Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η ομιλία μου στο 2ο Συνέδριο της Δημοκρατικής Αριστεράς



( στο χρονικό σημείο 1:16:30)

Παραθέτω ολόκληρο το κείμενο που για λόγους χρόνου δεν το χρησιμοποίησα

Συντρόφισσες, σύντροφοι
Τέσσερα σημεία σε πέντε λεπτά - ελπίζω να τα καταφέρω.

Σημείο 1ο : Ο άνθρωπος στη Δύση θα ζήσει πιο φτωχά. Θα ζήσει πιο φτωχά για τους λόγους που όλοι καταλαβαίνουμε και έχουν να κάνουν με την παγκοσμιοποίηση, τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και την οικονομική άνοδο των δυνάμεων της Ανατολής. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε όλοι, αλλά κυρίως πρέπει να το καταλάβετε εσείς - η μεταπολεμική γενιά των baby boomers- στα καθ' ημάς η γενιά του Πολυτεχνείου. Η γενιά που σε υπερεθνικό επίπεδο λέγεται πως κατανάλωσε το 120% του προϊόντος που παρήγαγε. Το πως καταναλώθηκε αυτό το προϊόν - με δίκαιο ή άδικο τρόπο- είναι θέμα και εσωτερικό ζήτημα κάθε χώρας.

Σημείο 2ο : Σε συνέχεια του πρώτου, σας καλώ να σκεφτείτε. Είναι δυνατόν σήμερα, με τη χώρα χρεοκοπημένη και με τους λίγους πόρους που έχουμε να δίνονται 5 δις ευρώ σε συνταξιούχους κάτω των 63 ετών; Είναι δίκαιο; Είναι δίκαιο για τα παιδιά σας; Είναι αναπτυξιακό; Ή μήπως είναι αριστερό και προοδευτικό; Μόνο αν τα καταφέρει η νέα γενιά υπάρχει η πιθανότητα και όχι βεβαιότητα να καταφέρουμε να διασώσουμε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, το κράτος πρόνοιας και όλα όσα η δική σας γενιά καθιέρωσε, στηριζόμενη και σε αγώνες της προηγούμενης. Δώστε τη δυνατότητα μέσα από τη Δημοκρατική Αριστερά να τεθεί αυτό το ζήτημα στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου. Διότι η κρίση δεν έχει μόνο την ταξική της πλευρά, έχει και την διαγεννεακή. Το δημογραφικό προφίλ της χώρας το φωνάζει και είναι χρέος των προοδευτικών δυνάμεων να το ακούσουν.

Σημείο 3ο : Αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Όλοι το λέμε - τίποτα δεν γίνεται. Τί συμβαίνει όμως; Τα λίγα χρήματα που διαθέτουμε σαν χώρα θα τα στρέψουμε πάλι σε μεγάλα έργα; Σε ακριβά έργα; Σε πανάκριβους αλλά πλέον άδειους αυτοκινητόδρομους; Και όλοι ξέρουμε ποιοί χτίζουν τους αυτοκινητόδρομους... Ποιός το επιβάλλει; Ποιός το αποφασίζει αυτό; Με ποιά κριτήρια; Με υποπολλαπλάσιους πόρους σε σύγκριση με αυτούς που κατευθύνονται σε κατασκευή μεγάλων έργων θα μπορούσαμε να δημιουργήσουμε πολλαπλάσιες νέες, μόνιμες και καλοπληρωμένες  θέσεις εργασίας, για τη νέα γενιά. Με αυτόν τον τρόπο βρίσκουμε τη νέα θέση μας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, δίνουμε την ευκαιρία στη νέα γενιά, παράγουμε νέο πλούτο και ακολούθως μπορούμε να συζητήσουμε με ποιόν τρόπο μπορούμε να τον διανείμουμε με πιο δίκαιο τρόπο. Σκεφτείτε και το εξής - σήμερα η χώρα εξάγει περισσότερη τεχνολογία παρά αγροτικά προϊόντα.

Σημείο 4ο
: Κεντροαριστερά. Όλα τα ανωτέρω δεν θα τα κάνει η Δεξιά και δεν θα τα κάνει μια κρατικιστική αριστερά. Θα τα κάνει μια νέα κεντροαριστερά. Ποιά θα είναι αυτή όμως; Ποιά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά;
Καλώς κακώς στη μεταπολίτευση δημιουργήθηκε ένα συγκεκριμένο πλέγμα εξουσίας. Ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ολιγάρχες της μεταπολίτευσης με προνομιακή πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα και σε δάνειους πόρους μέσα σε ένα σχήμα εσωστρεφούς κορπορατιστικού μοντέλου.
Η νέα κεντροαριστερά θα αμφισβητήσει αυτό το πλέγμα εξουσίας ή θα το έχει προνομιακό σύμμαχο;
Θα προτάξει την αυτονομία της πολιτικής ή θα γίνει παρακολούθημα αυτών των συμφερόντων;
Θα δώσει τη μάχη για την αλλαγή αυτού του μοντέλου ή φιλοδοξεί να το αναστήσει;
Η διαπλοκή έχει θεσμική έκφραση. Νόμιμα μπορεί να καθορίσει επιλογές και δημόσιες πολιτικές. Εμείς για αυτό τί λέμε; Πώς θα τοποθετηθούμε; Τα ερωτήματα προφανή και για εμέ οι απαντήσεις το ίδιο.
Τέλος επιτρέψτε μου - σέβομαι απόλυτα την παράδοση, τις αξίες, τις πολιτικές του ρεύματος της ανανεωτικής αριστεράς. Δεν προέρχομαι από αυτή την παράδοση. Σας καλώ όμως να την υπερβούμε θετικά. Να συναντήσουμε άλλες παραδόσεις πραγματικά προοδευτικές , δυνάμεις πραγματικά προοδευτικές. Στόχος - όχι η κοινή κάθοδος αλλά μια πραγματική προοδευτική άνοδος.
Σας ευχαριστώ.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Αυτός ο διπολισμός δεν μας αξίζει ( άρθρο γνώμης για την εφημερίδα Μακεδονία της 5/12/2013)


Σε κάθε ευκαιρία που δίνεται, γίνεται όλο και πιο εμφανής η ανεπάρκεια των δύο κυρίαρχων πόλων του πολιτικού συστήματος. Γίνεται εμφανής η αδυναμία τους να προχωρήσουν, να σχεδιάσουν, να προτείνουν και τέλος να υλοποιήσουν πολιτικές που θα δώσουν λύσεις.

Στο κοινοβούλιο οι συζητήσεις θυμίζουν στην καλύτερη των περιπτώσεων φοιτητικό αμφιθέατρο. Η ένδεια των επιχειρημάτων, ο υφολογικός ξεπεσμός, οι αντεγκλήσεις και οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί επιστρατεύονται μάταια για να καλύψουν το προφανές. Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν σχέδιο για τη χώρα.

 Οι μεν προσπαθούν να εφαρμόσουν το πρόγραμμα του μνημονίου με τραγικές καθυστερήσεις, λάθη και ηθελημένες παραλλαγές. Παρακάμπτουν και αναβάλλουν ζωτικές μεταρρυθμίσεις, αποδέχονται ακόμη και ανορθολογικές απαιτήσεις της τρόικα και η διαπραγμάτευση που δήθεν επιχειρούν δεν αφορά στα μείζονα παρά είναι επικοινωνιακό τέχνασμα. Συμπληρωματικά αυτών επιδεικνύουν έναν ακατανόητο συντηρητισμό που δεν συνάδει ούτε με το ευρωπαϊκό προφίλ της χώρας ούτε με τη δεκαετία που διανύουμε. Εξοργιστική η ευαισθησία τους για την αποτροπή υιοθέτησης του συμφώνου συμβίωσης, η προσπάθεια εξαίρεσης της Εκκλησίας από οικονομικούς ελέγχους, η αβελτηρία στο ζήτημα της ιθαγένειας, οι ενστάσεις για την ανέγερση τζαμιού. Και πέραν αυτών, περιπτώσεις όπως η προσπάθεια υποβάθμισης της «Διαύγειας» ( που ευτυχώς ακυρώθηκε) και οι συζητήσεις για μερική ανατροπή του «Καλλικράτη» φανερώνουν παρωχημένες αντιλήψεις και εμμονή σε παλαιά σχήματα.

Οι δε αρνούνται να λάβουν ξεκάθαρη θέση ακόμη και στα μείζονα, επενδύουν στην όξυνση, μεταφέρουν την αντιπαράθεση σε σκάνδαλα ( υπαρκτά ή μη) και το βασικότερο όλων – αρνούνται να αποδεχθούν ορισμένες βασικές μεταρρυθμίσεις που γνωρίζουν και ίδιοι πως είναι απαραίτητες. Καμία σοβαρή δέσμευση, κανένα επεξεργασμένο σχέδιο, άκρατος βολονταρισμός θαρρείς και το πλαίσιο της χώρας δεν είναι ανελαστικό ή έστω με αυξημένους περιορισμούς. Υποσχέσεις, διακηρύξεις, κρατισμός, αντιμεταρρυθμισμός και πολιτική ένταση στη φαρέτρα της αντιπολίτευσης χωρίς βάθος. Ακόμα και μια πιθανή νίκη και κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εθνικές εκλογές – εξαιρετικά πιθανό ενδεχόμενο- θα έρθει αντιμέτωπη με αυτό που τώρα σιγοντάρει και ταυτόχρονα με όσα σήμερα παραβλέπει.

Η κατάρρευση της χώρας έχει συγκεκριμένα αίτια και ο χρόνος που πέρασε είναι αρκετός ώστε σχεδόν οι πάντες – και σίγουρα οι μετέχοντες στο πολιτικό σύστημα- να έχουν μία σαφή εικόνα αλλά και ένα πρόπλασμα σχεδίου για την ανάταξη και την ανασυγκρότηση. Είναι ανεπίτρεπτο οι δύο κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις να συμπεριφέρονται, να ενεργούν και να πολιτεύονται αγνοώντας τα συμπεράσματα, αγνοώντας τις συνθήκες και επαναλαμβάνοντας μοτίβα και πρακτικές που συνδέονται ευθέως με την κατάρρευση.


Ένα δεδομένο – δυο κίνδυνοι – και μία προϋπόθεση για την επιτυχία.
 Είναι δεδομένο πως στο σημείο που βρίσκεται σήμερα η χώρα δεν μπορεί στηριζόμενη σε ίδιες δυνάμεις να βγει από την κρίση. Ακόμη και αν πράξει σωστά και ενεργήσει γρήγορα η  παρέμβαση από πλευράς της ευρωζώνης που θα μειώνει τις επιβαρύνσεις του χρέους είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ. Κίνδυνος πρώτος, το πέρασμα σε ασθενείς ρυθμούς ανάπτυξης και επίτευξη οριακά επιτυχών αποτελεσμάτων παγιώνει τεράστιες ανισότητες, δίνει ανάσες ζωής στο σύστημα – πλέγμα εξουσίας - επιτρέποντάς του να συνεχίσει χωρίς υλοποίηση μεγάλων αλλαγών και εγκλωβίζει μεγάλες μάζες του πληθυσμού σε μακροχρόνια φτώχεια. Κίνδυνος δεύτερος, ανικανότητα της Ελλάδας να υλοποιήσει ένα ελάχιστο αλλαγών ώστε να πείσει σε πρώτο χρόνο εταίρους και δανειστές και σε δεύτερο χρόνο τις αγορές πως μπορεί να ανακάμψει και να επαναδιεκδικήσει την ισότιμη θέση της στον ευρωπαϊκό χώρο. Παγίωση της ελληνικής εξαίρεσης και οριστική κατάταξη της χώρας στα «αποτυχημένα κράτη». Προϋπόθεση επιτυχίας, η κινητοποίηση διάσπαρτων πολιτικών και κοινωνικών προοδευτικών δυνάμεων – συγκρότηση ενός τρίτου προοδευτικού πόλου που ιδρυτικά θα στοχεύσει στη διατήρηση του προνομιακού δεσμού της χώρας με τη Δύση και την ΕΕ με όρους όμως ισοτιμίας, με παρεμφερή οργάνωση της κοινωνίας, με θεσμική και παραγωγική ανασυγκρότηση και βέβαια δημοσιονομική σύνεση και ταυτόχρονα δίκαιος επιμερισμός βαρών κατά την διάρκεια της προσπάθειας, δίκαια αναδιανομή ωφελειών κατά τη φάση της ανασυγκρότησης. Μόνος δρόμος αυτός των μεγάλων αλλαγών σε κράτος και οικονομία. Αγώνας για αλλαγή συσχετισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

4 σημεία για τον προοδευτικό πόλο (άρθρο μου για τη Θεσσαλονίκη της 14/10/2013)


1    Ο προοδευτικός πόλος και οι άνθρωποί του δεν αρκεί να αυτοχαρακτηρίζονται έτσι. Πρέπει το ποιοτικό χαρακτηριστικό να αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι από πολιτικές απόψεις, επιλογές, πρακτικές τοποθετημένες στο παρόν. Απλές περιγραφές μιας μεταμνημονιακής Ελλάδας όπου σχεδόν αυτόματα και χωρίς κόπο ή πολιτική διαπάλη όλες οι αντιθέσεις θα εξομαλυνθούν, τα ανταγωνιστικά πολιτικά σχέδια των άλλων θα υποχωρήσουν, οι αδικίες θα αντιστραφούν και οι παγιωμένες ανισότητες θα αρθούν προσομοιάζει περισσότερο με ευχολόγιο παρά με προοδευτική εναλλακτική πρόταση. Και έχει ιδιαίτερη σημασία να κατανοηθεί ότι σήμερα καθορίζονται οι παράμετροι, σήμερα σκιαγραφείται το μεσοπρόθεσμο τουλάχιστον μέλλον, σήμερα σχηματοποιείται το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί κοινωνία και οικονομία τα επόμενα χρόνια. Για το λόγο αυτό μια προοδευτική πρόταση δεν μπορεί να αγνοεί επιδεικτικά το παρόν υπέρ μιας ασαφούς περιγραφικής υποθετικής μελλοντικής κατάστασης. Δεν μπορεί να αγνοεί το παρόν για χάρη μιας σταθερότητας η οποία είναι ασφυκτική, προδήλως συντηρητική, απέχουσα παρασάγγας από κάθε έννοια προοδευτικής προοπτικής.

