Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Όλοι είμαστε στρατηγοί (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 15/10/2012)


Όλοι οι Έλληνες έχουμε πει ή ήμαστε αυτήκοοι μάρτυρες της εξής φράσης – «εάν ήμουν εγώ πρωθυπουργός θα ….» ή « κάντε με μια μέρα πρόεδρο και θα …». Όποιος το αρνηθεί, λέει ψέματα. Αυτό το λέγαμε παλιά, αλλά το λέμε στις παρέες μας ιδιαίτερα σήμερα, που η κρίση μονοπωλεί τις συζητήσεις. Δεν είναι κακό και μέχρι ένα σημείο έχει και μία γοητευτική πλευρά.

Το πρόβλημά μας όμως ξεκινά από την στιγμή που αυτά που αναπαράγονται καθ’ έξη μετατρέπονται σε παγιωμένες ανελαστικές βεβαιότητες. Μικρά ρέματα και ποτάμια που ρέουν κάθε μέρα, ενώνονται και γίνονται χείμαρρος απολυτότητας. Πέραν του γεγονότος πως η απολυτότητα είναι μια δομικά προβληματική περίπτωση, ενυπάρχει και μία ακόμη λανθάνουσα διάσταση. Όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας στρατηγούς. Στρατηγός της μεταρρύθμισης, στρατηγός του αντιμνημονιακού αγώνα, στρατηγός του λαϊκού κινήματος, στρατηγός στις διεθνείς σχέσεις, τη διπλωματία, τη διαπραγμάτευση.

Φαίνεται να μην έχουμε την κουλτούρα των μικρών επιμέρους βελτιώσεων, της επίτευξης μικρών ενδιάμεσων στόχων. Έχουμε μάθει να προσεγγίζουμε τα ζητήματα ως παίγνιο μεγάλων ανδρών. Ως ζητήματα διαχείρισης κορυφής. Αναμένουμε μία μεγάλη κίνηση που θα σώσει την παρτίδα. Μια εξαιρετική ικανότητα της οποίας ο φορέας επιδεικνύοντάς την την κατάλληλη στιγμή θα αλλάξει το ρου της ιστορίας.

Όλοι αναλύουμε την μεγάλη εικόνα, το μεγάλο παιχνίδι, την στρατηγική. Το στρατιωτικό ρητό όμως λέει : «οι ερασιτέχνες κοιτούν την στρατηγική αλλά οι επαγγελματίες την επιμελητεία ( την μεταφορά/ προμήθεια/ διαχείριση των εφοδίων)».  Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνον στα τραπέζια σχεδιασμού αλλά στα ρηχά ζητήματα της διαχείρισης των πόρων.

Μάθαμε έτσι. Η ιστορία που διδάσκουμε στα σχολεία δεν αναλύει αίτια. Είναι δομημένη με τρόπο που να εξυπηρετεί τον εθνικό συγκροτητικό μύθο. Γίνανε βήματα αλλά αποδεικνύονται δυστυχώς μετέωρα. Στο πεδίο της πολιτικής ως παιδευτική διαδικασία η Αριστερά και το ΠΑ.ΣΟ.Κ υποσχέθηκαν πως θα αναλάβει το κράτος, αντί ημών, όλες τις υποχρεώσεις μας. Η Δεξιά δεν ενεπλάκη στο πεδίο των ιδεών και ιστορικά ηττήθηκε στη Μεταπολίτευση. Η αντίληψή μας για την ανάπτυξη το ίδιο. « Να πέσουν – προφανώς από κάποιον που θα τα ρίξει- λεφτά στην αγορά». Στα δημόσια έργα έχουμε κουλτούρα «μεγάλων έργων» απαξιώνοντας μικρές βελτιωτικές παρεμβάσεις. Παντού πληθωριστικοί. Στις δομές της κοινωνικής πρόνοιας, της διοίκησης το ίδιο, με αποτέλεσμα τα αρχικά σχεδιαστικά λάθη να διαιωνίζονται.

Πώς λοιπόν στην κρίση να πράξουμε διαφορετικά; Δεν είναι εφικτό. Παρά την μερική συνειδητοποίηση, παρά τα αυξημένα παραδείγματα μιας διαφορετικής κουλτούρας και νοοτροπίας προς ώρας τίποτε δεν φαίνεται αρκετό να αντιστρέψει τη ροή των πραγμάτων. Ατομικές εξαιρέσεις, μικρές συλλογικότητες, πυρήνες του νέου και διαφορετικού δεν μπορούν να τραβήξουν ολόκληρη τη χώρα μπροστά. 

