Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Το δομικό πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ


Αν και αυτή τη στιγμή τα βλέμματα όλων μας είναι στραμμένα στην κυβέρνηση συνεργασίας, στα κόμματα που την στηρίζουν και στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, αξίζει να εξετάσουμε και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπό τη νέα του αυτή θέση στο πολιτικό και κομματικό σκηνικό. Η εκτόξευση του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ από ποσοστά της τάξης του 4% στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ποσοστά κοντά στο 30% αποτελεί ένα ενδιαφέρον θέμα για ανάλυση. Ιδιαίτερα δε όταν υπάρχει η προοπτική κατάληψης της εξουσίας ή η προεξόφληση αυτού του γεγονότος από σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος.

Αν δούμε τα στοιχεία που προκύπτουν ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις στηρίχθηκε από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών τάξεων, επαγγελματικών κατηγοριών, ηλικιακών κατηγοριών. Στις ηλικίες από 18- 50 ετών ήρθε πρώτο κόμμα. Σε υπαλλήλους του ιδιωτικού αλλά και του δημοσίου τομέα επίσης.

Αυτή η πρόχειρη καταγραφή δημιουργεί όμως μια σειρά ζητημάτων που πρέπει να εξεταστούν. Αυτό το επίτευγμά του βασίστηκε εν πολλοίς στην αγανάκτηση του κόσμου από την οικονομική πολιτική, στην ανικανότητα των κομμάτων που κυβέρνησαν μέχρι τότε να πείσουν και να εφαρμόσουν ένα στοιχειώδες σχέδιο εξόδου από την κρίση και στην αδυναμία άλλων μικρότερων κομμάτων να αποκτήσουν μαζικά χαρακτηριστικά, να πείσουν για το δικό τους πολιτικό σχέδιο. Κόμματα που τελικά ή έμειναν εκτός κοινοβουλίου ή καταγράφονται ως δύναμη διαμαρτυρίας.

Σήμερα όμως είναι αυτοί αρκετοί λόγοι για να οδηγήσουν το κόμμα στην εξουσία; Ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ με την πολιτική του συνεχίζει να ενεργεί προεκλογικά. Είναι με όλους. Είναι με τους πολλούς έναντι των (τάχα λίγων. Είναι με τους αδικημένους(;) έναντι των ευνοημένων. Είναι και με το κράτος αλλά και με τη νέα γενιά που καλείται να εργαστεί και να αμειφθεί με λίγα για τα δεδομένα του ελληνικού βιοτικού επιπέδου χρήματα. Είναι με την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά εξετάζει και άλλα σενάρια. Γενικά εμφανίζει μια πολυσυλλεκτικότητα που όμως δεν συνάδει με τα δεδομένα της στιγμής.

Το πεπερασμένο των οικονομικών δυνατοτήτων του κράτους, η απίσχναση δηλαδή της ενσωματωτικής των αιτημάτων ικανότητάς του πρέπει κάποια στιγμή να μετουσιωθεί και σε μία πεπερασμένη πολιτική εκπροσώπηση. Δεν μπορεί εν ολίγοις να είναι με όλους και με όλα τα αιτήματα. Δεν είναι ρεαλιστικό σε συνθήκες σπάνης.

Εάν υπήρχε τρόπος να συνεχιστεί αυτή η μεταπολιτευτική τροπή των πραγμάτων, το ΠΑ.ΣΟ.Κ, ο μετρ αυτής της τακτικής και της διαχείρισης θα το είχε καταφέρει από το 2009. Όμως αποδείχθηκε πως το πράγμα δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι.

Για παράδειγμα δεν μπορεί ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ να υποστηρίζει το αίτημα της μη μεταρρύθμισης της δημόσια διοίκησης, το αίτημα του μη εξορθολογισμού των ΔΕΚΟ αλλά ταυτόχρονα διακηρυκτικά να ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη νέα γενιά. Οι πόροι είναι πεπερασμένοι και προς ώρας βαίνουν μειούμενοι. Άρα θα πρέπει να αποκαλύψει σε ρεαλιστική βάση ποια είναι η προτεραιότητά του. Είναι η διατήρηση του status quo ή η ανακατανομή των πόρων σε όφελος της νέας γενιάς – μια επιλογή που δυνητικά έχει αναπτυξιακή δυναμική και σίγουρα ίσως δυσαρεστήσει μερίδα του εκλογικού σώματος.

Είναι μια απόφαση ιδιαίτερα δύσκολη. Για να υποστηριχθεί πρέπει να καταρτιστεί ένα σοβαρό πολιτικό σχέδιο που θα εξειδικεύεται μέχρι το σημείο ενός προεκλογικού προγράμματος. Με αιχμές, προτεραιότητες, ίσως και κάποια δυσάρεστα για κάποια κοινωνική ομάδα μέτρα.