2     2  Μια προοδευτική πρόταση στην Ελλάδα πρέπει να είναι σε θέση να κατανοήσει πως η κριτική στις ασκούμενες πολιτικές τις Ευρωπαϊκής Ένωσης (αλλά και της τρόικα) δεν γίνεται μόνο από ευρωσκεπτικιστική σκοπιά αλλά και από μια βαθιά ευρωπαϊστική αφετηρία.  Δεν είναι τυχαίο πως οι φωνές που αμφισβητούν τη συνταγή λιτότητας πληθαίνουν και συμπεριλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, των πρασίνων και μερίδα των φιλελεύθερων. Επίσης δεν είναι τυχαίο πως αυτές οι πολιτικές ομάδες διατηρούν στην ατζέντα τους το όραμα της πολιτικής ενοποίησης σε υψηλό σημείο. Το διακύβευμα σήμερα είναι μεγάλο. Είναι η επιβίωση του κοινού νομίσματος, της ευρωζώνης συνολικά και επί αυτού οφείλει να τοποθετηθεί μια ελληνική προοδευτική πρόταση. Ούτε να αποσυρθεί από αυτή τη συζήτηση, ούτε σκοπίμως να προτάσσει εσωτερικές μικροκομματικές σκοπιμότητες ταυτιζόμενη ουσιαστικά με συντηρητικές απόψεις. Μια αμφισημία αναλόγως πεδίου ( δηλαδή προοδευτικοί στο εξωτερικό – συντηρητικοί στο εσωτερικό) δεν βοηθά την υπόθεση του προοδευτικού πόλου.

3     3  Ο προοδευτικός πόλος δεν θα είναι προοδευτικός αν δεν στοχεύσει στη βασική παθογένεια της προ κρίσης εποχή. Αυτή εντοπίζεται στο πολιτικό σύστημα και στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας. Η επικράτηση της μερικότητας, είτε αυτή είχε τη μορφή εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων, είτε είχε τη μορφή διευθέτησης και ικανοποίησης συντεχνιακών αιτημάτων έναντι του γενικού συλλογικού συμφέροντος σωρευτικά οδήγησε στην κρίση. Το περίεργο όμως είναι πως παρά το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος που πλήρωσε και πληρώνει η ελληνική κοινωνία, ο πυρήνας αυτού του συστήματος μένει ανέπαφος γεγονός που πολλαπλασιάζει τα βάρη που καλούνται να σηκώσουν οι υπόλοιποι. Πολιτικές για παράδειγμα που υποτίθεται πως ενισχύουν την ανάπτυξη και άρα τη δημιουργία θέσεων εργασίας επί της ουσίας διαιωνίζουν ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας προς συγκεκριμένους επιχειρηματίες – προμηθευτές του δημοσίου. Το ίδιο συμβαίνει με το χώρο των ΜΜΕ όπου πέρα από κάθε λογική δανειοδοτούνται εταιρείες με κριτήρια εξαιρετικά. Η αντίληψη για την ανάπτυξη παραμένει η ίδια. Μεγάλα  ακριβά κατασκευαστικά έργα απορροφούν σημαντικότατο μερίδιο των υπαρκτών πόρων, ασχέτως αν για παράδειγμα οι αυτοκινητόδρομοι είναι πλέον άδειοι και πανάκριβοι στη χρήση, ασχέτως των λίγων σταθερών θέσεων εργασίας που δημιουργούν. Το αναπτυξιακό μοντέλο παραμένει το ίδιο. Θα άλλαζε αν υποπολλαπλάσιοι σε σύγκριση με τους ανωτέρω τομείς πόροι κατευθύνονταν προς καινοτομία και έρευνα, προς εξαγωγικές επιχειρήσεις ή τέλος προς επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα ή υπηρεσίες που αντικαθιστούν τις εισαγωγές.

4  4    Ένας προοδευτικό πόλος ( θα έπρεπε να) διαφοροποιείται από τους ήδη υπάρχοντες σε ζητήματα κεντρικά και κομβικά. Έπρεπε και πρέπει ακόμη να διεκδικήσει έναν άλλον δρόμο, έναν άλλο τρόπο. Να διεκδικήσει η αναγκαία προσαρμογή να γίνει διαφορετικά. Για παράδειγμα σήμερα όλοι αποδέχονται ότι η μείωση του εργασιακού κόστους υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη και η επίδραση στην ανταγωνιστικότητα σχετικά περιορισμένη διότι δεν έγιναν άλλες μεταρρυθμίσεις. Όλο το κόστος προσαρμογής το υπέστησαν οι δυνάμεις της εργασίας. Μειώθηκε δραματικά η ζήτηση, δεν βελτιώθηκαν οι όροι παραγωγής, απομακρύνθηκε  η ανάκαμψη και επιδεινώθηκε το κοινωνικό ζήτημα. Δεν είναι αυτό σημαντικό; Συμπληρωματικά απορυθμίστηκαν οι εργασιακές σχέσεις για χάρη της ευελιξίας με μηδαμινά αποτελέσματα. Δεν απασχολεί αυτό τον προοδευτικό χώρο; Στο φορολογικό μέτωπο ακόμη αναμένεται μια μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση που θα επιμερίσει δίκαια τα βάρη, θα περιορίσει φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή και θα ευνοήσει την πυροδότηση μιας αναπτυξιακής διαδικασίας. Αν σχεδόν σε όλα τα πεδία υπάρχει συμφωνία με δεξιές – κεντροδεξιές προσεγγίσεις τότε μοιραία θα ερωτηθεί κανείς για την αναγκαιότητα ύπαρξης αυτού του προοδευτικού πόλου και αυτό δεν το θέλει πολύς κόσμος.


Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Η Κεντροαριστερά δεν είναι Κέντρο, αλλά Σοσιαλδημοκρατία

Γιώργος Σιακαντάρης

Αναδημοσίευση από την ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ








Στο δημόσιο διάλογο για το μέλλον της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας έχω πολλές φορές χρησιμοποιήσει τον όρο Κεντροαριστερά. Το έχω κάνει μόνο και μόνο για την οικονομία του διαλόγου, μια που αυτός ο όρος έχει πλέον καθιερωθεί στην πολιτική μας συζήτηση. Προσωπικά με αυτόν τον όρο δεν εννοώ τίποτα άλλο πέρα από την αναγκαιότητα του σοσιαλδημοκρατικού εγχειρήματός. Ουσιαστικά όμως ο όρος Κεντροαριστερά οδηγεί σ’ απολίτικες υπεραπλουστεύσεις.

Δεν είναι όμως αυτό το μείζον πρόβλημα με τη χρήση του όρου Κεντροαριστερά. Πολλοί με αυτόν τον όρο αντιλαμβάνονται μια δύναμη πολιτικής μετριοπάθειας, μια συσπείρωση των «περίφημων δυνάμεων της λογικής». Εδώ χρησιμοποιώ εισαγωγικά όχι γιατί υποτιμώ την αναγκαιότητα της συμμαχίας αυτών των δυνάμεων, αυτή χρειάζεται και παραχρειάζεται, αλλά γιατί δυστυχώς πίσω απ’ αυτές τις λέξεις κρύβεται μια οργανωτίστικη αντίληψη, η οποία οδηγεί στη δημιουργία ενός απολίτικου μείγματος. Αυτή η αντίληψη αφενός υποτιμά τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και αφετέρου ερμηνεύει μόνο με όρους ηθικούς (μετριοπάθεια, συναίνεση, συνεννόηση, αλληλοσεβασμό, διαβούλευση) τις πολιτικές διαδικασίες. Σ΄ αυτή την ηθικολογική και απολίτικη προσέγγιση τα βαθύτερα ταξικά προβλήματα, που ταλανίζουν μια κοινωνία, μάλλον αντιμετωπίζονται με όρους ελιτίστικους.

Δεν είναι τυχαίο, που οπαδοί του όρου Κεντροαριστερά ως υποκατάστατου του ορθού που είναι ο όρος Σοσιαλδημοκρατία, είναι από τη μια οι δυνάμεις όσων ποτέ δεν αναγνώρισαν ότι η Σοσιαλδημοκρατία είναι Αριστερά και από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις αυτών που ταυτίζουν την Κεντροαριστερά με κάποιον ασπόνδυλο ταξικά μεσαίο χώρο ή με κάποιον απροσδιόριστο ενδιάμεσο πόλο. Θα τρίζουν τα κόκκαλα των ηγετών του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, αν μάθουν ότι όταν συγκρούονταν με τον σταλινισμό το έκαναν για να τους τοποθετούν σήμερα στον «ενδιάμεσο πόλο».

Εργαλείο σ’ αυτή την προσπάθεια απο-αριστεροποίησης της Σοσιαλδημοκρατίας είναι η θεωρία της ταύτισης των άκρων. Εδώ έχουμε τρεις υποπεριπτώσεις. Η πρώτη υποπερίπτωση αφορά όλους όσοι λόγω της ρηχής πολιτικής και θεωρητικής τους κατάρτισης δεν αντιλαμβάνονται ότι αυτή η θεωρία είναι το όχημα για την κατάργηση της διάκρισης Αριστερά- Δεξιά. Η δεύτερη αφορά όλους όσοι το αντιλαμβάνονται και την υποστηρίζουν ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους. Και η τρίτη όλους όσοι είναι γενικώς πολιτικά αγράμματοι και μπερδεύουν τα φύκια με τα μπρίκια ή αλλιώς τον ναζισμό με τον αριστερό πολιτικό εξτρεμισμό. Στην τελευταία υποπερίπτωση η επιστήμη σηκώνει τα χέρια, εκτός και αν θεωρήσουμε τη ψυχανάλυση ως μια αυστηρή επιστήμη.

Έχω ακούσει και αυτό το επιχείρημα της τελευταίας υποπερίπτωσης υπέρ της ταύτισης του ΣΥΡΙΖΑ με τη Χρυσή Αυγή. «Μα οι νεκροί δεν ενδιαφέρονται για το ποιος τους σκότωσε», υποστηρίζουν οι πολιτικώς αγράμματοι. Με αυτή τους τη θέση θέλουν να ισχυριστούν ότι όπως η Χ.Α υπερασπίζεται τις ναζιστικές θηριωδίες, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα που υπερασπίζεται θηριωδίες. Αν και η χρήση του όρου ανιστόρητος για να χαρακτηριστεί η θεωρία της εξομοίωσης των δυο άκρων είναι ένα ανεπαρκές θεωρητικό εργαλείο, η συγκεκριμένη άποψη που εξισώνει το ολοκαύτωμα με τα γιαουρτώματα και την Κερατέα (γιατί δεν νομίζω να κατηγορούν σοβαρά τον όλο ΣΥΡΙΖΑ για την υπεράσπιση των σταλινικών θηριωδιών) είναι «ολοκληρωτικά» ανιστόρητη. Και φυσικά λειτουργεί προς όφελος της ναζιστικής υπεράσπισης.