Βέβαια έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στην ευρωζώνη πλέον είναι απαραίτητη και μια σειρά ενεργειών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Μεγάλες αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Το πρόβλημα είναι αντικειμενικά γιγαντιαίο και εκτείνεται πέραν των συνόρων μας και των δυνατοτήτων μας. Εμείς όμως παραμένουμε «στρατηγοί». Μπορούμε, και καλά κάνουμε, να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τις μεγάλες αποφάσεις. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε να ανοίξουν πέντε- έξι επαγγέλματα, να συμφωνήσουμε στα ήσσονος. Μας τρέφει η αέναη σύγκρουση για τα μεγάλα. Αναμένουμε τους ήρωες αλλά παραμένουμε στατικοί. Έξω από το χρόνο.

Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες - Μπρεχτ

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μερικότητα ή αξιοποίηση πλεονεκτημάτων (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 8/10/2012)


Γιατί οι Έλληνες αντιλαμβάνονται το γενικό συμφέρον ως άθροισμα μερικοτήτων; Γιατί μας ενδιαφέρει ιεραρχικά πρώτα το συμφέρον της οικογένειάς μας, μετά των συγγενών μας, ακολούθως της επαγγελματική ομάδας όπου ανήκουμε και πιθανά και του τόπου από τον οποίο καταγόμαστε; Είναι μοναδικό φαινόμενο αυτό; Οι άλλοι λαοί πως σκέφτονται; Δεν τους ενδιαφέρουν τα ίδια με την ίδια σειρά; Δεν νοιάζονται για αυτά, όπως εμείς;

Χωρίς να διεκδικώ την απόλυτη αλήθεια εκτιμώ πως και άλλοι λαοί, εντός των οποίων και λαοί προηγμένων κρατών ενδιαφέρονται για τα ίδια με την ίδια σειρά. Με μία όμως βασική διαφορά. Δεν μένουν εκεί. Αποδέχονται μία κεντρική σύμβαση, αποδέχονται ένα πλαίσιο που κανοναρχεί όλο αυτό το πλέγμα συμφερόντων. Αποδέχονται την νεωτερική κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με ό,τι αυτό και αν σημαίνει.

Στην Ελλάδα δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η κοινωνία μας δεν είναι νεωτερική. Θα ήταν μια τέτοια παραδοχή ακραία λεκτική διατύπωση και δυστυχώς λόγω κρίσης οι ακραίες λεκτικές διατυπώσεις είναι πληθωριστικές. Όμως υπάρχει ένα δομικό στοιχείο που μας καθιστά ιδιάζουσα περίπτωση, που συνεχώς σπρώχνει την έλευση της ( δυτικής) κανονικότητας όλο και πιο πέρα, μετέπειτα. Η ισχυρή παράδοση κοινοτισμού των Ελλήνων ίσως είναι μία βασική αιτία. Ο κοινοτισμός των Ελλήνων συγκρούστηκε με τις επιταγές της νεωτερικότητας πλείστες όσες φορές. Δεν νίκησε αλλά και δεν ηττήθηκε. Εγκολπώθηκε. Με έναν τρόπο καταφέρναμε συνέχεια να υπερβαίνουμε αλλά να μην λύνουμε.

