστερά

Από τα προηγούμενα συνάγεται πιθανώς η προτίμησή μου σε μια κεντροαριστερά των πολλών και των αλλαγών. Μια κεντροαριστερά που θα μιλά και για τα προηγούμενα. Μια κεντροαριστερά που θα απευθύνεται αυθεντικά στις μεγάλες μάζες των δημοκρατών και προοδευτικών πολιτών βάζοντας τα πραγματικά ζητήματα στο επίκεντρο του δημοσίου λόγου.

Μπορεί η σημερινή δεξιά να πράξει το ίδιο; Ας δούμε την πορεία του κ. Αντώνη Σαμαρά εν τάχει. Από το 2009 έως το 2011 ηγούνταν του αντιμνημονιακού αγώνα, νομιμοποιώντας ταυτόχρονα τον ακροδεξιό λόγο της Χ.Α ( ανακατάληψη πόλεων, παιδιά μεταναστών κλέβουν θέσεις στους παιδικούς σταθμούς από ελληνόπουλα κοκ) βγάζοντάς τον από το μεταπολιτευτικό περιθώριο. Το 2012 του δόθηκε η δυνατότητα να ηγηθεί του – ας μου επιτραπεί- «αστικού φιλοευρωπαϊκού χώρου» αλλά έχασε αυτήν την ευκαιρία στρεφόμενος δεξιότερα. Καμία αξιοπιστία.

Τώρα για το εάν έπρεπε να φύγουμε από την τρικομματική κυβέρνηση συνεργασίας ο καθείς έχει την σεβαστή άποψή του, με πολύ συγκεκριμένη συνήθως επιχειρηματολογία να την υποστηρίζει. Δεν νομίζω όμως ότι σήμερα είναι αυτό το κρίσιμο.

Εμένα με ενδιαφέρει να μπορέσουμε ταυτόχρονα με τη σταθερότητα στη χώρα να μπορέσουμε να υπηρετήσουμε και να εκπροσωπήσουμε τον κόσμο της κεντροαριστεράς. Τον κόσμο που είναι ανέστιος και δεν εκπροσωπείται από κανέναν. Αυτός ο κόσμος για μένα είναι η κινητήρια δύναμη που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση και θα την αλλάξει ριζικά ακυρώνοντας κάθε επικοινωνιακή προσπάθεια success story.

Και το πιστεύω αυτό διότι το αντίθετο σενάριο είναι τρομακτικό – και επικαλούμαι και ανατρέχω και πάλι στο βιβλίο του Τάσου Γιαννίτση. Υποστηρίζει με τρόπο εμφατικό πω υπάρχει  κίνδυνος σοβαρός να βγει η χώρα τυπικά από την κρίση. Αλλά να παγιωθούν όλες οι ανισότητες και οι αδικίες σε βάθος χρόνου. Με απλά λόγια δηλαδή οι πολλοί να αργήσουν να σηκώσουν κεφάλι.

Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ στον κ . Βούλγαρη ο οποίος το 2013 έγραφε πως όσο η χώρα θα σταθεροποιείται τόσο θα υποχωρεί η διαιρετική τομή μνημόνιο/ αντιμνημόνιο υπέρ της κλασικής Δεξιά / Αριστερά. Πως φανταζόμαστε λοιπόν τον ρόλο μιας Αριστερής δύναμης; Μπορεί μια Αριστερά να ανέχεται λογής Μπαλτάκους, παγίωση αδικιών και ανισοτήτων, ταύτιση σταθερότητας και συντηρητισμού;

Οι προοδευτικοί δημοκράτες που δεν τα ανέχονται αυτά, που εντοπίζουν τις παθογένειες και επιζητούν μια πιο προοδευτική λύση είναι άνθρωποι που επιζητούν την ανωμαλία και την αποσταθεροποίηση; Είναι άνθρωποι που δεν επιθυμούν κανονικότητα; Δεν θέλουν να ζήσουν μια κανονική ζωή δυτικού ανθρώπου; Εκτός αν οι έννοιες Δύση, Ευρώπη, κανονικότητα έχουν εκχωρηθεί στη Δεξιά….

Υ.Γ Όταν ο Χάμπερμας ασκεί δριμεία κριτική στην Ε.Ε και ιδιαίτερα στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ότι με τις ασκούμενες πολιτικές καταστρέφονται χώρες στην περιφέρεια και κινδυνεύουν ολόκληρες γενιές, θα ήταν λάθος πολιτικό εμείς να ταυτίσουμε την ιδέα της Ευρώπης με την πολιτική λιτότητας κάνοντας λόγο περί ευρωμονόδρομου. Σήμερα δεν αμφισβητείται η πορεία της χώρας εντός της Ένωσης όπως για παράδειγμα την δεκαετία του 1970 ώστε να υπάρχει ανάγκη τονισμού μιας μονόδρομης επιλογής. Σήμερα υπάρχει ανάγκη για αλλαγή πολιτικών.

Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Η δεξιά Νέα Δημοκρατία ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 22/1/2014)

Η πυκνή σε εξελίξεις επικαιρότητα, οι συνεχόμενες μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα και τα μεγάλα διακυβεύματα που βρίσκονται μπροστά μας μας εμποδίζουν να δούμε το παρελθόν ψύχραιμα. Ζούμε ακόμη την ιστορία, οπότε δεν είμαστε ικανοί να αναλογιστούμε με διαύγεια. Το παρόν και το βραχυπρόθεσμο μέλλον -προσωπικό και συλλογικό- δεν αφήνει χώρο για αναδρομές στο πρόσφατο παρελθόν. Όμως έχει αξία να το επιχειρήσουμε, ο καθείς βέβαια με τα ερεθίσματα, τις ιδιαιτερότητες και τις ευαισθησίες του.