Επιστρέφω όμως στο κυρίως θέμα μου. Εδώ ισχυρίζομαι ότι όσοι θεωρούν ότι η Σοσιαλδημοκρατία δεν είναι Αριστερά, επικαλούνται τον κρατικίστικο σοσιαλισμό για να θεμελιώσουν την άποψή τους και όσοι επικαλούνται τον ψευδο-φιλελευθερισμό (τους) για να την μετατρέψουν σε ασπόνδυλο κόμμα του μεσαίου χώρου ή του κέντρου, το κάνουν γιατί αδιαφορούν για την ανάλυση των ταξικών αντιθέσεων σε μια κοινωνία. Και αδιαφορούν ακριβώς επειδή αυτές οι αντιθέσεις λειτουργούν υπέρ τους.

Οι δόσεις ηθικολογίας, οργανωτικισμού, ρηχού- ρηχότατου και αποξηραμένου Φιλελευθερισμού, η αδιαφορία για την ταξική σύνθεση της πολιτικής αντιπαλότητας ουσιαστικά οδηγούν στην υποκατάσταση του αιτήματος για μια Σοσιαλδημοκρατική «Κεντροαριστερά» με το αίτημα της διεκδίκησης του απολίτικου μεσαίου χώρου ή του ξεπερασμένου πολιτικά Κέντρου.

Γιατί όταν λέμε Σοσιαλδημοκρατία, ή έστω και Κεντροαριστερά, εννοούμε Αριστερά και όχι Κέντρο. Εννοούμε πρόταση ταξικού συμβιβασμού υπέρ της αναδιανομής και όχι πρόταση συναινετικής αναπαραγωγής των ανισοτήτων. Αναπαραγωγή που κρύβεται πίσω από το αίτημα μονομερών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θίγουν μόνο τον κρατισμό, αλλά αδιαφορεί για εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που αφορούν το ανθρωποφαγικό τοπίο των εργασιακών σχέσεων και εκείνες τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που οδηγούν στη διαμόρφωση κράτους παροχής υπηρεσιών.

Η αδιαφορία για την κοινωνία δεν είναι σοσιαλδημοκρατική, ούτε καν κεντροαριστερή πρόταση. Η κοινωνία όμως με τη σειρά της αδιαφορεί για τους «κεντροαριστερούς», όταν αυτοί αδιαφορούν γι’ αυτήν. Δεν είναι τυχαίο που παρόλο που ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό πολιτών δηλώνει ότι ανήκει στην Κεντροαριστερά, ελάχιστοι απ’ αυτούς δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν τα υπάρχοντα κόμματα της Κεντροαριστεράς, αλλά και ελάχιστοι απ’ αυτούς συγκινούνται από τις όποιες εκ των άνω κινήσεις, οι οποίες υποτιμούν τις αγωνίες και τους προβληματισμούς των «από κάτω».

Δεν υπάρχει καμία Σοσιαλδημοκρατία εκεί όπου απουσιάζει το αίτημα για μια κοινωνία χωρίς μεγάλες ανισότητες και δεν υπάρχει ασφαλής Δημοκρατία, εκεί όπου η κοινωνία τίθεται στο περιθώριο- στο όνομα μάλιστα της συμμαχίας των δημοκρατών έναντι των «κακών ακραίων». Η Δημοκρατία και η Σοσιαλδημοκρατία έχουν δυο σκέλη• το ένα είναι αυτό της ελευθερίας και το άλλο της ισότητας, όταν εγκαταλείπεται ένα από τα δυο ή και τα δυο, αυτή γκρεμοτσακίζεται στο έλεος των ακραίων.

Βεβαίως και χρειάζεται σήμερα να απαντήσουν στη ναζιστική πρόκληση όλες οι δυνάμεις του συνταγματικού τόξου, αλλά αυτή η κίνηση θα πετύχει μόνο όταν ο αγώνας για την ελευθερία από το ναζιστικό μίσος συνδυαστεί με τον αγώνα για την υπεράσπιση της ισότητας στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους. Θα πετύχει αν τα σχεδιαζόμενα συλλαλητήρια στηριχτούν και με ενέργειες- κυρίως εντός του Κοινοβουλίου- οι οποίες θα διεκδικούν ένα νέο κράτος πρόνοιας και όχι ψίχουλα αλά ΕΣΠΑ. Αν πάλι δεν μπορούν, λόγω τρόικας, να το διεκδικήσουν σήμερα, ας το ομολογήσουν καθαρά και ας μη κρύβονται πίσω από φρούδες υποσχέσεις. Αν δεν γίνουν όλα αυτά, τότε τα «συλλαλητήρια» μάλλον διευκολύνουν, παρά δυσκολεύουν τους χρυσαυγίτες. Αν ήμουν ΚΚΕ θα έλεγα ότι «ρίχνουν νερό στο μύλο της αντίδρασης».

Η επιτυχία του όποιου σοσιαλδημοκρατικού νέου πόλου εξαρτάται από το αν αυτός θα στηριχτεί και θα στηρίξει την ίδια την κοινωνία. Αυτή η κοινωνία είναι η αυτονομημένη από τις κρατικές παραγγελίες και επιδοτήσεις επιχειρηματική τάξη, αλλά και η Ελλάδα των παραγωγικών αγροτών και των χειρωνακτών εργατών. Αυτή η κοινωνία είναι εκείνοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι οποίοι αγωνίζονται και προσφέρουν μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας ανορθολογικών ιεραρχικών δομών, απουσίας κινήτρων και κομματισμού. Είναι οι νέοι με πτυχία, γνώσεις, δεξιότητες υψηλού επιπέδου, αλλά και με θέληση για καινοτομία και κοινωνική προσφορά, οι οποίοι αναγκάζονται είτε να υποαπασχολούνται, είτε να ξενιτεύονται. Και βεβαίως είναι και τα ασθενή κοινωνικά στρώματα, τα οποία χρειάζονται ένα κράτος παροχής υπηρεσιών και όχι ένα παράλυτο πλέον κράτος εμβαλωματικών πολιτικών.

Το κράτος παροχής υπηρεσιών, που λειτουργεί όχι απλά ως δίκτυ ασφαλείας, αλλά ως αναπτυξιακός μοχλός, να η μεγάλη σοσιαλδημοκρατική Μεταρρύθμιση, για την οποία δεν μιλούν οι οπαδοί της «κεντρώας» Κεντροαριστεράς, οι οπαδοί των χωρίς κοινωνική λογική δυνάμεων της «κοινής λογικής».

Ας μιλήσουν γι’ αυτή τη Μεταρρύθμιση, όλοι όσοι πραγματικά ενδιαφέρονται για τη δημιουργία της Σοσιαλδημοκρατίας και όχι μόνο για την ανασυγκρότηση του «ενδιάμεσου πόλου» ή του Κέντρου.
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι κοινωνιολόγος, συγγραφέας

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Όχι άλλο ένα κείμενο για την κεντροαριστερά (άρθρο μου για την Μακεδονία της 1/9/2013)

Αναμφίβολα η συζήτηση για την κεντροαριστερά έχει ενδιαφέρον. Τοποθετούνται πολλοί και αξιόλογοι. Προτείνουν, προβληματίζονται, αναθεωρούν, αμφισβητούν παγιωμένες αντιλήψεις του χώρου και εμπλουτίζουν το δημόσιο διάλογο με οπτικές λιγότερο διαδεδομένες αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρουσες και γόνιμες. Παρά όμως την θετική αρχική εικόνα ελλοχεύουν ορισμένοι κίνδυνοι.

Πρώτος κίνδυνος ο πληθωριστικός λόγος. Χωρίς να διεκδικώ εξαίρεση, μιας και εγώ καταπιάνομαι με το θέμα, πιστεύω πως από ένα σημείο και μετά η συζήτηση για το μέλλον της κεντροαριστεράς δεν είναι προωθητική αλλά εμπόδιο καθώς οι άνθρωποί της τοποθετούνται περισσότερο παρά δρουν. Στοχεύουν σε ένα καλό αναλυτικό κείμενο- τοποθέτηση παρά στην εύρεση κοινού τόπου με τον διπλανό που αυτοπροσδιορίζεται κεντροαριστερός. Αν περιμένουμε να συμφωνήσουμε όλοι σε όλα τότε το εγχείρημα είναι καταδικασμένο.

Δεύτερος κίνδυνος είναι η συζήτηση, ο λόγος και ο διάλογος να αποκτήσουν χαρακτηριστικά αυτοαναφορικότητας και να αποκοπούν από την συγκυρία. Συγκυρία που είναι δύσκολη για τον πολίτη και απαιτητική για τη χώρα. Θα ήταν εντελώς διαφορετικά τα πράγματα αν η συζήτηση για το μέλλον του χώρου διεξάγονταν σε συνθήκες κανονικότητας, αλλά η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Οποιαδήποτε συζήτηση και ενέργεια για την κεντροαριστερά πρέπει να απαντά σε δύο επίπεδα. Τι πρέπει να κάνουμε για να βγούμε από την κρίση και τι θα κάνουμε αφού βγούμε; Διαχείριση κρίσης αλλά και μεταμνημονιακή Ελλάδα στην ατζέντα. Βαρύ φορτίο.

Τρίτος κίνδυνος είναι ένας λανθάνων ελιτισμός σε συνδυασμό με έναν ιδιότυπο ηλικιακό διαχωρισμό. Συζητούν και δρουν  για την κεντροαριστερά, ακόμη και σε ανταγωνιστικά σχέδια, άνθρωποι καθόλα αξιόλογοι. Όμως το προφίλ των ανθρώπων αυτών είναι συγκεκριμένο και εμένα με προβληματίζει. Καθηγητές πανεπιστημίων κυρίως, ενταγμένοι στο πολιτικό σύστημα της προηγούμενης φάσης (δεν είναι κατακριτέο), τεχνοκράτες διαφόρων τομέων, κομματικοί με πορεία στις αποσκευές τους και το βασικότερο όλων άνθρωποι μιας συγκεκριμένης ηλικίας και γενιάς. Η παρατήρηση αυτή δεν συνιστά ηλικιακό ρατσισμό αλλά ειλικρινή αγωνία. Μπορούν άνθρωποι με συγκεκριμένες προσλαμβάνουσες, με συγκεκριμένες αντιλήψεις, ενταγμένοι αρμονικά στο σχήμα του εσωστρεφούς κορπορατισμού και μάλιστα σε προνομιακές θέσεις να γίνουν εμβρυουλκός των εξελίξεων; Μπορούν με τον λόγο τους και με το σχέδιό τους να πείσουν και να γοητεύσουν τον σημερινό εικοσάχρονο; Μπορούν να κινητοποιήσουν τις νέες παραγωγικές ηλικίες όταν αυτές καλώς ή κακώς τους θεωρούν συνυπεύθυνους της σημερινής κατάστασης; Μπορούν άραγε οι της κεντροαριστεράς να κατανοήσουν το αίτημα για ριζοσπαστικές αλλαγές που υπάρχει στην κοινωνία ή είναι πλέον αμιγώς συστημικοί; Η νέα κεντροαριστερά θα προκύψει μόνο σε εστιατόρια, ξενοδοχεία και συζητήσεις μεταξύ τυρού και αχλαδίου ή και στις καφετέριες και τα στέκια των νέων; Τι σόι κεντροαριστερά θα είναι αυτή που δεν θα ακούει ισότιμα τις γενιές;

Η κεντροαριστερά που θα ήθελα είναι μια νεανική κεντροαριστερά, που μπορεί να ενσωματώσει αιτήματα ακόμη και αν είναι ανώριμα. Κεντροαριστερά που δεν θα τα φοβάται αυτά τα αιτήματα. Που δεν βλέπει σε αυτά στοιχεία αποσταθεροποίησης. Που αντιλαμβάνεται πως αν δεν ανατραπεί το γκρίζο ηλικιακό status quo δεν πάμε πουθενά. Κεντροαριστερά που θα μπορεί να μιλήσει λαϊκά για τους πολλούς και ας χάσει πόντους από την αρτιότητα του σχεδίου της για τη χώρα – αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοιο.


Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο. Το δίλλημα Σαμαράς ή Τσίπρας είναι μια καλή αρχή για να καταλάβουν όλοι πως κάτι πρέπει να γίνει. Αναμένουμε με αγωνία τις πρωτοβουλίες.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Από success story σε θερμό φθινόπωρο (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 5/8/2013)

Από την αρχή του χρόνου η κυβέρνηση και κυρίως ο βασικός κορμός της, η Νέα Δημοκρατία, προσπάθησε να δημιουργήσει μία εικόνα επιτυχούς διαχείρισης της ελληνικής κρίσης.Οι άλλοι δύο εταίροι της τρικομματικής τότε κυβέρνησης ήταν εμφανώς πιο συγκρατημένοι, καθώς μια καλύτερη ανάγνωση των δεδομένων δεν επέτρεπε υπεραισιοδοξία.