Τα παραδείγματα πολλά. Από τον Καποδίστρια μέχρι την Μεταπολίτευση μπορούμε να βρούμε σχετικά εύκολα αρκετά παραδείγματα.  Το πελατειακό κράτος, η αδύναμη δημόσια διοίκηση, το ρουσφέτι, το λάδωμα, η σύγκρουση για την χωροταξία εγκαταστάσεων απορριμμάτων ( όχι στο δικό μου χωριό αλλά παραδίπλα), η πεισματική προστασία κλειστών επαγγελμάτων και η αποδοχή αυτού του καθεστώτος ακόμη και από τους μη άμεσα ωφελούμενους ( που κανονικά θα έπρεπε να πρωτοστατούν στην επιδίωξη της αλλαγής)  είναι μερικές ενδείξεις ανάμεσα σε πλήθος άλλων που πιθανά αποδεικνύουν τα ανωτέρω. Είναι σημαντικό πως αυτή η παράδοση του κοινοτισμού δεν έχει μόνον αρνητική όψη. Δεν είναι το αποκλειστικό αίτιο – τροχοπέδη της ελληνικής κακοδαιμονίας. Ή αλλιώς, θα μπορούσε να αποτελέσει πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Εφόσον η Ελλάδα είναι πλήρως ενταγμένη στο παγκόσμιο σύστημα, σε αυτό που σχηματικά ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση αλλά και ειδικότερα σε αρκετές υπερεθνικές οντότητες με κυρίαρχη και καθοριστική την ΕΕ, αυτή η ιδιαιτερότητα μπορεί να αναδειχθεί σε παράγοντα καθυστέρησης. Σε πλαίσια εθνοκρατικά, με μικρή ή μικρότερη αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο κόσμο αυτή η ιδιαιτερότητα ίσως δεν είχε τόσο βαρύ αποτύπωμα. Στα πλαίσια όμως που βρισκόμαστε και θέλουμε να βρισκόμαστε με βάση την κατανάλωσή μας, οφείλουμε και εμείς να περαιώσουμε πλήρως και αμετάκλητα το πέρασμά μας στη νεωτερική κοινωνία. Να το λύσουμε μεταξύ μας, όχι να το υπερβούμε ή να το αναβάλουμε.

«Τα πετυχημένα παραδείγματα ενσωμάτωσης στην παγκοσμιοποίηση, προέρχονται από τις οικονομίες των προσαρμοσμένων «εξαιρέσεων». Πεδίο λοιπόν πολιτικής επέμβασης στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι δεν είναι η αναστροφή προς τον προστατευτισμό, αλλά η μέριμνα για μια διατήρηση ενός οικονομικού πλουραλισμού» λέει ο Roberto Unger. Στα καθ’ ημάς αν εμείς λοιπόν σαν Έλληνες καταφέρουμε να αποδεχθούμε πλήρως ένα νεωτερικό πλαίσιο και να οργανωθούμε με βάση αυτό τότε πιθανά να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε την παράδοση του κοινοτισμού επιπροσθέτως. Να κάνουμε την Ελλάδα μία ακόμα περίπτωση προσαρμοσμένης «εξαίρεσης». Όπου «προσαρμογή» σημαίνει προσαρμογή μας στα νεωτερικά πρότυπα και «ιδιαιτερότητα» η αξιοποίηση των όποιων συγκριτικών πλεονεκτημάτων έχουμε σαν λαός, σαν τόπος, σαν παράδοση. Πρώτα από όλα όμως προσαρμογή, νεωτερικότητα και κανονικότητα. Προς ώρας αγανακτούμε ( όχι όλοι) γιατί η οργανωμένη Πολιτεία- έκφραση της νεωτερικότητας- δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει όπως έκανε μέχρι πρόσφατα την μερικότητα των αιτημάτων, αποκομμένων μάλιστα από το γενικό συμφέρον.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Μπορούμε; ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 1/10/2012)


Φτάσαμε πάλι στο σημείο επισημοποίησης και κοινοποίησης ενός νέου πακέτου δημοσιονομικών μέτρων, ιδιαίτερα σκληρών. Βέβαια τα μέτρα αυτά δεν αποφασίστηκαν τώρα αλλά ήταν ενταγμένα και προαποφασισμένα από την στιγμή που δεχθήκαμε το δεύτερο μνημόνιο και την αναδιάρθρωση χρέους που το συνόδευε. Η συγκυρία είναι κρίσιμη, όλα τα ζητήματα είναι ανοιχτά, σοβαρές αποφάσεις αναμένονται, ισχυρές πρωτοβουλίες υπερεθνικού επιπέδου αναζητούνται αλλά και πιθανά προετοιμάζονται. Εμείς όμως στο εθνικό επίπεδο έχουμε τον δικό μας Γολγοθά.

Αυτό που δυστυχώς δεν γίνεται ευρέως αποδεκτό είναι πως είτε με πολιτικές μνημονίου είτε χωρίς αυτές υπάρχει μία συγκεκριμένη ατζέντα πρωτοβουλιών και ενεργειών που απαντά μερικώς στο δομικό πρόβλημα της χώρας. Δυστυχώς όμως η συγκρουσιακή ροπή του πολιτικού μας συστήματος, η επιδίωξη κομματικής ωφέλειας από πλευράς αντιπολίτευσης και οι καθυστερήσεις ή οι αστοχίες της κυβέρνησης αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση από θέματα στα οποία θα μπορούσε να υπάρξει μια συνεννόηση.