 Αντιθέτως η επίκληση του λαού, η διαφαινόμενη προσπάθεια αδιαμεσολάβητης σχέσης του ηγέτη με αυτόν (βλέπε παρότρυνση προς στελέχη να μην ομιλούν διότι βλάπτουν) και η συνέχιση της πολυσυλλεκτικότητας ως στρατηγική είναι δομικά στοιχεία λαϊκιστικής στρατηγικής και απέχουν παρασάγγας από τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κεντροαριστερού ( ή αριστερού) προοδευτικού κόμματος.

Βέβαια η ανάδειξη αυτού του ζητήματος και η πίεση προς το κόμμα αυτό να ξεκαθαρίσει τη θέση του, είναι υπόθεση και των άλλων κομμάτων. Οφείλουν για καλό δικό τους αλλά και της χώρας να τον πιέσουν πολιτικά. Να τον αναγκάσουν να απαντήσει. Να προσγειωθεί στην σκληρή δυστυχώς πραγματικότητα. Η χώρα δεν μπορεί να αντέξει ακόμα μία αξιωματική αντιπολίτευση μεταπολιτευτικού τύπου. Είναι στιγμή της κρίσης για όλους.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Στρατηγικές και επιλογές ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 20/8/2012)



Βρισκόμαστε ίσως σε μία από τις κρισιμότερες φάσεις της πορείας μέσα στην κρίση. Από την άνοιξη του 2010 που η χώρα κατέφυγε στο μηχανισμό στήριξης υπογράφοντας το πρώτο Μνημόνιο έχουν περάσει σχεδόν 2,5 χρόνια και από το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης σχεδόν 4. Έχουν αλλάξει πάρα πολλά τόσο στην Ελλάδα όσο όμως και στην ευρωζώνη αλλά το ζητούμενο παραμένει. Με ποιόν τρόπο θα καταφέρει η Ελλάδα να περιορίσει τις απώλειες και να βρει τον δρόμο της εξόδου από την κρίση.

Μετά τις εκλογές και τη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας τέθηκαν στο τραπέζι δύο στρατηγικές. Η μία ήθελε αξιοποίηση του αποτελέσματος των εκλογών και της δυναμικής των πραγμάτων με στόχο μία γενναία αναδιαπραγμάτευση του ελληνικού προγράμματος. Αναδιαπραγμάτευση που θα ξεκινούσε από τα μέτρα των 11,5 δις και θα κατέληγε σε επιμήκυνση του προγράμματος, επιπλέον χρηματοδότηση, ελάφρυνση των βαρών. Η άλλη προέτασσε την ανάγκη επανάκτησης αξιοπιστίας της χώρας μέσω της τήρησης των δεσμεύσεων, αναγνωρίζοντας πως η στιγμή και τα δεδομένα δεν επέτρεπαν μια συνολική επανατοποθέτηση του ελληνικού ζητήματος. Το πρόβλημα της Ισπανίας αλλά και της Ιταλίας είχε τεθεί στο επίκεντρο και η προδιάθεση των εταίρων θα ήταν αρνητική απέναντι σε όποιο ελληνικό αίτημα.

Φαίνεται πως η πλάστιγγα έγειρε προς τη δεύτερη στρατηγική παρά την υπαρκτή κοινωνική δυσφορία που αναμένεται, παρά το πολιτικό κόστος που θα αποτυπωθεί. Όμως για να είμαστε δίκαιοι, ποιες άλλες πολύ καλύτερες επιλογές έχουν κατατεθεί; Υπάρχουν άλλες αντιπροτάσεις που προσφέρουν έστω μία αμυδρή αίσθηση οργανωμένου σχεδίου εξόδου από την κρίση; Η αξιωματική αντιπολίτευση εγκαλεί την κυβέρνηση όλο το καλοκαίρι γιατί δεν επέλεξε την πρώτη στρατηγική παραβλέποντας όμως πως η δική της προεκλογική πρόταση διέφερε ουσιαστικά τόσο από την τελικά επιλεχθείσα δεύτερη όσο όμως και από την πρώτη στρατηγική που έπεσε στο τραπέζι.

Και αν ισχυριστεί κανείς πως το παιχνίδι με τους εκβιασμούς περί του ολιγότερο κακού το έχουμε ξαναδεί να παίζεται όλα αυτά τα 2,5 χρόνια, με μέτρα που ή τα αποδεχόμαστε ή χρεοκοπούμε, υπενθυμίζω ότι αντίστοιχα έχουμε δει και αξιωματικές αντιπολιτεύσεις να λένε πολλά τραγούδια έξω από το χορό ακριβώς το ίδιο διάστημα.

