Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία


Του Θεοδωρου Κουλουμπη*

Με γεωπολιτικά κριτήρια παγκόσμιας τάξης/αταξίας, ο 19ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί σχετικά ειρηνικός και ο 20ός απόλυτα συγκρουσιακός. Το ερώτημα, καθώς μπαίνουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος τελικά θα τον βαφτίσουν;

Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους οι νικήτριες δυνάμεις συμφώνησαν, στο Κογκρέσο της Βιέννης (1814-15), να υιοθετήσουν μια άτυπη, αλλά ουσιαστική, συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων που αποκλήθηκε «Ευρωπαϊκή Συμφωνία». Αναγνώρισαν ότι μελλοντικές συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών (Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία) μόνο σε συλλογική ζημιά θα μπορούσαν να καταλήξουν. Ετσι δεσμεύτηκαν να ρυθμίζουν από κοινού (σε πολυμερείς διασκέψεις) περιφερειακές διενέξεις που από καιρού εις καιρόν θα ξεπηδούσαν στην περίμετρο του «ευρωκεντρικού» διεθνούς συστήματος. Βασικός κανόνας για τη διαιώνιση της ειρήνης θα ήταν ότι οι «μεγάλοι» δεν θα επιχειρούσαν να διεκδικήσουν την παγκόσμια ηγεμονία και θα αναγνώριζαν ίσα δικαιώματα στα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου των ισχυρών.

Ο κανόνας της συλλογικής διαβούλευσης παραβιάστηκε απόλυτα στον 20ό αιώνα. Τα κυριότερα αίτια της ιστορικής αυτής παράβασης ήταν ο άκρατος ανταγωνισμός ανάμεσα σε αποικιοκρατικές και ποιοτικά ελλειμματικές ηγεσίες, καθώς και η σταδιακή ανάπτυξη επεκτατικών και πολωτικών ιδεολογιών που στόχο είχαν την επαναστατική αναδιάρθρωση του διεθνούς συστήματος. Το κόστος για την ανθρωπότητα αποδείχθηκε τρομακτικό: δύο φονικοί παγκόσμιοι πόλεμοι (με πάνω από 100 εκατομμύρια νεκρούς) που ακολουθήθηκαν από τα 45 χρόνια Ψυχρού Πολέμου. Ο τελευταίος δεν εξελίχθηκε σε έναν τρίτο (ίσως και τελευταίο) παγκόσμιο πόλεμο, «χάρη» στη μακάβρια εξίσωση της ισορροπίας του πυρηνικού τρόμου. Αλλά ο κανόνας της συλλογικής ευθύνης για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος παρέμεινε ανενεργός σε ένα διπολικό κόσμο όπου η μία πλευρά προσπαθούσε να «θάψει» την άλλη.

Μετά τον αυτοχειριασμό του σοβιετικού συστήματος και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρκετοί αναλυτές μίλησαν για την επανίδρυση μιας «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων». Μάλιστα, ένας υπεραισιόδοξος Αμερικανός στοχαστής, ο Φράνσις Φουκουγιάμα, δημοσίευσε βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο «Το τέλος της Ιστορίας», στο οποίο διακήρυσσε ότι η ειρήνη θα παγιωνόταν σε ένα κόσμο βιώσιμης δημοκρατίας και ελεύθερης αγοράς. Η Ρωσία πέρασε σε μεταβατική περίοδο εσωστρέφειας και προσαρμογής στο άναρχο καπιταλιστικό μοντέλο. Το κέντρο του γεωπολιτικού βάρους μετακινήθηκε στον Περσικό Κόλπο (εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ) και στα δυτικά Βαλκάνια (πόλεμοι διαδοχής στην πρώην Γιουγκοσλαβία). Και σοβαροί αναλυτές, ιδίως οι νεοσυντηρητικοί της Ουάσιγκτον, έκαναν υπεραισιόδοξες προβλέψεις για τον επερχόμενο «αμερικανικό αιώνα», με τις ΗΠΑ στον ρόλο της «μοναδικής υπερδύναμης».