Το σχήμα όμως, βόλευε τον πρωθυπουργό και τη Νέα Δημοκρατία. Επένδυσαν επικοινωνιακά σε αυτό υποβοηθούμενοι και από την ανικανότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και θεώρησαν πως η δημοσκοπική ενίσχυσή τους και η συμπίεση των άλλων δύο της τρικομματικής θα θεμελίωνε μια ακλόνητη υπεροχή. Υπεροχή που αποκωδικοποιήθηκε και εκλήφθηκε ως δυνατότητα υλοποίησης κάθε κομματικού σχεδιασμού της Νέας Δημοκρατίας πέραν από κάθε εξωτερικό καταναγκασμό.

Η υπόθεση της ΕΡΤ, αλλά και η πορεία της οικονομίας συνολικά, φανέρωσαν τα πολύ συγκεκριμένα όρια αυτής της στρατηγικής. Η πραγματικότητα δεν αλλάζει μόνο με επικοινωνιακή πολιτική, ούτε σημαίνει τίποτε το οριακό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Μια τέτοια προσέγγιση, αν υποθέσουμε πως υιοθετήθηκε από τον κομματικό πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας, πέραν του γεγονότος πως είναι λανθασμένη, καθώς δεν υπολογίζει την πολυπλοκότητα και την συνθετότητα των αλληλεπιδράσεων στην παρούσα φάση, στρέφει την προσοχή και την ενέργεια κυβέρνησης και πολιτικού συστήματος σε ανούσια ζητήματα.

Για παράδειγμα, η στρατηγική της έντασης ανάμεσα σε Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ του προηγούμενου διαστήματος δεν προσέφερε τίποτα σημαντικό. Και όχι μόνο δεν ωφέλησε ή δεν ωφελεί, αλλά επιπρόσθετα επιβαρύνει το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα. Μειώνει τις πιθανότητες μιας υποτυπώδους συναίνεσης τουλάχιστον για ζητήματα που αποτελούν κοινό τόπο.

Από το success story προ μηνών τι μεσολάβησε και όλοι κάνουν λόγο για θερμό φθινόπωρο; Οπωσδήποτε, όχι κάτι συνταρακτικό που να μεταβάλει δραματικά προς το χειρότερο την κατάσταση, γεγονός που επιβεβαιώνει πως η αρχική υπεραισιοδοξία στηριζόταν σε πήλινα πόδια.

Μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται και αυτές που είχαν δρομολογηθεί παίρνουν άσχημη τροπή -η υπόθεση της διοικητικής μεταρρύθμισης είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μια μεταρρύθμιση κομβική, μεγάλη, χρονοβόρα και απαιτητική κινδυνεύει να μετατραπεί σε διευθέτηση μιας ακόμη υπόθεσης ανάμεσα σε κυβέρνηση και τρόικα με την πρώτη να υποκύπτει στις ιδεοληψίες της δεύτερης χωρίς να εξετάζει το ζήτημα συνολικά και με προοπτική. Στο δίλημμα μεταρρύθμιση της διοίκησης ή εδώ και τώρα απολύσεις και τα δύο μέρη συνηγορούν στο δεύτερο.
Στο μέτωπο των δημοσιονομικών πιθανώς οι στόχοι να επιτευχθούν, αν και υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις περί του αντιθέτου, όμως, αυτό γίνεται με έναν τρόπο οριζόντιο, αντιαναπτυξιακό (βαριά φορολογία) και κοινωνικά άδικο, που σωρεύει απογοήτευση. Το πολυπόθητο πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι εύκολο.

Στο ζήτημα της διαχείρισης του δημοσίου χρέους και της βιωσιμότητας αυτού όλα έχουν παγώσει λόγω των γερμανικών εκλογών. Το ερώτημα όμως είναι αν η ελληνική πλευρά ετοιμάζεται για την όποια διαπραγμάτευση προηγηθεί μιας πιθανής παρέμβασης στις αρχές του 2014. Το πιθανό δημοσιονομικό κενό πρέπει να βρεθεί τρόπος να καλυφθεί.

Τα προβλήματα είναι οξυμένα. Όλοι γνωρίζουν, πως δεν υπάρχει περίπτωση να σταθεί κυβέρνηση που θα λάβει μέτρα που θα μειώνουν το εισόδημα των πολιτών. Αντί όμως να γίνει προσπάθεια επίλυσης, γινόμαστε θεατές του γνωστού έργου των πρόωρων εκλογών. Αντί να βρεθούν τρόποι το θερμό φθινόπωρο να αποφευχθεί, ώστε να τελεσφορήσει η συνολική προσπάθεια -έστω και με επιμέρους αλλαγές του προγράμματος προσαρμογής- γίνεται λόγος για εκλογές. Θα είναι οι πέμπτες από το 2007.


Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Ποιος κατέστρεψε τη χώρα; (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 1/7/2013)

Στην ομιλία του στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ο Μάκης Βορίδης παρουσίασε την πολιτική του εκτίμηση και την απάντηση  στο ερώτημα του τίτλου. Η καταστροφή της χώρας έχει ονοματεπώνυμο και αυτό είναι του Ανδρέα Παπανδρέου. Πολλοί πιθανά να συμμερίζονται αυτήν την άποψη και μάλιστα είμαι σίγουρος πως έχουν την δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν πειστικά περί αυτού. Η βαθύτατη οικονομική και κοινωνική κρίση που βιώνει η χώρα έχει διαλύσει το μεταπολιτευτικό κοινωνικό συμβόλαιο.  Αποτέλεσμα αυτού, το όνομα του προσώπου που συνδέθηκε με  την μεταπολιτευτική πολιτική ιστορία του τόπου δεν μπορεί να μείνει στο απυρόβλητο.

Αναμφίβολα ο Ανδρέας Παπανδρέου και η περίοδος διακυβέρνησής του μπορούν δικαίως να κατακριθούν. Πολλές παθογένειες της νεοελληνικής πραγματικότητας είτε ενσωματώθηκαν στην «Αλλαγή» με αρμονικό τρόπο είτε οφείλονται εξολοκλήρου σε αυτή και τη νέα πραγματικότητα που τότε διαμόρφωσε. Είναι μια συζήτηση αυτή που οφείλει να γίνει στην Ελλάδα, είναι μια συζήτηση που γίνεται αλλά είναι επιπλέον μια συζήτηση που λόγω της χρονικής εγγύτητας είναι φορτισμένη λόγω βιωματικών προσεγγίσεων, κομματικών σκοπιμοτήτων και υπερβολών.

Η αποτίμηση, το αν δηλαδή το ισοζύγιο αυτής της περιόδου είναι θετικό ή αρνητικό θα το κρίνει ο καθένας μόνος του με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες, τις δικές του ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές. Η προσωπική μου άποψη είναι πως το ισοζύγιο είναι θετικό. Αναγνωρίζω όλη την κριτική και την επιχειρηματολογία της αντίθετης άποψης. Θα συμπλήρωνα όμως μια επιπλέον  διάσταση. Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και τον ίδιο μπορείς να τους κατακρίνεις για τα πολλά λάθη που έκαναν – το μείζον είναι όμως να τους κρίνεις με βάση τις δυνατότητες που είχαν. Αν δούμε όσο πιο αποστασιοποιημένα μπορούμε εκείνη την εποχή, θα διαπιστώσουμε πως υπήρξε μια τεράστια ευκαιρία. Πολιτική κινητοποίηση, προσδοκία, ριζοσπαστισμός, σχετικά σταθερό διεθνές περιβάλλον, χαρισματική ηγεσία, πρόσβαση σε δάνειους πόρους, ένταξη στην τότε ΕΟΚ συγκροτούσαν ένα πλαίσιο μάλλον ευνοϊκό. Πλαίσιο και ικανότητες του ανδρός θα μπορούσαν να έχουν φέρει ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.  Δεν πέτυχε λίγα το ΠΑΣΟΚ. Με τον δικό του τρόπο κατάφερε να ενσωματώσει στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας τους μισούς Έλληνες. Οι μεταρρυθμίσεις και ο εκσυγχρονισμός που προκάλεσε απαντούσαν όμως σε βασικά αιτήματα των προηγούμενων δεκαετιών. Βασικές δημοκρατικές κατακτήσεις,  κοινωνικό κράτος πρόνοιας σε συνδυασμό με ανοδική κοινωνική κινητικότητα πολλών στρωμάτων  ήταν τα επιτεύγματά του. Ο «χώρος ΠΑΣΟΚ» ήταν πλειοψηφικός στην ελληνική κοινωνία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 αλλά λόγω της πολιτικής ανωμαλίας στην εξουσία ανήλθε με καθυστέρηση 15 ετών. Καθυστέρηση που αθροιστικά με άλλους παράγοντες το εμπόδισε να κατανοήσει συλλογικά την αλλαγή φάσης στην παγκόσμια οικονομία που άρχισε να συντελείται την πρώτη δεκαετία της παντοδυναμίας του.

Τέτοια ζητήματα είναι σύνθετα και  σίγουρα αποτελούν πεδίο επιστημονικής προσέγγισης. Πέρα όμως από την επιστήμη υπάρχει και η πολιτική. Πέραν των προσωπικών επιδιώξεων και των λοιπών κινήτρων του κ. Μάκη Βορίδη, η φράση του είναι μια εξαίσια αφορμή να στρέψουμε το βλέμμα μας λίγο πίσω και θυμηθούμε μερικά βασικά μέσω σειράς ερωτημάτων. Ποιος πρωθυπουργός της Ελλάδας παρέλαβε τη χώρα στην αρχή της θητείας του στην καλύτερη θέση που βρέθηκε ποτέ από ιδρύσεως; Ποιος πρωθυπουργός της χώρας διπλασίασε το μισθολογικό κόστος του δημοσίου σε περίπου 6 χρόνια; Πότε συντελέστηκε η μοιραία κατάρρευση εσόδων του κράτους; Ποιος ευθύνεται για την συνεχιζόμενη αγνόηση των προειδοποιήσεων για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της Ελλάδας; Με ποιού κυρίαρχη ευθύνη εκτινάχθηκε το έλλειμμα στο πρωτοφανές 15% του ΑΕΠ; Ποιος ενώ είχε εντολή και δέσμευση να αναδιατάξει το κράτος διέλυσε κάθε οργανωτική και διοικητική ικανότητα; Τα ερωτήματα δεν έχουν τέλος.

Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να αντιτείνει στον Μάκη Βορίδη πως αν ψάχνει ένα ονοματεπώνυμο για την καταστροφή της χώρας μπορεί να ξεκινήσει από αυτό του Κώστα Καραμανλή για αρχή.


Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Μάθε στον μπαμπά σου ξένες γλώσσες Από τα ανδρεοπαπανδρεϊκά στα σύγχρονα κεντροαριστερά


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο protagon.gr
Το κόμμα της Μεταπολίτευσης είχε αναμφίβολα μια κεντρικότητα στο πολιτικό σύστημα και στιγμάτισε παντοιοτρόπως την πολιτική όπως την αντιλαμβάνεται ο Έλληνας. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς πως ακόμη και σήμερα όλοι κουβαλάνε ένα ΠΑΣΟΚ μέσα τους - είτε το ξέρουν είτε όχι, είτε το αποδέχονται είτε όχι.