Σε κάθε περίπτωση πολλά θα κριθούν το φθινόπωρο ή μέχρι το τέλος του χρόνου. Πολλά και σε διαφορετικά επίπεδα. Εάν στρατηγική επιλογή της γερμανικής ελίτ είναι η τιμωρία της Ελλάδας τότε τα περιθώρια για μας είναι ιδιαίτερα στενά. Εάν όμως δεν ισχύει κάτι τέτοιο τότε ανοίγονται μερικές επιλογές μπροστά μας. Επιλογές και όχι υποχρεώσεις αυτή τη φορά. Διότι για να επιτύχουν το στόχο τους οι αλλαγές και οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να είναι επιλογές και δευτερευόντως υποχρεώσεις. Πρέπει να γίνει αντιληπτό πως μόνο μέσα από έναν δρόμο μεταρρυθμίσεων μπορούμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας, να προκαλέσουμε ανάπτυξη που με τη σειρά της θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας και άρα αυξημένα εισοδήματα.

Είναι εξαιρετικά δύσκολος αυτός ο δρόμος διότι βρισκόμαστε σε περιβάλλον ύφεσης που αθροιστικά αγγίζει το 20% του ΑΕΠ. Είναι εξαιρετικά δύσκολος αυτός ο δρόμος διότι πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα περίπου 1.000.000 Έλληνες. Είναι εξαιρετικά δύσκολος αυτός ο δρόμος διότι για 60 χρόνια πορευόμαστε με ένα συγκεκριμένο παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο και τώρα καλούμαστε να το αλλάξουμε. Είναι εξαιρετικά δύσκολο αλλά είναι μία επιλογή που έχουμε ακόμη.

Η αναδιάταξη του κομματικού συστήματος δεν επιτρέπει στ κόμματα να δώσουν εύκολες απαντήσεις και λύσεις, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη. Η κυβέρνηση συνεργασίας είναι μία υπέρβαση, τα κόμματα που την απαρτίζουν ψάχνουν τα πατήματά τους και η αξιωματική αντιπολίτευση έχει δρόμο να διανύσει καθώς είναι φανερά ανέτοιμη να διαχειριστεί τόσο μεγάλη ευθύνη. Όλα τα μέτωπα είναι ανοιχτά και όλα τα ενδεχόμενα πιθανά. Το μόνο σίγουρο πως η χώρα χρειάζεται αλλαγές, μεταρρυθμίσεις και κρατικό εκσυγχρονισμό.

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2012

Μόνο η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μπορεί να σώσει το ευρώ

Ο Jürgen Habermas είναι φιλόσοφος· ο Julian Nida-Rümelin είναι φιλόσοφος και ο Peter Bofinger είναι καθηγητής οικονομικών και μέλος της «επιτροπής σοφών» που συμβουλεύει τη γερμανική κυβέρνηση σε ζητήματα οικονομίας· 



Η κρίση του ευρώ σηματοδοτεί την αποτυχία μιας αδιέξοδης πολιτικής. Η γερμανική κυβέρνηση δεν διαθέτει το θάρρος να κινηθεί πέραν ενός status quo που δεν είναι πια βιώσιμο. Αυτός είναι ο λόγος που παρά τα εκτεταμένα προγράμματα διάσωσης και τις αμέτρητες έκτακτες συνόδους κορυφής, την τελευταία διετία η κατάσταση της ευρωζώνης δεν παύει να υποβαθμίζεται. Ευρισκόμενη στο χείλος μιας οικονομικής συντριβής, η Ελλάδα αντιμετωπίζει την προοπτική της αποχώρησής της από την ευρωζώνη που θα είχε ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες στα άλλα κράτη-μέλη. Η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία βυθίζονται σε βαθιά ύφεση, που εκτοξεύει στα ύψη την ανεργία.

Η οικονομική δυσπραγία στις προβληματικές αυτές χώρες εξασθενεί ακόμα περισσότερο την ήδη ευάλωτη κατάσταση των τραπεζών, ενώ η αυξανόμενη δυσπιστία για το μέλλον της νομισματικής ενότητας υπονομεύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, που αντιμετωπίζουν με ολοένα και μεγαλύτερη επιφύλαξη τα κρατικά ομόλογα των προβληματικών κρατών. Η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού των κρατικών ομολόγων, σε συνδυασμό με την σταθερή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, ακυρώνουν κάθε προοπτική ανάκαμψης, που έτσι κι αλλιώς ήταν εξ αρχής γνωστό πως δεν θα ήταν εύκολη.