Η αυγή του 21ου αιώνα σημαδεύτηκε από την τρομοκρατική επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε αμέσως τον πόλεμο στην τρομοκρατία και υιοθέτησε -άκριτα- τα δόγματα του μονομερισμού, του προληπτικού πολέμου και της συμμαχίας των προθύμων. Οι αποφάσεις του, που ενέπλεξαν τη Δύση στους πολυετείς πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προκάλεσαν σοβαρές τριβές στις σχέσεις των Αμερικανών με παραδοσιακούς συμμάχους, όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Σήμερα, με πρόεδρο τον Μπαράκ Ομπάμα, οι Αμερικανοί προσπαθούν να βρουν τον δρόμο απεμπλοκής από τα θέατρα του πολέμου χωρίς να ξαναζήσει η χώρα τους την ταπεινωτική εμπειρία μιας άτακτης υποχώρησης τύπου Βιετνάμ.

Στην αυγή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μπορούμε να προβλέψουμε την «επιστροφή» σε ένα σύστημα «παγκόσμιας συμφωνίας μεγάλων δυνάμεων» που θα εξασφαλίσει μακροχρόνια την ειρήνη ανάμεσα στους ισχυρούς του πλανήτη. Ως άτυπη οντότητα συντονισμού των δράσεων των μεγάλων δυνάμεων, προσφέρεται η Ομάδα των Είκοσι (G-20), καθώς και μια αναζωογονημένη συστάδα διεθνών θεσμών, όπως ο ΟΗΕ, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου κ.ά. Σε μια κρίσιμη εποχή που η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία, θα ήταν κρίμα για την ανθρωπότητα να κατρακυλήσει και πάλι σε βιβλικές αντιπαραθέσεις και θρησκευτικούς πολέμους.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Μετατοπίσεις και συμβιβασμοί (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 24/12/2012)


Στην πολιτική η μετατόπιση είναι μία λογική, φυσιολογική εξέλιξη. Έχουν λάβει χώρα πολλές μετατοπίσεις, πολλές στροφές πολιτικής τόσο στην Ελλάδα όσο όμως και στο εξωτερικό. Μερικά παραδείγματα γνωστά στο ευρύ κοινό είναι οι περιπτώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, του Λούλα ακόμη και του Ερντογάν. Προλαμβάνοντας τις όποιες αντιρρήσεις τονίζω πως για την οικονομία του χώρου ας εξετάσουμε τις περιπτώσεις με ευρύτητα, ενσωματώνοντας την λογική των αναλογιών.

Με τις όποιες διαφορές τους λοιπόν, τα παραδείγματα αυτά έχουν μία ομοιότητα. Ένα πολιτικό υποκείμενο εκκινώντας από αρκετά ριζοσπαστικές θέσεις για το status quo της εποχής του, καταφέρνει να αναδειχθεί σε απόλυτο εκφραστή ενός μεγάλου κοινωνικού ρεύματος και σχηματοποιεί μία πρόταση εξουσίας.

Το εγχείρημα αυτό καθίσταται επιτυχές διότι τόσο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται το αίτημα των καιρών, όσο όμως και επειδή έχει μία ικανότητα προώθησής του αποτελεσματικά. Αυτή η προσπάθεια απαιτεί χρόνο. Χρόνο ώστε να εμπεδωθεί αρχικά η εμπιστοσύνη μεταξύ του υποκειμένου και μαζών, αλλά ακολούθως ώστε να γίνουν εφικτές μέσω ελιγμών οι αναγκαίες μετατοπίσεις που προσδίδουν στο εγχείρημα πλειοψηφικές προοπτικές. Εξάλλου η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει αποδείξει πως είναι ο καθοριστικός παράγοντας που ευνοεί αν δεν επιβάλει έμμεσα μια τέτοια εξέλιξη.