Δεν έχει νόημα να αναφερθεί κανείς στην ιστορική αποτίμηση των πεπραγμένων του κόμματος αυτού - ο καθείς ανάλογα κρίνει. Αυτό που έχει νόημα είναι να δούμε, όσοι ενδιαφερόμαστε για την ύπαρξη ενός κεντροαριστερού κόμματος - παράταξη τι είναι αυτό που αποτελεί τροχοπέδη στην υπόθεση.
Και εδώ έχουν χυθεί τόνοι μελάνης, αρθρογραφία, επιστημονικές προσεγγίσεις, πολιτικές εκτιμήσεις. Θα παραθέσω έναν ακόμη λόγο που κρατά την επιρροή της κεντροαριστεράς χαμηλά παρά την ευρυχωρία που υπάρχει ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι ο λόγος. Ο  τρόπος εκφοράς του λόγου. Η κεντροαριστερά πρέπει να ξαναμιλήσει λαϊκά. Να ξαναμιλήσει με τρόπο που να διεγείρει, με τρόπο κατανοητό, απλό και εύληπτο. Με τη μία η μπάλα - για να δανειστώ έναν ποδοσφαιρικό όρο. Όχι αναλύσεις επί αναλύσεων, όχι λεπτομερείς αποχρώσεις και διαφοροποιήσεις, όχι κυνήγι λέξεων και εννοιών. Μέχρι η κεντροαριστερά να βρει τις κατάλληλες λέξεις οι της Χρυσής Αυγής φτάσανε στο 15%.
Προσοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποκύψει σε έναν ακραίο λαϊκισμό παροχολογίας ή υποδαύλισης των παθών. Ούτε σημαίνει πως τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας απαντώνται με όρους άσπρο-μαύρο. Προφανώς οι βέλτιστες λύσεις χρειάζονται σύνθετη σκέψη, επεξεργασία, σταθμίσεις αλλά όλα αυτά αφορούν τον προγραμματικό λόγο. Αφορούν το πολιτικό σχέδιο. Αφορούν τα επιτελεία, τα στελέχη και τους συνεργάτες τους. Μετά από εκεί αλλαγή πλεύσης. Μετά από εκεί, βγαίνοντας από το γραφείο ή από το διαδίκτυο τα πράγματα αλλάζουν. Η κατάσταση είναι πιεστική, δεν υπάρχει υπομονή, δεν υπάρχει διάθεση, δεν υπάρχει χρόνος. Μπορείς να πεις αυτό που θέλεις γρήγορα, κοφτά και αποτελεσματικά; Καλώς. Δεν μπορείς; Σε πρόλαβε άλλος.
Το καλύτερο σχέδιο μεταρρύθμισης να έχει η κεντροαριστερά ποιος θα το ακούσει όταν οι μεν «με ένα άρθρο θα καταργήσουν τη φτώχεια του μνημονίου» και οι δε «δεν θα παραδώσουν τη χώρα στον κίνδυνο χρεοκοπίας»; Οι άλλοι δε, οι τρισχειρότεροι δεν συνθηματολογούν καν. Μοιράζουν πατάτες και μπάτσες σε όποιον θεωρούν εχθρό τους.  Για να πείσεις, πρώτα πρέπει να σε ακούσουν. Για να σε ακούσουν πρέπει να είσαι θελκτικός. Η κεντροαριστερά δεν έχει όλες τις απαντήσεις, είναι βέβαιο. Έχει όμως τις περισσότερες.
Ο σύγχρονος κεντροαριστερός λόγος γιατί να μην έχει συναίσθημα; Γιατί να μην είναι λόγος που θα ξαναπιάνει το νήμα μιας μεγάλης αφήγησης; Γιατί να μη στοχεύει στην αλλαγή της μεγάλης εικόνας; Είναι αδήριτη ανάγκη - δεν μπορεί να εξαντλείται μόνο στα μικρά. Πρέπει να δείχνει και μια πορεία, έναν δρόμο για τα μεγάλα. Οι Έλληνες φαίνεται σιγά-σιγά να αποδέχονται την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι η εξής. Θα ζήσουμε με λιγότερα από ό,τι περιμέναμε. Το αμέσως επόμενο ερώτημα όμως αφορά στην προοπτική, έχει να κάνει με το μέλλον και τη δυνατότητα βελτίωσής του. Είναι ανθρώπινο και λογικό. Γι' αυτό αποτελεί αναγκαιότητα ξανά ένας ιδεολογικός λόγος που θα καταλήγει και σε συγκεκριμένα, αλλά δεν θα παραβλέπει τα μεγάλα.
Για να συνοψίσω την άποψή μου αυτή, θα πω το εξής: Εν αρχή ην ο λόγος. Να μάθουμε στους μπαμπάδες μας «ξένες γλώσσες». Από τα «μεταπολιτευτικά ανδρεοπαπανδρεϊκά» στα «σύγχρονα ευρωπαϊκά κεντροαριστερά»... Και στους μικρούς μας αδερφούς, να δούνε τα «Μαθήματα Αμερικανικής Ιστορίας».

Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Μερικές σκέψεις για την ΕΡΤ (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 17/6/2013)

   1  Είναι προφανές ανεξαρτήτως κατάληξης πως η ενέργεια αυτή του πρωθυπουργού και του
περιβάλλοντός του είχε κυρίως πολική και κομματική στόχευση. Δεν συνιστά μεταρρύθμιση το κλείσιμο της ΕΡΤ χωρίς σχέδιο, αιφνιδιαστικά, χωρίς πολιτική συμφωνία των εταίρων, χωρίς διάδοχο σχήμα. Το απέδειξε εξάλλου πληθώρα επιχειρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν από το περιβάλλον της Νέας Δημοκρατίας και είχαν να κάνουν με την πολιτική τοποθέτηση ή την κομματική προτίμηση των ανθρώπων της ΕΡΤ. Το απέδειξε η αναγκαστική σχεδόν προσφυγή σε παλαιότερα σχέδια εξυγίανσής της – σχέδια που ο σημερινός κυβερνητικός εκπρόσωπος  λοιδορούσε από τον προαύλιο χώρο των εγκαταστάσεων της ΕΡΤ
    Οι πολιτικές και κομματικές στοχεύσεις της Νέας Δημοκρατίας φανερώνουν πως ενδόμυχα ποτέ δεν πίστεψαν στην συνολική προσπάθεια της χώρας αυθεντικά. Δυναμιτίζουν το κλίμα τη στιγμή που είτε κανείς διακρίνει αμυδρές πτυχές success story, είτε σημαντικές δυσκολίες, η Ελλάδα είχε φύγει από το μάτι του κυκλώνα και υπήρχαν προϋποθέσεις περάσματος σε μία ομαλότητα, σε μία κανονικότητα έστω οικονομικά καχεκτική. Επανέφεραν βίαια το πολωτικό κλίμα των δύο προηγούμενων ετών.
      Δεν ανέμεναν το μέγεθος των αντιδράσεων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η επιλογή της ΕΡΤ ως πεδίο για καλοκαιρινές επιδείξεις αποφασιστικότητας και βολονταρισμού ήταν ατυχής. Η ΕΡΤ είναι οργανισμός αντικειμενικά εξωστρεφής, ταυτισμένος με την χώρα διεθνώς και το πεδίο της ενημέρωσης είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητο. Ο τρόπος παρέμβασης ήταν άγαρμπος. Οι κυβερνητικοί εταίροι ύψωσαν το ανάστημά τους και απορρίπτουν την μονοκομματική ατζέντα του πρωθυπουργού. Η πανευρωπαϊκή κατακραυγή και η αγνόησή της αποδεικνύει πως ο ευρωπαϊσμός αυτής της Νέας Δημοκρατίας είναι ρηχός. Κουτσαβάκικο στυλ, ομιλίες πρωθυπουργού ως αν να ήταν κομματάρχης του 1960, συνολικό ύφος που δεν συνάδει με τον θεσμό. Επαρχιωτισμός.
      4 Η προσπάθεια ιδεολογικής κυριαρχίας που βρίσκεται πίσω από αυτή την ενέργεια του πρωθυπουργού δεν συνυπολόγισε μερικά δεδομένα. Η αποδοχή αυτής της ηγετικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, όπως αποτυπώθηκε αυθεντικά στις πρώτες εκλογές του 2012 βρίσκεται στο 18%. Η κυβέρνηση είναι τρικομματική με τους δύο εταίρους αθροιστικά στο 20%. Ακόμη και αν δεχτούμε πως πρόκειται για μια μεγάλη στρατηγική κίνηση ( ερήμην της τύχης της χώρας) ποια είναι τα επόμενα βήματα; Ποιοι οι δυνητικοί του σύμμαχοι μετά από ενδεχόμενες εκλογές (εφόσον τις κερδίσει); Αδυναμία απάντησης άρα κολοβή στρατηγική – κοντόφθαλμη. Πυροδοτούν μη γραμμικές εξελίξεις τη στιγμή που η χώρα όφειλε να κινηθεί συντεταγμένα και να διεκδικήσει ό,τι καλύτερο μπορούσε στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν.
       Κανείς δεν υποστηρίζει πως η ΕΡΤ μπορεί να συνεχίσει ως έχει αλλά επίσης είναι δύσκολο να αποδεχτεί πως είναι αυτός ο τρόπος. Για πρώτη φορά εδώ και ένα χρόνο γίνεται εμφανές το αδιέξοδο μιας σημαντικής μερίδας του εκλογικού σώματος που δεν μπορεί να ενταχθεί στα δύο στρατόπεδα τα οποία φιλοδοξεί να δημιουργήσει ο πρωθυπουργός. Το δίλλημα Σαμαράς ή Τσίπρας δεν αντέχεται.
      Είναι γεγονός πως σε μια πορεία ομαλότητας και σταθεροποίησης της χώρας, οι διαφορές ανάμεσα στα κόμματα που συγκυβερνούν θα αυξάνονταν. Όσο η χώρα θα απεγκλωβιζόταν από το δεσμευτικό πλαίσιο τόσο θα αποκτούσαν σημασία οι πολιτικές και ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Η ενέργεια αυτή του πρωθυπουργού επιταχύνει τις εξελίξεις χωρίς όμως τις προϋποθέσεις.
   7 Ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναμπαίνει στο πολιτικό παιχνίδι, Μπορεί να πατήσει σε μία ιδιάζουσα πολιτική κινητοποίηση παρά το διαφαινόμενο τέλμα στο οποίο είχε περιπέσει η στρατηγική του. Είναι ζητούμενο εάν καταφέρει να ξεπεράσει τις εγγενείς αδυναμίες του και να στραφεί σε ποιο ρεαλιστικές θέσεις που θα του προσδώσουν στοιχεία κυβερνητικής προοπτικής. Η μονοδιάστατη αντιμνημονιακή ρητορεία δεν αρκεί. Ούτε το ζήτημα της ΕΡΤ

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Νέα φάση - ίδιες προκλήσεις (άρθρο μου για τη Μακεδονία της Κυριακής της 2/6/2013)

Είναι πλέον εμφανές σε όλους πως η χώρα περνά σε μια άλλη φάση της κρίσης. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί ξεπέρασμά της και μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα. Οι συνθήκες έκτακτης ανάγκης είναι ακόμη ορατές, όμως κανείς από την άλλη δεν μπορεί να αγνοήσει ορισμένα σημάδια σταθεροποίησης.Η σταθεροποίηση αυτή έχει περισσότερο να κάνει με την άρση της γενικευμένης αβεβαιότητας σχετικά με βασικές παραμέτρους της ελληνικής υπόθεσης. Φαίνεται πως η χώρα μάλλον έχει αποφύγει οριστικά τον κίνδυνο άτακτης χρεοκοπίας, έχει αποφύγει τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ και έχει συνδεθεί με το κοινό μέλλον της ευρωζώνης. Αν αυτό το μέλλον είναι ευοίωνο ή όχι δεν το γνωρίζει κανείς, σημαντικό είναι όμως ότι η χώρα από εξαίρεση και παράδειγμα προς αποφυγήν έχει ξαναμπεί στο ίδιο βαγόνι με τις υπόλοιπες. Την ίδια στιγμή μάλιστα που τα προβλήματα αρχίζουν να αγγίζουν και χώρες του Βορρά, πέραν των νότιων, γίνεται εμφανές πως υπάρχει και δομικό πρόβλημα στη λειτουργία της ευρωζώνης. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι εθνικές παθογένειες, οι καθυστερήσεις και οι υστερήσεις στο εσωτερικό πεδίο έχουν εξαλειφθεί ή ότι δεν επηρεάζουν συνολικά την πορεία της χώρας. Το αντίθετο θα έλεγε κανείς. Όσο όμως οι εξωτερικοί καταναγκασμοί θα περιορίζονται ή θα αφορούν τα μακροσκοπικά μεγέθη, τόσο οι επιλογές εντός της χώρας θα αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα.

Αν δεχθούμε αυτόν τον συλλογισμό, αποκτά ενδιαφέρον η πολιτική σε όλα τα επίπεδα, καθώς τόσο οι πολιτικές επιλογές σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο όμως και οι εθνικές θα καθορίσουν αποφασιστικά το άμεσο μέλλον. Η λογική προστάζει κάποια αλλαγή πλεύσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς οι πολιτικές μονόπλευρης λιτότητας φαίνεται να προσκρούουν στην πραγματικότητα που εν μέρει αυτές δημιούργησαν. Από την άλλη, αποκτά νόημα και ενδιαφέρον ξανά η εγχώρια πολιτική αντιπαράθεση, καθώς όλοι πλέον είναι υποχρεωμένοι να τοποθετηθούν επί της ουσίας, με προγραμματικό ρεαλιστικό λόγο. Η αντίθεση «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» φαίνεται να εξαντλεί τη δυναμική της, γεγονός που θα αναγκάσει τα κόμματα να στραφούν στο περιεχόμενο και όχι μόνο στη σύγκρουση και την περιφερειακή -κενή περιεχομένου- πόλωση.