Αυτή η αυτοτροφοδοτούμενη αποσταθεροποίηση οφείλεται εν πολλοίς στις «εκ των ενόντων» εφαρμοζόμενες στρατηγικές αντιμετώπισης της κρίσης, που μόλις τώρα άρχισαν να εγγίζουν το ζήτημα της ενίσχυσης των ευρωπαϊκών θεσμών. Το γεγονός είναι πως τα τελευταία χρόνια η κρίση αντιμετωπίστηκε με αποσπασματικότητα και προχειρότητα που το μόνο που πέτυχε είναι να χειροτερεύσει τα πράγματα, δείχνει πόσο απουσιάζει η πολιτική δημιουργικότητα.

Από την άλλη, η ανάγκη για περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν πηγάζει μόνο από την τρέχουσα κρίση της ευρωζώνης, αλλά κι από την ανάγκη να παταχθούν οι κακοήθεις πρακτικές και το σκιώδες παράλληλο σύμπαν που έχουν οικοδομήσει κατά μήκος και πλάτος όλης της πραγματικής οικονομίας αγαθών και υπηρεσιών οι επενδυτικές τράπεζες και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια. Αυτό απαιτεί από τους πολιτικούς μας να ορθώσουν το ανάστημά τους και να αναλάβουν ξανά τον έλεγχο.

Τα μέτρα που απαιτούνται προκειμένου να επανέρθει ουσιαστικός έλεγχος είναι εν πολλοίς οφθαλμοφανή. Αλλά δεν έχουν εφαρμοστεί διότι κατ' αρχήν η εφαρμογή τους σε εθνικό επίπεδο θα αποδεικνυόταν αντιπαραγωγική, και δεύτερον διότι η ρυθμιστική ατζέντα που προέκυψε από την πρώτη σύνοδο του Λονδίνου του G20 στο Λονδίνο, απαιτεί παγκόσμια συντονισμένη δράση που προς το παρόν καθίσταται αδύνατη από την πολυδιάσπαση της διεθνούς κοινότητας.

Μια μείζων οικονομική ισχύς σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή -αν αυτή δεν αρθεί στο ύψος των περιστάσεων- την ευρωζώνη, μπορεί να μετεξελιχτεί σε πρωτοπόρο αυτής της αναγκαίας πορείας. Αλλά η σημαντική ενίσχυση της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ο μόνος τρόπος να τερματιστεί η ατέλειωτη σειρά των «πακέτων διάσωσης», που συν τω χρόνω κινδυνεύει να εξασθενήσει την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών της ευρωζώνης (των δανειστών και των οφειλετών) ως το σημείο της ρήξης. Αυτό από την άλλη σημαίνει πως είναι αναπόφευκτη η μεταφορά ουσιωδών κρατικών αρμοδιοτήτων στο ευρωπαϊκό επίπεδο, με σκοπό να επιβληθεί αποτελεσματική δημοσιονομική πειθάρχηση και να υπάρξουν εγγυήσεις για ένα σταθεροποιημένο οικονομικό σύστημα. Από την άλλη χρειάζεται στενότερος συντονισμός μεταξύ των οικονομικών, δημοσιονομικών και κοινωνικών πολιτικών των κρατών-μελών, ώστε να διορθωθούν οι δομικές ανισορροπίες εντός της κοινής νομισματικής περιοχής.

Η κλιμάκωση της κρίσης δείχνει πως η στρατηγική που προώθησε η γερμανική κυβέρνηση στην Ευρώπη βασιζόταν σε λανθασμένη διάγνωση. Αυτή η κρίση δεν είναι κρίση του ευρώ. Το ευρώ απέδειξε και στο παρελθόν πόσο σταθερό νόμισμα είναι. Δεν είναι ούτε μια ειδικά «ευρωπαϊκή» κρίση. Σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, η ΕΕ -και εντός της ΕΕ, η ευρωζώνη- είναι η λιγότερο χρεωμένη από τις τρεις μείζονες οικονομικές περιφέρειες. Αυτή η κρίση είναι μια κρίση δανεισμού συγκεκριμένων κρατών-μελών της ευρωζώνης, που οφείλεται πρωταρχικά στην ακατάλληλη θεσμική υποδομή του κοινού νομίσματος.

Η εμβάθυνση της κρίσης αποδεικνύει πως οι λύσεις που δοκιμάστηκαν ως σήμερα ήσαν όλες ελλιπείς. Εξ ου και ο φόβος πως η νομισματική ένωση στην παρούσα μορφή δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς θεμελιώδεις αλλαγές στρατηγικού χαρακτήρα. Εναρκτήριο λάκτισμα αυτής της αλλαγής στον τρόπο σκέψης μας είναι να προχωρήσουμε σε μια νέα διάγνωση των αιτιών της κρίσης.