Η διαδικασία αυτή επίσης φανερώνει πως οι μετατοπίσεις αυτές συνεχίζονται, αν δεν εντείνονται, μετά την ανάληψη της εξουσίας. Ο αναγκαίος πραγματισμός μιας κυβερνητικής πλέον δύναμης συγκρούεται με τις προεκλογικές εξαγγελίες ή τοποθετήσεις αν δει κανείς τα δεδομένα εκτός της δυναμικής του πολιτικού πλαισίου. Όμως το αν αυτή η σύγκρουση θα επιφέρει κατάρρευση ή επιτάχυνση των εξελίξεων είναι ζήτημα ανοιχτό. Η επιτυχία κρίνεται στη βάση της ικανότητας πραγματοποίησης ορισμένων προωθητικών συμβιβασμών που αντί να οδηγήσουν την κατάσταση σε τέλμα, την μετασχηματίζουν και δίνουν ενέργεια για συνέχιση της προσπάθειας. Μια μονολιθική προσέγγιση με αυξημένο ιδεαλισμό που θα προσπαθήσει να συγκρίνει προεκλογική ρητορεία με μετεκλογική πρακτική σίγουρα θα οδηγήσει σε αδιέξοδο ή διάψευση προσδοκιών και απογοήτευση. Μια ευέλικτη και με ευρύτητα προσέγγιση θα υποδεχτεί τις προσαρμογές αυτές ως αναγκαίο οξυγόνο στην προσπάθεια επίτευξης των στόχων της διακυβέρνησης. Ένας λαϊκός ηγέτης εξάλλου είναι ευκολότερο να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις καθώς έχει αποθέματα κοινωνικής αποδοχής, διατηρεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το εκλογικό σώμα και εν τέλει είναι σε θέση να το επηρεάσει τόσο ώστε να επιτύχει τον στόχο του.

Το αντιπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ», της έξωσης «των βάσεων του θανάτου» μετατράπηκε στο κόμμα της «Αλλαγής» και στην πορεία των ετών σε ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα (παρά τις ιδιαιτερότητές του που δεν είναι του παρόντος). Ο π. πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα από ηγετική μορφή συνδικάτου και του εργατικού κινήματος, αναδείχθηκε σε μεταρρυθμιστή πρόεδρο που και με φιλελεύθερες επιλογές κατάφερε να αφήσει μια χώρα σε πολύ καλύτερο σημείο από όπου την παρέλαβε. Ο ισλαμιστής Ερντογάν από το περιθώριο και εκτός πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου της γείτονος, αναδείχθηκε πρωθυπουργός και ηγείται μιας φιλόδοξης αναπτυξιακής προσπάθειας της χώρας.

Στο σημείο αυτό όμως αξίζει να αναρωτηθούμε το εξής σε σχέση με την Ελλάδα σήμερα. Η Ελλάδα ακόμη και σήμερα δεν βρίσκεται στο σημείο όπου βρισκόταν οι χώρες των παραδειγμάτων. Είναι μια χώρα με υψηλό βιοτικό επίπεδο, μεγάλο μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα, ενταγμένη σε μία υπερεθνική δομή με μεγάλη αλληλεξάρτηση. Στερείται εργαλείων που απολάμβαναν τα υποκείμενα των παραδειγμάτων, απολαμβάνει στήριξης από εταίρους, έχει πιο σύνθετα προβλήματα και όχι τόσο διακριτά. Η ενσωμάτωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στην κοινωνική και οικονομική ζωή είναι χρονικά πίσω της. Εν ολίγοις το ερώτημα που γεννάται είναι το εξής. Πρέπει να αναμένουμε μια παρεμφερή εξέλιξη που θα πετύχει το επίδικο, δηλαδή τις μεταρρυθμίσεις και τον εκσυγχρονισμό ή να επιχειρήσουμε να κερδίσουμε χρόνο απλά εφαρμόζοντας εδώ και τώρα ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών; Υπάρχουν ενδείξεις πως υπάρχει πολιτικό υποκείμενο τέτοιας ποιότητας ή βεληνεκούς, συνθήκες, χρόνος, σχέσεις εμπιστοσύνης;

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

O ΣΥΡΙΖΑ και το παράδειγμα της λατινικής Αμερικής (1)


Με την ευκαιρία του ταξιδιού του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Λατινική Αμερική, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. Για την ελληνική κοινή γνώμη η ΕΕ έχει χρωματιστεί με αρνητικές εξελίξεις. Έχει ταυτιστεί με το μνημόνιο, την λιτότητα και την απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Δεν εξετάζουμε το αληθές και το ορθόν αυτής προδιάθεσης – αποδεχόμαστε πως για πολλούς Έλληνες το εγχείρημα που ονομάζεται ΕΕ δεν είναι το πλέον ελκυστικό.