Και η εθνική ατζέντα είναι μεγάλη - υπάρχει πληθώρα ζητημάτων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα. Γιατί μπορεί μεν να επήλθε μια σταθεροποίηση, αυτή όμως βασίστηκε κυρίως σε δημοσιονομικά μέτρα παρά σε μεταρρυθμίσεις και αλλαγές σε κρίσιμους τομείς. Αυτό μάλιστα το χαρακτηριστικό έχει επισημανθεί πολλάκις και αφορά σχεδόν στη συνολική (μη) εφαρμογή του προγράμματος εδώ και τρία περίπου χρόνια.

Ας είμαστε όμως αισιόδοξοι πως κάποιες από τις πράγματι μεγάλες και φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις θα λάβουν χώρα, όχι ως προαπαιτούμενα καταβολής κάποιας δόσης αλλά ως συνειδητές επιλογές του εγχώριου πολιτικού συστήματος.Χαρακτηριστικά αναφέρω τρεις μεγάλες αλλαγές-μεταρρυθμίσεις που είτε βρίσκονται σε εξέλιξη είτε θα ξεκινήσουν. Πρώτη η διοικητική μεταρρύθμιση, που παρά τις όποιες καθυστερήσεις φαίνεται να έχει προχωρήσει. Δεύτερη η φορολογική μεταρρύθμιση, που αναμένεται, και τρίτη (όχι μεταρρύθμιση) η αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου.

Σε ό,τι αφορά την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου, προσωπικά εκτιμώ πως δεν έχουμε διανύσει αρκετό δρόμο, καθώς δεν φαίνεται να μεταβλήθηκαν σοβαρά οι αντιλήψεις περί της ανάπτυξης. Βασικές παραδοχές του παλιού μοντέλου παραμένουν ριζωμένες, παρά την αμείλικτη πραγματικότητα κατάρρευσής του ή την ανάγκη μεγάλων χρηματικών ποσών για την ομαλή αναπαραγωγή του, χαρακτηριστικά που το καθιστούν μη ρεαλιστική επιλογή πλέον.Ίσως όμως αυτό να είναι το πεδίο διαφοροποίησης στη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Το πεδίο όπου θα αποδειχθεί και θα κριθεί η προγραμματική πρόταση κάθε κομματικής δύναμης σε συνδυασμό βέβαια με την αντίληψη για την κοινωνική πολιτική.

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Και συ Γιαννάκη παρ' τους τα μυαλά και συ Γκάλη παρ' τους το κεφάλι

Η εβδομάδα αυτή ήταν αφιερωμένη στο Νίκο Γκάλη. Δεν ξέρω για εσάς αλλά εδώ στη Θεσσαλονίκη ήταν το γεγονός των ημερών. Λίγο πολύ όλες οι παρέες αφιέρωσαν κάποια λεπτά των συζητήσεών τους σε αυτό που θα ακολουθούσε. Ευκαιρία όλοι θέλαμε να γυρίσουμε τα ρολόγια πίσω και να πει ο καθένας τις δικές του ιστορίες - ακόμη και εμείς που τότε ήμαστε πολύ μικροί.  Άλλωστε όλοι κάτι έχουν να θυμούνται - ακόμη και τα βρέφη.

Γράφτηκαν πάρα πολλά. Το διαδίκτυο προσφέρει τη δυνατότητα να ακουστούν τόσες και τόσες απόψεις, να γνωστοποιηθούν πτυχές άγνωστες, λεπτομέρειες ασήμαντες εκ πρώτης αλλά σημαντικές σαν ψηφίδες όλου αυτού του μύθου. Οφείλω να ομολογήσω πως είναι από τις λίγες φορές που αυτός ο πληθωριστικός γραπτός λόγος του διαδικτύου δεν με κούρασε. Ήθελα να ρουφήξω κάθε αφιέρωμα, να δω κάθε βίντεο στο youtube, να ζήσω και εγώ κάτι από εκείνη τη μαγική δεκαετία όπου όλοι ήταν θεατές σε ένα έργο που δεν είχε ξαναπαιχτεί στη χώρα.

Με αυτά και με αυτά στο νου, είχα ζητήσει εγκαίρως ένα εισιτήριο για τη μαγική βραδιά από τους φίλους μου, που οι περισσότεροι είναι Αρειανοί. Οι πρώτες συζητήσεις έγιναν μήνες πριν, με το που ανακοινώθηκε η διεξαγωγή της εκδήλωσης. Ο φίλος και κουμπάρος μου, φρόντισε να με προμηθεύσει με το μαγικό χαρτάκι, καθώς είναι ο άνθρωπος που έχει την υπομονή αλλά και την τεχνογνωσία να αγοράζει εισιτήρια ( Τάσο ευχαριστώ) και για μας τους υπόλοιπους.

Να μην σας ζαλίζω με περιγραφές και συναισθήματα όταν φτάσαμε στο Παλέ ντε Σπορ, καθώς είμαι φίλαθλος του Παναθηναϊκού και αν πω κάτι ίσως φανεί υπερβολικό. Θα πω μόνο μια φράση που είμαι σίγουρος πως πολλοί στην ηλικία μου την είχαν πει. Στην ερώτηση " τι ομάδα είσαι;" απαντούσαμε με περισσή φυσικότητα " Παναθηναϊκός στο ποδόσφαιρο και Άρης στο μπάσκετ'' . Ο ερωτών ( συνήθως μεγαλύτερος ηλικιακά) με συγκατάβαση ξαναρωτούσε '' Άρης ή Γκάλης στο μπάσκετ;'' ..... Μάλλον Γκάλης θα έλεγα εγώ σήμερα αλλά και πάλι όχι με βεβαιότητα μιας και στα τραγούδια εκείνων των χρόνων υπήρχε '' .... ο Γιαννάκης και τ' άλλα παιδιά''.

Στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου είδα φίλους, είδα τον ξάδερφό μου που ταξίδεψε περίπου 150 χιλιόμετρα, είδα πολλά πιτσιρίκια με αναμνηστικό μπλουζάκι "the gangster", είδα πολλούς 45άρηδες που πέτυχαν τα ντουζένια του Γκάλη πάνω στα δικά ντους ντουζένια, είδα και πολλές οικογένειες. Μια εικόνα βγαλμένη από το παρελθόν ή έτσι φάνηκε στα μάτια μου. Δεν σας κρύβω ότι αναλογιζόμενος σφαιρικά όλο το φαινόμενο '' μπάσκετ - Αρης - Γκάλης - Θεσσαλονίκη- Ελλάδα'' , συγκινήθηκα λίγο... Μοιραία το μυαλό σκέφτεται, σχεδόν το φωνάζει μια φωνή μέσα σου '' αχ τι ωραία να μπορούσε να ξανασυμβεί κάτι παρόμοιο, εδώ, τώρα, του χρόνου, έστω σε τρία χρόνια.''

Μέσα στο γήπεδο τα όσα συνέβησαν, όσοι διαβάζετε αυτές τις γραμμές, σίγουρα τα έχετε πληροφορηθεί, τα έχετε διαβάσει και τα έχετε δει. Δυο- τρία πραγματάκια από εμένα επιπροσθέτως.

1ο) Δυστυχώς το πάνδημο αίτημα του κοινού να δει το Νίκο Γκάλη με σορτσάκι και φανέλα κίτρινη με το νούμερο 6 στην πλάτη να κάνει έστω και ένα σουτάκι δεν ικανοποιήθηκε. Παρά το σύνθημα '' ΚΑΝΕ ΕΝΑ ΣΟΥΤ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΤΗΣ ΠΟΥΤΑΝΑΣ'' αυτός ανρήθηκε. Είχε τους δικούς του λόγους. Στη σκέψη όμως ότι υπήρχε έστω μια πιθανότητα να μας το φυλάνε για εκπληξη αυτό οι διοργανωτές υπήρξε αναβρασμός στο γήπεδο. 

2ο) Τη στιγμή που Γκάλης και Γιαννάκης με βουρκωμένα μάτια αγκαλιάστηκαν ομολογώ πως συγκινήθηκα και εγώ. Δεν ξέρω γιατί. Δεν υπάρχει λογική εξήγηση - αλλά και δεν την αναζητώ. Παραθέτω απλά αυτό που ένιωσα. Σαν να ήταν 2 δικοί μου άνθρωποι, σαν να τους ήξερα προσωπικά χρόνια και μοιραζόμουν και εγώ απο την κερκίδα την δική τους συγκίνηση, σαν μια δική μου αναγνώριση για αυτά που μας προσέφερε αυτό το δίδυμο.

3ο) Παραδέχτηκα τον Μπάνε Πρέλεβιτς που παραβρέθηκε σε αυτήν την εκδήλωση. Τον Μπάνε που 3/4 φορές έχανε στον πόντο από τον Άρη του Γκάλη, που αντάλλαξε δεξί κροσέ, που καθυβρίζονταν συστηματικά από τον κόσμο του Άρη. Κι όμως ήταν εκεί και καταχειροκροτήθηκε από τα 88/100 του γηπέδου. Δεν κακολογώ και αυτούς που τον αποδοκίμασαν με το γνωστό '' άστα να πάνε Μπάνε'' . Και αυτοί είπαν αυτό που ένιωθαν. Όλα ωραία και καλά. Απλά ρε παιδί μου η παρουσία του εκεί ήταν κιμπαριλίκι και όσο να 'ναι μετράει.

Ξαναδιαβάζω όσα έγραψα ως εδώ. Δεν ξέρω, δεν μου αρέσουν. Δεν αποτυπώνουν τα συναισθήματα ούτε τις σκέψεις μου, ούτε επακριβώς όλα όσα θα ήθελα να μοιραστώ μέσω του blog. Τα περισσότερα τα ξέχασα διότι προσπάθησα να τα εκλογικεύσω και να τα εντάξω σε ένα πλαίσιο ώστε να μπορέσω να τα αποτυπώσω μια από τις επόμενες μέρες, με αποτέλεσμα να χαθεί κάπως η μαγεία. Τέλος πάντων συνεχίζω την προσπάθεια...

Τι ήταν ο Γκάλης; Θα πω την δική άποψη η οποία ας αθροιστεί με των υπολοίπων καθώς είναι συμπληρωματική. Για μένα ο Γκάλης ήταν ο άνθρωπος που μας απέδειξε ότι εμείς οι Έλληνες μπορούμε. Μας απέδειξε ότι μπορούμε να ξεφύγουμε από μιζέριες. Ότι μπορούμε να είμαστε οι νικητές και όχι οι μονίμως ηττημένοι. Ότι μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια τους καλύτερους και όχι να πέσουμε ηρωικά αλλά να τους κερδίσουμε. Ο Γκάλης έβγαλε έναν ολόκληρο λαό από την μιζέρια της φτωχής πλην εντίμου Ελλάδας. Όχι ρε! Δεν θέλω να είμαι πτωχός. Θέλω να κερδίσω - θέλω να κερδίζω. Δεν μου αρκεί η συμμετοχή - ούτε η χαρά του παιχνιδιού. Θέλω να πανηγυρίσω με τρέλα γιατί η ομάδα μου έχει τον καλύτερο και είναι η καλύτερη. 

Έσπασε ο Γκάλης την τάση αυτοθυματοποίησης του ελληνικού λαού. Λίγο εκείνη η ξέφρενη δεκαετία του ΠΑ.ΣΟ.Κ και η μερική απελευθέρωση από την υλιστική ανάγκη, λίγο το αίσθημα απελευθέρωσης και εκσυγχρονισμού, λίγο η υποχώρηση της πρώιμης μεταπολίτευσης και η στροφή στον καταναλωτισμό και στην ατομικότητα και το γλυκό ήρθε και έδεσε. 

Και ας μην έχουμε ενοχές για αυτά. Ναι ήταν ο Γκάλης που όλη η Ελλάδα έμαθε μπάσκετ. Ναι ήταν ο Γκάλης που προκάλεσε αυτή την έκρηξη ταλέντων και μεγάλων παικτών. Ναι είναι ο Γκάλης που μας προέκυψε Διαμαντίδης. Ναι είναι ο Γκάλης που μας έφτιαξε συνολικά στον αθλητισμό. Προ του Γκάλη μόνο φιλικές συμμετοχές και την δεύτερη μέρα πίσω στο αεροδρόμιο του Ελληνικού και στα ξερά γήπεδα...