Η Νέα Δημοκρατία, ο βασικός πυλώνας της κυβέρνησης, πολιτεύτηκε από το 2010 και μετά με έναν απαράδεκτο τρόπο, που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Καταψήφισε το πρώτο μνημόνιο υπό την προσδοκία εναλλαγής κομμάτων στην εξουσία. Δεν αντιλήφθηκε το βάθος της κρίσης, δεν αντιλήφθηκε πως υπάρχει τομή και όχι συνέχεια, και ενήργησε καθαρά εργαλειακά. Καταψηφίζοντας το πρώτο μνημόνιο, νομιμοποίησε τις αντιμνημονιακές προσεγγίσεις  μέρους της Αριστεράς, πυροδότησε την κοινωνική ένταση, πίεσε το ούτως ή άλλως απρόθυμο ΠΑΣΟΚ στο να μην προχωρήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, καθώς βρέθηκε βαλλόμενο τόσο από τα δεξιά του όσο και από τα αριστερά του, και γενικά συνέβαλε με τη στάση της στην αποτυχία του πρώτου προγράμματος. Ήταν δε το μόνο κόμμα εξουσίας στην Ευρώπη κατά των προγραμμάτων διάσωσης.

Οι πάντες γνώριζαν πως δεν υπήρχε άλλη λύση συστημική πέραν της οδού που έδινε το μνημόνιο, ακόμη και αν όλοι γνώριζαν πως υπήρχαν αστοχίες και λάθη. Ο κ. Σαμαράς καταψήφισε, ελπίζοντας πως θα αναδειχθεί πρωθυπουργός πριν προλάβει να τοποθετηθεί αποφασιστικά για το μέλλον της χώρας. Καιροσκοπικά, παλαιοκομματικά και ρηχά προσέγγισε το ζήτημα.

Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής του η κοινωνική αναταραχή, η συμβολή στην αποτυχία του πρώτου προγράμματος, η απώλεια κάθε ίχνους προσωπικής αξιοπιστίας μιας και αναγκάστηκε να προσυπογράψει πλήρως και χωρίς κανέναν ενδοιασμό τη δεύτερη σύμβαση. Η απονομιμοποίηση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και η παγίωση μιας ατμόσφαιρας και ενός δημοσίου λόγου πολεμικού, ακραίου και επιθετικού οφείλεται εν πολλοίς σε αυτόν.

Η δημιουργία των Ανεξαρτήτων Ελλήνων -ενός υπερσυντηρητικού, λαϊκίστικου δεξιού κόμματος- αλλά κυρίως η ενίσχυση της Χρυσής Αυγής πιστώνονται σε αυτή τη στρατηγική. Οι αναφορές σε “ανακατάληψη των πόλεων” που είχαν καταληφθεί από μετανάστες, οι αναφορές για παιδιά μεταναστών που καταλαμβάνουν θέσεις σε παιδικούς σταθμούς ήταν λόγια πρώτα του κ. Σαμαρά.

Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 2012, αντί ο κ. Σαμαράς να επιλέξει τη συνεργατική οδό, αντί να μείνει κοντά στο πνεύμα της προγραμματικής συμφωνίας -μιας και το γράμμα αυτής είχε άμεση συνάρτηση και με την τρόικα- αντί να σεβαστεί τις ευαισθησίες και τη φυσιογνωμία των κυβερνητικών εταίρων του, επέλεξε να αναδείξει μία μονοκομματική υπερσυντηρητική ατζέντα. Η επιλογή αυτή υπάκουε στη στρατηγική επαναπατρισμού ψηφοφόρων που δημοσκοπικά δήλωναν την προτίμησή τους στην ακροδεξιά παρά την προηγούμενη στάση του.

Ανέχθηκε τη δράση της Χρυσής Αυγής και διά αυτής της οδού εξέπεμψε ένα μήνυμα ατιμωρησίας αλλά και ανοχής που οδήγησε στη δημιουργία θυλάκων υποστηρικτών του μορφώματος εντός του κρατικού μηχανισμού. Στο βωμό αυτό καθυστέρησε την ψήφιση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου μέχρι οι τραγικές εξελίξεις να αποδείξουν την αναγκαιότητά του. Έδρασε μονομερώς σε πλειάδα θεμάτων. Μετέτρεψε την κυβέρνηση συνεργασίας σε μονοκομματική της ΝΔ και διαμόρφωσε μη ισότιμες σχέσεις μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων. Ακολούθησε σαφή συντηρητική στροφή της κυβέρνησης, η οποία συνοδεύτηκε με συστηματική απόρριψη των προτάσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ. Υιοθέτησε αυταρχικό πρότυπο διακυβέρνησης με συνεχείς πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Υπηρέτησε τη στρατηγική της έντασης με τον ΣΥΡΙΖΑ, χρησιμοποιώντας λόγο και ύφος (σε ανακοινώσεις αλλά και σε ομιλίες του πρωθυπουργού) εντελώς ακατάλληλο. Τελευταία, υπό το βάρος των δημοσκοπήσεων, αντί να αναθεωρήσει αυτή την πορεία, συνεχίζει με ανακοινώσεις και επιχειρήματα που απευθύνονται σε νοικοκυραίους της δεκαετίας του 1960.

Αφορμή για αυτό το κείμενο μία ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας που τονίζει και υπενθυμίζει στο χριστεπώνυμο πλήθος πως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευση είναι άθεος και αυτό πρέπει να το γνωρίζουν όλοι.