Επιπροσθέτως, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν φαίνεται να επωφελείται προς ώρας μέσω της προώθησης μιας εναλλακτικής διαχείρισης της οικονομικής κρίσης σε επίπεδο ευρωζώνης. Αντίθετα φαίνεται να συνεχίζει το παιχνίδι των συμβιβασμών με τις υπόλοιπες πολιτικές οικογένειες ˙ παιχνίδι – διαδικασία ετών με την οποία σχηματοποιείται η ΕΕ και προχωράει μέσω αέναων διαβουλεύσεων και συμβιβασμών.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι δύο βασικές σταθερές μιας εναλλακτικής πρότασης εξουσίας, δηλαδή ευρωπαϊκό πλαίσιο και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δεν αποτελούν επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς και δεν έχουν δυναμική αλλά ούτε και αποδοχή από την ελληνική κοινωνία.

Μια πρόταση εξουσίας χρειάζεται διεθνή ερείσματα. Έχει ανάγκη τόσο των επαφών αλλά κυρίως έχει ανάγκη ενός παραδείγματος. Μέσω αυτού επιχειρείται να προσδοθεί αξιοπιστία και ρεαλισμός σε αυτή καθ’ αυτή την πρόταση. Μια πρόταση εξουσίας έχει ανάγκη από συμμάχους στο εξωτερικό που θα αποδεικνύουν πως υπάρχει άλλος δρόμος, διαφορετικός ˙ πως υπάρχει εναλλακτική και μάλιστα εφαρμόζεται ήδη σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη.

Έχοντας απορρίψει, όχι στο σύνολό του, το ευρωπαϊκό πλαίσιο και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία οι επιλογές που απομένουν είναι λίγες. Επιλογές που να γίνονται αντιληπτές ως προοδευτικές από την ελληνική κοινωνία, ασχέτως λεπτομερειών. Οι Η.Π.Α του Ομπάμα και η λατινική Αμερική.

Εύκολα κατανοεί κανείς πως η επιλογή συμμάχων και διεθνούς ερείσματος οδηγεί προς τη νότια και όχι προς τη βόρεια Αμερική. Ας δούμε όμως επί της ουσίας μερικές λεπτομέρειες. Οι χώρες τις λατινικής Αμερικής που συχνά πυκνά γίνονται παράδειγμα στα χείλη στελεχών, μελών αλλά και οπαδών του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ είναι κυρίως τρεις. Η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Βενεζουέλα.

Ένα πρώτο σχόλιο είναι πως πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις παρά την γεωγραφική εγγύτητα, παρά την θεώρησή τους ως ενιαίο παράδειγμα από την εγχώρια αντίληψη. Η Βενεζουέλα του κρατισμού και των πετρελαίων, η Αργεντινή της άτακτης χρεοκοπίας και της αντίθεσης με τις επιταγές του ΔΝΤ, με την μεγάλη παραγωγική βάση και η Βραζιλία του αριστερού μεταρρυθμισμού και των φιλελεύθερων αναπτυξιακών προσεγγίσεων, είναι τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα η μεν Αργεντινή χρεοκόπησε άτακτα και συγκρούστηκε με το ΔΝΤ, η δε Βραζιλία του Λούλα επέκτεινε για επιπλέον χρόνια το πρόγραμμα και αποπλήρωσε το χρέος δύο χρόνια νωρίτερα έχοντας πρωτογενή πλεονάσματα. Η Αργεντινή ακόμη και σήμερα δεν έχει επιστρέψει στις αγορές, η Βραζιλία θεωρείται ανερχόμενη δύναμη ενώ η Βενεζουέλα κινείται αιρετικά στη διεθνή σκακιέρα.