Η γερμανική κυβέρνηση μοιάζει να θεωρεί πως τα προβλήματα οφείλονται κυρίως στην απουσία δημοσιονομικής πειθάρχησης στο εθνικό επίπεδο ορισμένων χωρών και άρα πως η λύση θα προέρθει πρωταρχικά από αυστηρές πολιτικές ελέγχου των δαπανών σε αυτά τα κράτη-μέλη. Οι Γερμανοί επιθυμούν αυτή η πολιτική να συνδυασθεί από αυστηρότερους ελέγχους σε δημοσιονομικό επίπεδο και από χρηματοδοτήσεις που να είναι όσο το δυνατό πιο περιορισμένες και οριοθετημένες, εξαναγκάζοντας έτσι τα ενδιαφερόμενα κράτη να εφαρμόζουν πολιτικές λιτότητας εξαιρετικής αυστηρότητας, που εξασθενούν τις οικονομίες τους και αυξάνουν την ανεργία.

Αλλά η πραγματικότητα είναι πως παρά τις εκτεταμένες διαρθρωτικές αλλαγές και μια πολιτική περικοπών δαπανών που είναι ασυνήθιστα αυστηρή με τα διεθνή δεδομένα, τα προβληματικά κράτη απέτυχαν ως σήμερα να περιορίσουν τις δανειακές τους ανάγκες σε βιώσιμο επίπεδο. Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: η διάγνωση και η θεραπευτική αγωγή που επέλεξε η γερμανική κυβέρνηση ήταν εξαρχής υπερβολικά μονοδιάστατη. Η κρίση δεν είναι αποτέλεσμα της ασωτίας μεμονωμένων κρατών-μελών, αλλά οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε συστημικά προβλήματα, τα οποία δεν διορθώνονται απλά με αύξηση των προσπαθειών σε εθνικό επίπεδο· απαιτούν συστημική απάντηση.

Η τρέχουσα αστάθεια των χρηματαγορών τροφοδοτείται από τον φόβο πως κάποια μεμονωμένη χώρα θα χρεοκοπήσει, και πως αυτός ο κίνδυνος μπορεί να εξαλειφθεί -ή τουλάχιστο να περιοριστεί- με τη συλλογική εγγύηση των κρατικών ομολόγων που εκδίδονται εντός της ευρωζώνης. Υπάρχει ανησυχία πως αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει ανεπιθύμητα αντικίνητρα, κι αυτό πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη. Ο μόνος τρόπος να διασκεδασθεί αυτή η ανησυχία είναι να εξασφαλίσουμε πως οι συλλογικές εγγυήσεις θα συνδυάζονται με αυστηρό συλλογικό έλεγχο επί των εθνικών προϋπολογισμών. Πράγμα που με την σειρά του σημαίνει πως ο αναγκαίος βαθμός συλλογικού δημοσιονομικού ελέγχου που θα καταστήσει δυνατή τη συνολική εγγυοδοσία των κρατικών ομολόγων, απαιτεί εκτεταμένες μεταφορές εξουσίας από το κρατικό επίπεδο, που όμως δεν είναι δυνατές εντός του πλαισίου των ισχυουσών ευρωπαϊκών διευθετήσεων.

Υπάρχουν δύο μόνο συνεκτικές στρατηγικές αντιμετώπισης της τρέχουσας κρίσης:

η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα σε ολόκληρη την ΕΕ, που θα εξέθετε τα μεμονωμένα κράτη-μέλη στις απρόβλεπτες διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τις έντονες κερδοσκοπικές πιέσεις των ξένων χρηματαγορών, ή

η θεσμική κατοχύρωση μιας συλλογικής οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής της ευρωζώνης, με περαιτέρω στόχο να αποκατασταθεί σε υπερεθνικό επίπεδο η εξουσία της πολιτικής ενάντια στις επιδιώξεις των χρηματαγορών. Κοιτώντας πέραν του ορίζοντα της τρέχουσας κρίσης, η προοπτική μιας «κοινωνικής Ευρώπης» κρίνεται επίσης από το τι θα συμβεί σε αυτό το επίπεδο.

Μόνο η πολιτική ενοποίηση του πυρήνα της Ευρώπης μπορεί να προσφέρει την ελπίδα πως θα μπορέσει να αντιστραφεί η -ήδη πολύ προχωρημένη- διαδικασία του μετασχηματισμού μιας δημοκρατίας που οικοδομήθηκε πάνω στο ιδεώδες του κοινωνικού κράτους σε μια δήθεν δημοκρατία στην οποία θα κυριαρχούν τα ιδεώδη της αγοράς. Αυτός εξάλλου είναι ο μόνος λόγος που οφείλουμε να προκρίνουμε την δεύτερη επιλογή επί της πρώτης: διότι μας οδηγεί σε ευρύτερη προοπτική.

Αν επιθυμούμε να αποφύγουμε ταυτόχρονα την επιστροφή μας στον νομισματικό εθνικισμό και την διαιώνιση της κρίσης του ευρώ, χρειάζεται να κάνουμε τώρα αυτό που αποτύχαμε να κάνουμε την εποχή που δημιουργήθηκε το ευρώ: να ξεκινήσουμε την διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, αρχής γενομένης από τα 17 κράτη-μέλη του πυρήνα της, της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης (ΟΝΕ).