Ο Γκάλης λοιπόν απέδειξε ότι μπορούμε. Μπορούμε με δουλειά. Με σκληρή δουλειά. Με προπόνηση. Με συγκέντρωση. Επίσης απέδειξε πως στα μπουζούκια πας μετά την επιτυχία - όχι πριν.   Γενικά απόμακρος φαίνεται - πάντα έτσι μου φαινόταν. Από την άλλη όμως όλοι οι μεγάλοι έχουν μια παραξενιά. Αν δεν είχαν θα ήταν σαν και εμάς τους κοινούς θνητούς. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με θεό. Τι θεό.... Ημίθεο

Μια κοινωνία που διψούσε. Μια κοινωνία που τα ήθελε όλα εδώ και τώρα και ο Νίκος Γκάλης της τα έδωσε. Μετά τον Γκάλη βγήκαν πολλοί μεγάλοι αθλητές. Αν με ρωτήσει κανείς ειδικά για το μπάσκετ, θα σημείωνα τον Δημήτρη Διαμαντίδη. Άλλοι θα συμφωνήσουν πως πρόκειται για πιο ολοκληρωμένο παίκτη, με περισσότερες διακρίσεις και μάλιστα σε εποχή όπου οι άμυνες δεν είναι οπτική ενασχόληση, αλλά σκληρές. Από την άλλη όμως σκέφτομαι πως ο πρώτος πάντα χαράσσεται στη μνήμη. Ο πρώτος, το αίτιο, η αφορμή για όλα όσα ακολούθησαν.  

O Άρης τον τίμησε όπως του έπρεπε, έστω με μεγάλη καθυστέρηση. Ήμουν και εγώ εκεί γιατί έστω και στην τελευταία φορά του σε παρκέ, έστω και με κουστούμι ήθελα να φωνάξω και εγώ '' Τι την έκανε την μπάλα ο θεός'' και να κλέψω λίγη από την αίγλη του Παλέ ντε Σπορ. Ενός γηπέδου που για μία δεκαετία ήταν η καρδιά του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Λίγη από εκείνη τη χρυσόσκονη που πριν από 25 χρόνια γέμιζε ολόκληρη της Ελλάδα αλλά σίγουρα και την πόλη μου.

( για μουσικό χαλί θα έβαζα το eye of the tiger και καπάκι το final countdown αλλά ξέχασα πως γίνεται η ενσωμάτωση στo blog από το youtube)











Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Ένας χρόνος μετά τις εκλογές (άρθρο μου για τη Μακεδονία της 8/5/2013)


Πριν από ένα χρόνο στη χώρα διεξήχθησαν εκλογές. Εκλογές εν μέσω πάρα πολύ δύσκολων συνθηκών. Η συγκυρία ήταν αρνητική για την Ελλάδα. Όλοι συζητούσαν ένα ενδεχόμενο Grexit, η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος δεν επέτρεψε την υλοποίηση μεγάλων αλλαγών και τα κόμματα λειτουργούσαν με τρόπο που δεν φανέρωνε την κρισιμότητα των στιγμών. Μετά το αποτέλεσμα δε των πρώτων εκλογών και τις ανατροπές που αυτό επέφερε, ακολούθησε ένας περίπου μήνας πολύ σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης ως τις δεύτερες.

Η πορεία της χώρας από τη στιγμή σχηματισμού κυβέρνησης μέχρι σήμερα παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά. Πρώτο, η πολύ μεγάλη αβεβαιότητα για το μέλλον εντός ευρωζώνης έχει αρθεί. Δεν έχει εκλείψει αλλά σίγουρα πλέον οι πιθανότητες εξόδου είναι πάρα πολύ λιγότερες. Δεύτερο, η σταθεροποίηση αυτή δεν έχει επιδράσει στην πραγματική οικονομία αλλά και την κοινωνία. Περισσότερο φαίνεται πως έχουμε να κάνουμε με βελτίωση ορισμένων δεικτών, στοιχείο βέβαια που αμφισβητείται και αυτό, παρά με συνολική βελτίωση της ζωής των πολιτών. Τρίτο, η κυβέρνηση συνεργασίας αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει προβλήματα που οφείλονται στην ανυπαρξία ανάλογου προηγούμενου αλλά και στην διαφορετική ιδεολογική τοποθέτηση των συγκυβερνώντων. Παρά την συμφωνία των κομμάτων που την απαρτίζουν στο κεντρικό ζήτημα, αυτό της αποφυγής της κατάρρευσης, υπάρχουν αγεφύρωτες διαφορές. Αυτό αποδεικνύεται όταν τίθενται ζητήματα με έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα ή όταν αναδεικνύονται πολιτικές πρωτοβουλίες μονοκομματικής ατζέντας – κυρίως από τη Νέα Δημοκρατία. Τέταρτο, η πορεία της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι δυσκολότερη από ότι φανταζόμασταν πριν από ένα χρόνο, όπου μέσα σε τριάντα ημέρες κατάφερε να εκτοξευτεί από το 4% περίπου στο 27%. Είναι διαφορετική η λειτουργία, οι απαιτήσεις, οι προσδοκίες ενός κόμματος διαμαρτυρίας από ένα κόμμα που διεκδικεί την εξουσία. Πέμπτο, η Χρυσή Αυγή ήρθε για να μείνει. Δυστυχώς η επιρροή αυτού του κόμματος αποτιμάται σε ποσοστά μεγαλύτερα των εκλογικών και πιθανά θα χρειαστούν κάποια χρόνια για να καταφέρουμε να απαλλαγούμε από αυτό. Έκτο, οι μεταρρυθμίσεις δεν φαίνεται να προχωρούν αν εξαιρέσει κανείς την διοικητική μεταρρύθμιση και τις αποκρατικοποιήσεις – και αυτές με ρυθμούς ίσως πιο αργούς από ότι απαιτεί η στιγμή. Έβδομο, η ανεργία παραμένει το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας και δυστυχώς οι προβλέψεις δεν είναι οι καλύτερες. Η αλήθεια που πρέπει να λέγεται είναι πως ακόμη και μετά το πέρασμα τις χώρας σε αναπτυξιακούς ρυθμούς, η ανεργία δεν θα μειωθεί δραστικά. Δεν υπάρχει εύκολη λύση και αυτή που υπάρχει απαιτεί πολλές προϋποθέσεις αλλά και χρόνο. Όγδοο, η κεντροαριστερά συζητά, έχει πλεονάσματα ιδεών, ανθρώπων, προτάσεων αλλά προς ώρας δεν φαίνεται να μπορεί να πρωταγωνιστήσει. Παρακινδυνευμένα εκτιμώ ότι οι απόψεις της μπορούν να καταστούν πλειοψηφικές αλλά και σε αυτό το πεδίο θα χρειαστεί πολύ δουλειά και υπερβάσεις.

Τέλος, για να διαμορφώσουμε μια συνολική εικόνα του έτους που πέρασε από τις ελληνικές εκλογές πρέπει να δούμε και το ευρωπαϊκό περιβάλλον. Μέσα σε αυτόν το χρόνο παρατηρείται άνοδος του ευρωσκεπτικισμού, εμφανίζονται προβλήματα ανάλογα με τα ελληνικά σε πολλές πλέον χώρες, η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται και οι αντιθέσεις πλέον είναι υπαρκτές και διατυπώνονται. Ίσως σε σύντομο χρονικό διάστημα αναζητηθεί και βρεθεί ένα νέο σημείο ισορροπίας του ευρωσυστήματος που θα λαμβάνει υπόψη περισσότερα στοιχεία και θα απαντά μερικώς στις ανησυχίες όλων των ευρωπαίων. Μια νέα ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι απαραίτητη καθώς πλέον κανένα κράτος δεν μπορεί να επιλύσει μόνο του τα προβλήματα αλλά ταυτόχρονα η δομή της ΕΕ και εν τέλει ο τρόπος λειτουργίας της δεν φαίνονται πλέον επαρκείς. 

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Να στοχεύσουμε στις πραγματικές αιτίες (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 29/4/2013)


Κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης οι Έλληνες απόλαυσαν πολλά. Πέραν της δημοκρατικής και πολιτικής σταθερότητας, το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε με ταχείς ρυθμούς και η χώρα συνδέθηκε με ένα από τα σημαντικότερα μεταπολεμικά εγχειρήματα της παγκόσμιας κοινότητας, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσα στην καταχνιά της κρίσης καλό είναι να ενθυμούμαστε τα δεδομένα, τις επιτυχίες και τις θετικές εξελίξεις, ώστε να μπορούμε ακολούθως με ωριμότητα και αντικειμενικότητα να προβούμε σε αποτιμήσεις.

Κατακρίνουμε πολλές πτυχές της μεταπολίτευσης και ορθά πράττουμε. Πέραν της αυτονόητης υποσημείωσης όμως πως δεν πήγαν όλα στραβά και πως, όπως προανέφερα, υπήρξαν σημαντικές επιτυχίες αυτής της περιόδου, εκτιμώ ότι δεν έχουν χωνευθεί κάποια πραγματικά δεδομένα. Να ασκήσουμε κριτική, να επισημάνουμε τα λάθη, να δούμε τις αδυναμίες αλλά στη σωστή τους βάση.Για παράδειγμα, ας δούμε από μια ευρεία οπτική το ελληνικό κοινωνικό κράτος. Η κοινωνική δαπάνη στη χώρα μας προ κρίσης είχε εκτοξευτεί. Προσέγγιζε, αν δεν ξεπερνούσε κιόλας, τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίθετα δηλαδή από τη διαδεδομένη άποψη, η δαπάνη για κοινωνική προστασία ήταν αρκετά μεγάλη. Το πρόβλημα με αυτό το δεδομένο όμως είναι πως παρά τη δαπάνη, το αποτέλεσμα ήταν μικρότερο του αναμενόμενου. Πολλές χώρες επιτύγχαναν εμφατικά καλύτερα αποτελέσματα σε όλους τους τομείς, με τους ίδιους αναλογικά πόρους. Μετά τις εκροές των κοινωνικών δαπανών απεγκλώβιζαν για παράδειγμα από τη φτώχεια πολύ μεγαλύτερα ποσοστά του πληθυσμού από ό,τι κατάφερνε το ελληνικό κράτος. Στη δική μας περίπτωση το κοινωνικό κράτος ήταν γενναιόδωρο με τους δυνατούς και σκληρό με τους αδύνατους. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει μάλιστα πως αναδιένεμε πόρους προς την αντίθετη φορά -από τους πραγματικά έχοντες ανάγκη προς εκείνους που απολάμβαναν ποικιλόμορφη προστασία και ασφάλεια. Το συμπέρασμα όλων αυτών είναι ένα. Το ελληνικό κοινωνικό κράτος δεν στερούνταν πόρων, δεν ήταν φτωχό. Απλά ήταν κακό, ήταν αναποτελεσματικό και δεν ήταν στοχευμένο. Τη στιγμή της κρίσης, όπου πράγματι η ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης κατέστη επιτακτική, είναι αλήθεια πως οι πόροι περιορίστηκαν και το σύστημα βρέθηκε παντελώς ανέτοιμο να ανταποκριθεί στη νέα απαιτητική συνθήκη.

Με αφορμή την περίπτωση του κοινωνικού κράτους προσφέρονται συμπεράσματα που οδηγούν στην αναθεώρηση πολλών απόψεων. Η κριτική έχει επωφελή αποτελέσματα όταν στοχεύει τον πυρήνα του προβλήματος. Δυστυχώς, η κρίση και η απότομη καθίζηση μας έχει αποστερήσει αυτή τη δυνατότητα καθώς η ψυχραιμία είναι ζητούμενο. Κόμματα και πολιτικοί βρήκαν την ευκαιρία να επενδύσουν στη δίκαιη αγανάκτηση των πληττόμενων από την κρίση Ελλήνων, αποστερώντας τους έτσι τη δυνατότητα να δουν καθαρά τις αιτίες αυτής. Αντί λοιπόν ενός πάνδημου αιτήματος για αλλαγές όλων εκείνων που οδήγησαν στην κρίση, πολλές φορές παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο. Αιτήματα και διεκδικήσεις υπέρ του status quo, την ακινησίας, του προηγούμενου καθεστώτος με μανδύα φιλολαϊκό. Επιπλέον, όλη η ρητορική περί αλλαγών περιορίζεται σε πολιτικό επίπεδο. «Να φύγουν αυτοί, να έρθουμε εμείς που δεν κλέψαμε και είμαστε καλύτεροι» -είναι το μόνιμο μοτίβο των αντιπολιτεύσεων. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα εάν αυτό συνοδευόταν από μία ανάλυση και μία αντιπρόταση τεκμηριωμένη. Επανερχόμενοι στο παράδειγμά μας, αυτό του κοινωνικού κράτους, δεν αρκεί να κατακεραυνώνει κανείς τις περικοπές στην υγεία, στις συντάξεις, και γενικότερα την απίσχναση της προνοιακής πολιτικής αν δεν επισημαίνει τα δομικά προβλήματα των συστημάτων, αν δεν παρουσιάσει ρεαλιστικό σχέδιο μεταρρύθμισης αυτών. Η εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία δεν σημαίνει αναγκαστικά αλλαγή πρακτικών. Για το λόγο αυτό ο κομματικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να περιορίζεται σε περιφερειακά ζητήματα, σε πολωτικές τακτικές και σε ατέρμονες συγκρούσεις. Υπάρχει πραγματικό πεδίο και είναι αυτό των αναγκαίων αλλαγών και μεταρρυθμίσεων.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Ένας τρίτος πόλος είναι εφικτός (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 22/4/2013)


Ένα αβίαστο συμπέρασμα που βγάζει όποιος δει τις δημοσκοπήσεις όλο το τελευταίο διάστημα είναι πως υπάρχει μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος που δεν καλύπτεται πολιτικά από το δίπολο Νέα Δημοκρατία - ΣΥΡΙΖΑ ή πιο προσωποποιημένα Αντώνης Σαμαράς - Αλέξης Τσίπρας.