Στα καθ΄ ημάς τώρα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε πολλές προσδοκίες αλλά και πολλές απαιτήσεις. Από την μία έχει αποδεχτεί ασμένως την κληρονομιά του ελληνικού κρατισμού με φόντο την πασοκική διακυβέρνηση της δεκαετίας του 1980, από την άλλη το κόμμα έχει αριστερή ψυχή – πέραν των συνιστωσών και τέλος είναι οι δημοσιονομικές συνθήκες αλλά και το ευρωπαϊκό πλαίσιο τόσο αυστηρό και με αλληλεπιδράσεις, που είναι δύσκολη μια ριζική ανατροπή. Ακόμη ακόμη και η δυνατότητα ελιγμών ελέγχεται και πάντως κρίνεται εφικτή μόνο στο έδαφος πρωτογενών πλεονασμάτων άρα και αναγκαίων επιμέρους εκσυγχρονισμών.

Η γλώσσα επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ με την ελληνική κοινωνία δεν καλύπτει προς ώρας αυτήν την ανάγκη εκλεπτυσμένων μετατοπίσεων, αποχρώσεων και ανοικτών οριζόντων. Η μεταπολιτευτική συγκρουσιακή κουλτούρα και η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ( καθώς και η ύπαρξη της Χ.Α – κόμμα αντισυστημικό) αναγκάζουν τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρεί έναν πολεμικό λόγο καθώς οποιαδήποτε προσπάθεια ανοιχτής συστημικής στροφής προεκλογικά θα τον εξέθετε ανεπανόρθωτα. Τα σημάδια αυτής της μετατόπισης που επιχειρεί ή θα επιχειρήσει φαίνονται μόνο σε κάποιες φωτογραφίες, σχεδόν ανεπίσημες, που φανερώνουν μειδιάματα και καλό γενικά κλίμα με ξένους παράγοντες, πρέσβεις ή επιχειρηματίες. Η πολιτική ανάγκη τον οδηγεί να εμφανίζεται με άλλο πρόσωπο στις γειτονιές της Β΄Αθηνών και με άλλο σε ομιλίες ή συζητήσεις με παράγοντες του εξωτερικού.

Η συνταγή « μόνο ένας λαϊκός ηγέτης μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις» εκτελείται μπροστά μας αλλά δυστυχώς για πολλούς από τους υποστηρικτές του κυρίως στη Β΄Αθηνών, εκτελείται πίσω τους – εν αγνοία τους. Το σκεπτικό σοφό και σαφές. Συνέχιση του προγράμματος από την κυβέρνηση συνεργασίας – μεταρρυθμίσεις -πρωτογενές πλεόνασμα – ικανός χρόνος για μετατοπίσεις ανεπαίσθητες – εκλογές – πιθανή νίκη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ...

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Έλλειψη (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 10/12/2012)


Μία μεγάλη έλλειψη στο δημόσιο λόγο είναι πως κανείς, ανεξαρτήτως του τι υποστηρίζει, δεν περιγράφει πως επιθυμεί το μέλλον της χώρας. Πρέπει να γίνουν προσπάθειες ώστε να περιγραφεί το επιθυμητό μέλλον, όχι το απευκταίο. Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του, ποιες οι δομές της χώρας, ποιο το παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, ποια η κοινωνική πρόνοια;Να περιγραφεί το επιθυμητό μέλλον. Το μέλλον μιας ευτυχούς κατάληξης. Μέχρι σήμερα πληροφορούμαστε ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας αν επικρατήσουν οι πολιτικοί αντίπαλοι. Αντί της ελπίδας πριμοδοτείται ο φόβος. Αντί της προσπάθειας επιβραβεύεται η ακινησία.

Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυσκολότερη η κατάρτιση ενός εθνικού σχεδίου για την έξοδο από την κρίση καθώς αναπαράγεται η διαμάχη με άξονα το μνημόνιο – μάχη ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένη που πολλές φορές μετατράπηκε σε πόλεμο αξιών. Υποκρύπτεται καθ’ αυτόν τον τρόπο οποιοσδήποτε κοινός τόπος των πολιτικών δυνάμεων που μπορεί να αποτελέσει πεδίο ορισμένων συναινέσεων και άμεσων αλλαγών. Συνεχίζεται η μεταπολιτευτική παράδοση της συγκρουσιακής προσέγγισης και αγνοείται επιδεικτικά η κρισιμότητα των στιγμών. Λες και τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο που μας έρχεται, η χώρα θα δανειστεί από τις αγορές 20 -30 δις που της εξασφάλιζαν μερικές τέτοιου είδους πολυτέλειες.

Οι δύο πόλοι του πολιτικού συστήματος, η Νέα Δημοκρατία και ο ΣYΡΙΖΑ, συχνά πυκνά φανερώνουν την στρατηγική τους. Οι ανακοινώσεις τους την ημέρα της διαδήλωσης για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο είναι ένα δείγμα. Εκτιμούν πως έτσι θα συμπιέσουν το κέντρο ή την κεντροαριστερά; Εκτιμούν πως με αυτόν τον τρόπο θα προσδώσουν συνεκτικότητα στα στρατόπεδά τους; Κάνουν μεγάλο κακό στην κοινωνία αλλά προφανώς και με αυτόν τον τρόπο κάνουν λάθος.

Καμιά από τις δύο αυτές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να ξεφύγει από τα εκλογικά της ποσοστά, άσχετα με την εναλλαγή τους στην πρώτη θέση προτίμησης. Ο μόνος κερδισμένος αυτού του επιπέδου διαμάχης είναι η Χρυσή Αυγή που έρχεται να εκφράσει αυθεντικά αυτό που προσπαθούν να πετύχουν οι εν λόγω ανακοινώσεις. Εμφανίζεται αρκούντως αντισυστημική, αρκούντως αντιμνημονιακή, αρκούντως εθνικόφρων, αρκούντως ριζοσπαστική, αρκούντως αποφασιστική. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως τέτοιες ανακοινώσεις και γενικότερα η συγκρουσιακή στρατηγική χωρίς περιθώρια συνεννοήσεων δεν συνάδει με τα δεδομένα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ  βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Θα προσπαθήσει να κάνει μία συστημική στροφή με κίνδυνο όμως να απονομιμοποιηθεί στις ριζοσπαστικοποιημένες μάζες ή θα επιμείνει στα ίδια με κίνδυνο να παραμείνει καθηλωμένος στα σημερινά του ποσοστά. Η συνδιάσκεψη που πραγματοποίησε δεν μας έκανε σοφότερους επί του πολιτικού του σχεδίου αλλά ήταν εμφανείς κάποιες διαφοροποιήσεις.

Αν οι δυνάμεις που βρίσκονται στο ενδιάμεσο αυτής της αντιπαράθεσης καταφέρουν να σκιαγραφήσουν μια πρόταση για το πώς οραματίζονται την Ελλάδα, πως θέλουν την Ελλάδα μεσοπρόθεσμα, θα έχουν κάνει ένα πολύ αποφασιστικό βήμα. Οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς που που δεν θα είναι παρακολούθημα της Δεξιάς ούτε όμως θα είναι κραταιές λόγω κρατισμού. Ο χώρος αυτός έχει αποθέματα ιδεών, προτάσεων, ανθρώπων. Αρκεί να το πιστέψει κι να βγει με θετικές προτάσεις για το μέλλον. 3 χρόνια κρίσης και οδυρμού είναι αρκετά. 2,5 χρόνια αντιπαράθεσης για το μνημόνιο είναι αρκετά. Χρειαζόμαστε και θετικές προσεγγίσεις και αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της. Χρειαζόμαστε σχέδιο που θα υπερβαίνει θετικά το μνημόνιο και αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της.