Πιστεύουμε πως χρειάζεται να είμαστε απολύτως ανοικτοί όσον αφορά αυτή την διαδικασία. Είναι απλά αδύνατο να διατηρήσουμε ένα κοινό νόμισμα χωρίς παράλληλα να έχουμε ασπασθεί την αντίληψη της κοινής ευθύνης των κρατών-μελών της ΟΝΕ και την αναπλήρωση των θεσμικών ελλειμμάτων της ευρωζώνης. Η πρόταση του γερμανικού «συμβουλίου οικονομικών εμπειρογνωμόνων» για την εγκαθίδρυση ενός κοινού ταμείου ευρωπαϊκής ρευστότητας μπορεί μεν να απορρίφθηκε από την γερμανική κυβέρνηση, αλλά η ελκυστικότητά της έγκειται ακριβώς στο ότι θέτει ένα τέρμα στην ψευδαίσθηση πως είναι δυνατό να διαιωνίζεται η εθνική κυριαρχία, και θέτει επί τάπητος, ανοικτά, το ζήτημα της συλλογικής συνυπευθυνότητας. Αλλά θα ήταν ακόμα καλύτερα να διαχειριζόμασταν από κοινού το ευρωπαϊκό χρέος σύμφωνα με τα κριτήρια του Μάαστριχτ -ήτοι χρέος το πολύ ως 60% του ΑΕΠ και όχι περισσότερο.

Εφόσον οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποτυχαίνουν να αποσαφηνίζουν τι ακριβώς κάνουν, θα συνεχίσουν να υπονομεύουν την -ήδη αδύναμη- δημοκρατική θεμελίωση της ΕΕ. Η πολεμική ιαχή της Αμερικανικής Επανάστασης «καμία φορολόγηση χωρίς εκπροσώπηση!» σήμερα αντηχεί με ένα νέο και παράδοξο τρόπο: από τη στιγμή που δημιουργήσαμε στην ευρωζώνη πολιτικές που μπορούν εν δυνάμει να καταλήξουν σε αναδιανεμητικές πολιτικές πέραν των εθνικών συνόρων, οι Ευρωπαίοι νομοθέτες που εκπροσωπούν τον λαό (άμεσα μέσω της ευρωβουλής, έμμεσα μέσω του «ευρωπαϊκού συμβουλίου») θα πρέπει να μπορούν να αποφασίζουν και να ψηφίζουν τις πολιτικές αυτές. Αλλιώς θα παραβιάζαμε την βασική δημοκρατική αρχή πως είναι οι αιρετοί νομοθέτες που πρέπει να αποφασίζουν πώς γίνεται η διαχείριση του δημοσίου χρήματος ή πώς αυξομειώνονται οι φόροι προκειμένου να χρηματοδοτηθούν οι αποφασισμένες δαπάνες.

Μολοταύτα οφείλουμε να θυμόμαστε πάντοτε πώς έχει καταγραφεί στη συλλογική ιστορική μνήμη η διαδικασία ενοποίησης του Γερμανικού Ράιχ, που εφαρμόστηκε καταπιεστικά σε πολλές περιοχές αυτής της χώρας. Οι χρηματαγορές δεν είναι δυνατό να υποκατασταθούν από περίπλοκες και αδιαφανείς δομές την ώρα που οι εθνικές κυβερνήσεις θα αποδέχονται την επιβολή επί των λαών τους μιας κεντρικής εκτελεστικής εξουσίας η οποία συν τω χρόνω θα αυτονομείται από αυτούς. Πριν φτάσουμε ως εκεί, οι λαοί οφείλουν να έχουν τον λόγο. Ως εκπρόσωπος του μεγαλύτερου χρηματοδότη της ΕΕ στο «ευρωπαϊκό συμβούλιο», η ομοσπονδιακή δημοκρατία οφείλει να πάρει την πρωτοβουλία και να προτείνει ένα σχέδιο απόφασης που να συγκαλεί μια συντακτική συνέλευση της Ευρώπης.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλυφθεί το αναπόφευκτο χρονικό χάσμα μεταξύ των οικονομικών μέτρων που χρειάζεται να εφαρμοστούν επειγόντως -αλλά που στη συνέχεια μπορούν πάντα να ανακληθούν- και της εκ των υστέρων νομιμοποίησής τους, που μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία. Αν το αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων είναι θετικό, οι λαοί της Ευρώπης θα μπορέσουν να ξανακερδίσουν στο ευρωπαϊκό επίπεδο την κυριαρχία που τους έχουν υπεξαιρέσει εδώ και πολύ καιρό «οι αγορές» στο εθνικό επίπεδο.