Όλη η δημόσια συζήτηση, ο δημόσιος διάλογος, η κομματική αντιπαράθεση γίνεται για την μεγάλη εικόνα. Με το μνημόνιο ή χωρίς αυτό; Με την αναδιαπραγμάτευση ή με την καταγγελία; Με την ΕΕ ή την Ρωσία ( άσχετα αν η δεύτερη δεν δανείζει 5 δις την Κύπρο) ; Με την Δύση ή με την Ανατολή; Με κάποιους ή μόνοι μας; Με την Ευρωζώνη ή σαν την Αργεντινή; Αμέσως μετά μεταφερόμαστε στα πολύ μικρά ( όχι όμως ασήμαντα). Η περιπτωσιολογία γίνεται ωκεανός που στο τέλος μας πνίγει. Με την εξίσωση πετρελαίου  θέρμανσης – κίνησης ή με την πάταξη του λαθρεμπορίου; Με το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης ή με τη διάσωση του επιδόματος παραγωγικότητας; Με τη χρέωση των τηλεφώνων στον ΕΟΠΠΥ; Με τα σκουπίδια που βρομίζουν τις πόλεις;

Σε αυτό το πλαίσιο δεν μένει χώρος για στρατηγικές επιλογές. Σε αυτή τη δημόσια σφαίρα, σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο δεν υπάρχει χώρος για παράθεση επιχειρημάτων, για επεξήγηση, για μεσοπρόθεσμη στόχευση. Δεν υπάρχει χρόνος. Τα μικρά προβλήματα είναι πιεστικά και για τα μεγάλα έχουμε ήδη χωριστεί στα δύο. Αναπαράγουμε την ίδια μεταπολιτευτική παθογένεια. Αδυνατούμε να εντάξουμε τα αιτήματα, τις ανάγκες σε ένα πλαίσιο προτεραιοτήτων. Αδυνατούμε να δεχθούμε ιεράρχηση αναγκών, δεσμεύσεις ενός σχεδίου. Απλά παλαιότερα δεν το βλέπαμε διότι είχαμε την οικονομική δυνατότητα να τα ικανοποιήσουμε σχεδόν όλα με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε ένα πολυεπίπεδο συνοθύλευμα. Συνοθύλευμα διοικητικό, νομικό, ρυθμιστικό, λειτουργικό.

Γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για ένα επίκαιρο ζήτημα; Για παράδειγμα για τον τρόπο κατάρτισης του προϋπολογισμού. Είτε με μνημόνιο είτε χωρίς είναι δεδομένη η αναγκαιότητα αναμόρφωσης του τρόπου κατάρτισης του προϋπολογισμού.

Η αναφορά στον προϋπολογισμό δεν είναι τυχαία. Ο τρόπος σχεδιασμού και εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, αποτελεί μία βασική παράμετρο προώθησης ή ανάσχεσης των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση.  Από ένα σύστημα όπου απουσιάζει ο προσανατολισμός στην αξιολόγηση της αποδοτικότητας των παρεχόμενων χρηματοδοτήσεων και του βαθμού επίτευξης των στόχων να περάσουμε σε ένα άλλο όπου η κοινοβουλευτική συζήτηση επί του προϋπολογισμού θα πρέπει να αποτελεί μία διαδικασία προγραμματισμού του κυβερνητικού έργου. Όχι απλά μία παρουσίαση της κατανομής κονδυλίων αποσυνδεδεμένα από τους στόχους και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα πολιτικής αλλά σύνδεση μεταξύ στόχων, προτεραιοτήτων και δαπανών[1]. Αλλαγή πολιτική και όχι μόνον τεχνοκρατική που ανανοηματοδοτεί την έννοια της στρατηγικής και δίνει εργαλεία εφαρμογής της. Εξοπλίζει την κυβέρνηση με τη δυνατότητα εφαρμογής δημοσίων πολιτικών, με δυνατότητα αξιολόγησης και αναμόρφωσης όπου κριθεί απαραίτητο.

Υπάρχουν λοιπόν πεδία συμφωνίας και συνεννόησης με ευεργετικά αποτελέσματα. Ή θα το παλέψουμε ή θα συνεχίσουμε τα ίδια. Μπορούμε;



[1] Στοιχεία από την Λευκή Βίβλο για τη Διακυβέρνηση