Η κεντρικότητα του ΠΑΣΟΚ στο μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με την κατάρρευσή του υπό το βάρος της χρεοκοπίας έχει δημιουργήσει ένα κενό. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να βρίσκει τον βηματισμό του. Δεν μπορεί ή δεν θέλει να υπερασπιστεί τα όποια επιτεύγματά του, δεν θέλει ή δεν μπορεί να κάνει μια επί της ουσίας αυτοκριτική.
Η αδυναμία αυτή οφείλεται εν πολλοίς στα χαρακτηριστικά του προέδρου του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος έχει αντικαταστήσει την ανάγκη μίας στρατηγικής επιλογής με την πληθωρική του παρουσία και την υπερκινητικότητά του σε όλα τα πεδία. Με αυτόν τον τρόπο όμως δεν δίνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην ελληνική κοινωνία και στο εκλογικό σώμα. Αποδεικνύει ότι είναι ικανός να υποστηρίξει μία άποψη σήμερα και την ακριβώς αντίθετή της την επαύριο. Το αποδεικνύουν πολλές μικρές ενέργειές του και δηλώσεις του, αλλά και μεγάλες επιλογές σε σημαντικά ζητήματα. Από ένα παράδειγμα για κάθε περίπτωση θα παραθέσω. Στα μεγάλα ζητήματα πρώτα -αποφάσισε αρχικά τη χαλαρή συμμετοχή στο κυβερνητικό σχήμα, χωρίς πολιτικά στελέχη και μετά από λίγους μήνες ζητά ανασχηματισμό για να πράξει το ακριβώς αντίθετο. Στα μικρά ζητήματα ( δηλώσεις) -δήλωσε αρχικά ότι η Κύπρος μπορεί να ψάξει λύσεις εκτός ευρωζώνης μπροστά σε μια κακή πρόταση του eurogroup για να κατακεραυνώσει τρεις μέρες μετά όποιον παρότρυνε τους Κύπριους να δουν εκτός ευρωσυστήματος.
Δεν θα ενοχλούσε κανέναν αυτή η ευκολία μετατόπισης του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ, όμως στο βαθμό που επηρεάζει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός τρίτου πόλου οφείλει να εξεταστεί. Προφανώς και θα ήταν λάθος η απόδοση όλων των δεινών του ΠΑΣΟΚ στο νυν πρόεδρό του, αλλά εδώ εξετάζουμε την προοπτική του ευρύτερου χώρου στο μέλλον και όχι εσωκομματικές οπτικές.

Στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο υπάρχουν πολλοί συγκάτοικοι πλέον. Αναμφίβολα βρίσκεται ο ΣΥΡΙΖΑ, με τις δικές του ιδιομορφίες και αδυναμίες, η Δημοκρατική Αριστερά, οι Οικολόγοι αλλά και μια σειρά άλλων κινήσεων και πρωτοβουλιών. Το ερώτημα που τίθεται και προκύπτει αβίαστα είναι γιατί δεν συνεννοούνται ορισμένοι τουλάχιστον εξ αυτών ώστε να δώσουν σάρκα και οστά σε έναν τρίτο πόλο ( προφανώς χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ που αποτελεί πόλο μόνος του).

Η ερώτηση αυτή όσο και αν φαντάζει αυτονόητη είναι κατά βάθος δημοσιογραφική. Οι όποιες συνεργασίες και συνεννοήσεις είναι θεμιτές και αναγκαίες. Όταν όμως το εγχείρημα αναβαθμίζεται και διακηρυκτικά στοχεύει στη δημιουργία ενός τρίτου πόλου ικανού να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο, τότε εμφανίζονται τα δυσκολότερα.

Για παράδειγμα ένα βασικό ερώτημα είναι το εξής. Το πολιτικό σχέδιο του τρίτου πόλου θα αναφέρεται αποκλειστικά στη μεταμνημονιακή Ελλάδα ή θα επιχειρηθούν συγκλίσεις ακόμη και σήμερα, εντός μνημονίου; Οι πιθανοί σύμμαχοι θα προσέλθουν στο τραπέζι επί ίσοις όροις ή θα αναπαραχθούν αντιλήψεις και πρακτικές του παρελθόντος; Η σχέση με τη δεξιά θα είναι αντιπαραθετική ή συμπληρωματική; Υπάρχει συμφωνία των δυνάμεων για την μεταμνημονιακή Ελλάδα; Για τη θέση των δυνάμεων της εργασίας; Για το μοντέλο ανάπτυξης και την διάχυση των ωφελειών; Για τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται; Υπάρχει συμφωνία επί της οικολογικής ατζέντας;. Τέλος, σημασία -καλώς ή κακώς- έχουν τα πρόσωπα και η αξιοπιστία αυτών. Τα πρόσωπα εκτός από φορείς ιδεών και απόψεων είναι συνδεδεμένα με πρακτικές και έχουν παρελθόν.

Θα αντιτείνει κανείς, πως αν προταχθούν οι δυσκολίες τότε αναιρείται ο στόχος. Από την άλλη όμως, αν τα βήματα είναι βιαστικά θα υπονομευτεί το αποτέλεσμα. Μέχρι σήμερα, δεν έχουν τεθεί τα επί της ουσίας ζητήματα, παρά μόνο προσκλήσεις συνεργασίας και επί μέρους συμπαρατάξεις. Δεν είναι αρκετό. Επείγει να μεταφερθεί ο διάλογος στα ουσιαστικά και όχι να περιγράφεται η αναγκαιότητα ύπαρξης τρίτου πόλου.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Πέντε ερωτήματα αναμένουν απαντήσεις (άρθρο μου για τη Μακεδονία της 21/4/2013)

Η πρώτη αντίδραση των ελληνικών κομμάτων στο «όχι» του κυπριακού κοινοβουλίου είναι ένα καλό δείγμα γραφής σχετικά με τα προτάγματά τους για την εσωτερική υπόθεση. Η υποδοχή του «όχι» με ζητωκραυγές από πλευράς αντιπολίτευσης συναρθρώθηκε με την ψυχολογική ανάγκη μεγάλου μέρους του ελληνικού λαού για κάποιου είδους αντίσταση στα σχέδια διάσωσης των Ευρωπαίων. Η άρνηση του κυπριακού κοινοβουλίου φάνηκε προς στιγμή να δικαιώνει όλη την κριτική που έχει ασκηθεί κατά καιρούς σε όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται την κρίση. Απέδειξε για ένα εικοσιτετράωρο πως υπάρχει τρόπος εθνικά υπερήφανης στάσης, που απορρίπτει τον καταναγκασμό και αναζητεί τις εναλλακτικές απέναντι σε μία πράγματι κακή συμφωνία-πρόταση του Eurogroup.

Από την άλλη στο κυβερνητικό στρατόπεδο παρατηρείται ένας αιφνιδιασμός, καθώς το μοντέλο της Κύπρου, η συμμετοχή δηλαδή καταθετών στη διάσωση μιας τράπεζας, είναι μία απόφαση που άλλαξε τα δεδομένα και μάλιστα μπορεί να μετατραπεί σε νέο οδικό χάρτη παρόμοιων περιπτώσεων στη συνέχεια.

Η εξέλιξη όμως της κυπριακής υπόθεσης, η αδυναμία εύρεσης εναλλακτικής σε συνθήκες ευνοϊκότερες της Ελλάδας και η τελική αποδοχή μιας λύσης παραπλήσιας της αρχικής δημιουργούν ένα πολιτικό αδιέξοδο κυρίως στα κόμματα που επένδυσαν στο «όχι». Ιδιαίτερα η αξιωματική αντιπολίτευση που όλο το τελευταίο διάστημα προσπάθησε να σκιαγραφήσει μία λύση εντός Ευρωζώνης αλλά χωρίς μνημόνιο, χωρίς δηλαδή εξωτερικά επιβαλλόμενο δεσμευτικό πλαίσιο, βρέθηκε και βρίσκεται σε αδιέξοδο. Αδιέξοδο που μπορεί να μη γίνεται εμφανές, καθώς οι δύσκολες κοινωνικές συνθήκες, η ανεργία και η απουσία προοπτικής άμεσης ανάκαμψης τροφοδοτούν και συντηρούν την εκλογική απήχησή της.

Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να τεθούν ορισμένα ερωτήματα πέραν των δημοσκοπικών επιδόσεων. Ερωτήματα που δεν τίθενται στο δημόσιο διάλογο και ως εκ τούτου δεν απαντώνται. Ερώτημα πρώτο: Είναι δυνατόν κόμμα με βάσιμες αξιώσεις ανάληψης εξουσίας να μην έχει στρατηγικό σχέδιο έστω στα κομβικά ζητήματα; Το αν θα προσπαθήσουμε στο ευρώ ή θα επιστρέψουμε στη δραχμή είναι κομβικό ζήτημα, καθώς γύρω από αυτό θα δομηθούν οι όποιες πολιτικές. Ερώτημα δεύτερο: Πόση αξιοπιστία υπάρχει ακόμη σε εξαγγελίες συνολικών, εύκολων εναλλακτικών λύσεων; Ερώτημα τρίτο: Πέραν των στρατηγικών επιλογών υπάρχει ανάγκη μεταρρυθμίσεων; Εάν αποφασίσουμε ομόφωνα ότι υπάρχει, μπορούμε να συμφωνήσουμε σε μερικές από αυτές; Για παράδειγμα χρειάζεται μεταρρύθμιση ο ευρύτερος δημόσιος τομέας; Πρέπει να προχωρήσει η ηλεκτρονική διασυνδεσιμότητα; Χρειάζεται μία νέα φορολογική πολιτική σε συνδυασμό με αναδιάρθρωση του εισπρακτικού μηχανισμού; Ερώτημα τέταρτο: Υπάρχει κάποια επεξεργασία επί των συγκεκριμένων ζητημάτων της χώρας; Το αίτημα για πρόωρες εκλογές πρέπει ή δεν πρέπει να πλαισιώνεται από ένα ρεαλιστικό σχέδιο ή προσχέδιο προγραμματικού κειμένου; Η (δίκαιη) σφοδρή κριτική για ολιγωρίες της κυβέρνησης πρέπει ή δεν πρέπει να συνδυάζεται από εναλλακτικές; Εναλλακτικές προτάσεις ρεαλιστικές, μετρημένες, κοστολογημένες -όχι ρητορικά πλεονάσματα ριζοσπαστισμού και βολονταρισμού. Ερώτημα πέμπτο: Η συνεχής εναλλαγή απόψεων, οπτικών, προτάσεων, η πολυφωνία, οι αδιευκρίνιστες δεσμεύσεις δημιουργούν ή όχι αίσθημα σύγχυσης στο εκλογικό σώμα; Είναι σημείο αδυναμίας και ανωριμότητας ή όχι;

Τα ερωτήματα είναι πολλά. Σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσει πειστικά η αξιωματική αντιπολίτευση. Θέτοντας αυτά τα ερωτήματα στο επίκεντρο και απαντώντας τα θετικά και πειστικά θα βελτιωθεί. Από την άλλη δεν σημαίνει ότι το κυβερνητικό σχήμα δεν έχει δικές του αντίστοιχες προκλήσεις να απαντήσει. Όμως παρατηρώντας κανείς το «πολιτεύεσθαι» των κομμάτων διακρίνει μία ανισορροπία. Τα κυβερνητικά κόμματα προσπαθούν να αρθρώσουν λόγο επί του συγκεκριμένου και η αξιωματική αντιπολίτευση επενδύει μόνο στην πολιτική σύγκρουση, μόνο στην ανάδειξη θεμάτων (δίκαιων) αλλά χωρίς καμία εναλλακτική. Θα υποστηρίξει κανείς πως το φαινόμενο αυτό είναι διαχρονικό και εξόχως μεταπολιτευτικό. Πιθανόν να έχει δίκιο. Όμως το βασικό πρόβλημα με αυτή τη στρατηγική είναι πως βρισκόμαστε εκτός μεταπολιτευτικού πλαισίου. Χρειάζονται δεσμεύσεις και προγράμματα, όχι γενικόλογες διακηρύξεις και ευχολόγια.