Η στρατηγική της αλλαγής των ευρωπαϊκών συνθηκών έχει σχεδιασθεί με τρόπο ώστε να δημιουργήσει έναν πολιτικά ενοποιημένο ευρωπαϊκό «πυρήνα», την ευρωζώνη, στον οποίο αργότερα θα είναι δυνατό να ενταχθούν και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ, με προεξάρχουσα την Πολωνία. Είναι μια επιλογή που απαιτεί καθαρή σκέψη όσον αφορά την πολιτική οικοδόμηση μιας υπερεθνικής δημοκρατίας, που θα επιτρέπει τη συλλογική διακυβέρνηση χωρίς να καταλήγει σε ένα ομοσπονδιακό κράτος.

Η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού κράτους είναι μια λανθασμένη επιλογή, καθώς απαιτεί πολύ περισσότερη αλληλεγγύη από όση είναι πρόθυμα να δείξουν τα ιστορικά αυτόνομα ευρωπαϊκά έθνη. Η θεσμική ανασυγκρότηση που απαιτείται σήμερα οφείλει να καθοδηγείται από την αρχή πως ένας δημοκρατικός ευρωπαϊκός πυρήνας θα πρέπει να εκπροσωπεί το σύνολο των πολιτών των κρατών-μελών της ΟΝΕ, αλλά και πως σε ατομικό επίπεδο κάθε πολίτης θα μπορεί να συμμετέχει με την διπλή του ιδιότητα, με άμεσο τρόπο ως μέλος μιας αναδιοργανωμένης ΕΕ από την μια, με έμμεσο ως πολίτης ενός συγκεκριμένου κράτους-μέλους της ΕΕ από την άλλη.

Δεν αποκλείεται η περίπτωση το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο να αναλάβει την πρωτοβουλία από τους πολιτικούς και να προκηρύξει εκείνο ένα δημοψήφισμα για την τροποποίηση του γερμανικού συντάγματος. Αυτό σημαίνει πως τα πολιτικά κόμματα δεν θα μπορούν να συνεχίσουν να μην λαμβάνουν θέση και να κινούνται στο σκοτάδι, όπως κάνουν ως σήμερα. Μια συλλογική πρωτοβουλία για τη σύγκληση μιας ευρωπαϊκής συντακτικής συνέλευσης, που θα υποστηριζόταν από την «χριστιανική δημοκρατική ένωση» (CDU) το «σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Γερμανίας» (SPD) και τους «πράσινους», και που θα ψηφιζόταν ταυτόχρονα με εκείνη για την αλλαγή του συντάγματος της Γερμανίας (αλλά όχι πριν την λήξη της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου) δεν θα είναι τότε μια μη ρεαλιστική προοπτική. Αυτή θα είναι η πρώτη φορά που θα διεξαχθεί στη Γερμανία μια δημόσια συζήτηση αυτού του τύπου, κατά τη διάρκεια της οποίας θα διαμορφώνονται απόψεις και θα ληφθούν αποφάσεις για τις διαφορετικές πολιτικές επιλογές του μέλλοντος της Ευρώπης: πιστεύουμε δε πως είναι πολύ πιθανό κατά την διάρκεια αυτής της συζήτησης να διαμορφωθεί μια συμμαχία πολιτικών δυνάμεων ικανή να πείσει την πλειοψηφία της κοινής γνώμης για τα πλεονεκτήματα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Η τετράχρονη πια κρίση έχει φέρει στο προσκήνιο μια σειρά ετερόκλιτων ζητημάτων και επικέντρωσε όσο ποτέ άλλοτε την προσοχή της κοινής γνώμης στο θέμα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ένα από τα αποτελέσματά της, ήταν να εγείρει την συνειδητοποίηση της ανάγκης να ρυθμιστούν οι χρηματαγορές και να διορθωθούν οι δομικές ανισορροπίες της ευρωζώνης. Για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, μια κρίση που πυροδοτήθηκε από τον πιο προωθημένο του τομέα, εκείνο των τραπεζών, δεν μπορούσε να επιλυθεί παρά μόνο με τις κυβερνήσεις να βάλουν τους πολίτες τους, με την ιδιότητα του φορολογουμένου, να καλύψουν τις απώλειες. Στο σημείο αυτό, διερράγη ένα φράγμα, που διαχώριζε τις συστημικές διαδικασίες από εκείνες της καθημερινότητας. Οι πολίτες δικαίως αγανάκτησαν.

Το πλατιά διαδεδομένο αίσθημα της αδικίας προέρχεται από το γεγονός πως ο λαός εκτιμά πως μια απρόσωπη διαδικασία -«οι αγορές»- ανέλαβε μια ευθέως πολιτική διάσταση. Αυτό το αίσθημα συνοδεύεται από εκείνο της οργής, καταπιεσμένης ή μη, ή της αδυναμίας. Για να αντιμετωπισθούν αυτές οι τάσεις, χρειαζόμαστε νέες πολιτικές ενδυνάμωσης των πολιτών.

Ο δημόσιος διάλογος για τον στόχο και τον σκοπό της διαδικασίας ενοποίησης θα δώσει την ευκαιρία να διευρυνθεί η θεματολογία της πολιτικής αντιπαράθεσης, που ως σήμερα παραμένει έγκλειστη στην οικονομική σφαίρα. Η συνειδητοποίηση πως η πολιτική ισχύς μετακινείται από τη δύση στην ανατολή, η συναίσθηση πως η σχέση μας με τις ΗΠΑ αλλάζει, μπορεί να καταυγάσει με νέο φως τα οφέλη της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Ο ρόλος της Ευρώπης άλλαξε ήδη στον μετααποικιακό κόσμο, και όχι μόνον όσον αφορά την ολέθρια φήμη των Ευρωπαίων ως αποικιοκρατών, για να μην μιλήσουμε για το ολοκαύτωμα. Οι μελλοντικές προβολές που βασίζονται σε στατιστικά στοιχεία μας λένε πως η Ευρώπη οδεύει προς μια ακόμα αλλαγή, και προορίζεται να μεταβληθεί σε μια ήπειρο με μειούμενο πληθυσμό, παρακμάζουσα οικονομική δύναμη και συρρικνούμενη πολιτική σημασία. Ο λαός της Ευρώπης χρειάζεται να ξέρει πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει το κοινωνικό του μοντέλο και την πολιτιστική του ποικιλομορφία είναι να ενωθεί και να συνεργαστεί. Χρειάζεται να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα αν θέλει να επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα διεθνή πολιτικά πράγματα και να συνεισφέρει σε λύσεις στα παγκόσμια προβλήματα. Εγκατάλειψη της ευρωπαϊκής ενοποίησης σήμερα, σημαίνει δια παντός αποχώρηση από την παγκόσμια σκηνή.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις εφημ.The Guardian και Frankfurter Allgemeine Zeitung

Πώς σώθηκαν τα βιβλία


Η συναρπαστική ιστορία των βιβλιοθηκών στη Δύση μέσα από θρησκευτικές και πολιτικές αναταράξεις

της Κουζέλη Λαμπρινής
για το ΒΗΜΑ της 19/8/2012

Αποψη της βιβλιοθήκης του Beatus Rhenanus στη Σέλεστατ της Γερμανίας, της πιο αντιπροσωπευτικής ουμανιστικής βιβλιοθήκης ανθρώπων των γραμμάτων του ευρωπαϊκού Βορρά

Ο βασιλιάς Κάρολος Η' επιστρέφει στη Γαλλία μετά την κατάληψη του Βασιλείου της Νάπολι φέροντας μαζί του, ως λάφυρα, 1.140 τόμους αρχετύπων και χειρογράφων που θα αποτελέσουν τη μαγιά για τη συγκρότηση της Βασιλικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας. Νωρίτερα, στην ελληνιστική εποχή, οι βιβλιοθηκάριοι της Αλεξάνδρειας κάνουν έφοδο στα πλοία που ελλιμενίζονται στο λιμάνι της πόλης, κατάσχουν τα ευρεθέντα χειρόγραφα για τον εμπλουτισμό της περικλεούς βιβλιοθήκης και τα αντικαθιστούν με αντίγραφα. Επεισόδια αλαζονείας, απληστίας και μισαλλοδοξίας κρύβονται συχνά στο υπόστρωμα της ιστορίας των βιβλιοθηκών στον δυτικό κόσμο που, αν τη δούμε από κοντά, είναι συναρπαστική σαν μυθιστόρημα.
Αυτό το χρονικό των βιβλιοθηκών, από τα Μινωικά χρόνια ως την Αναγέννηση, καταγράφει ο αρχιτέκτονας και ιστορικός του βιβλίου Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος στην πεντάτομη Ιστορία της Βιβλιοθήκης στον Δυτικό Πολιτισμό, η οποία ολοκληρώθηκε με την κυκλοφορία του τελευταίου τόμου (14ος-16ος αιώνας), στον οποίο παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, η βιβλιοθήκη του Πετράρχη και του Ερασμου, του καρδιναλίου Βησσαρίωνα και των Μεδίκων, η βιβλιοθήκη του Βατικανού και η Βοδληιανή της Οξφόρδης.
«Η αρχική ιδέα ήταν να μην περιοριστώ στην περιγραφή συγκεκριμένων βιβλιοθηκών, είτε δημόσιου χαρακτήρα είτε πανεπιστημιακού ή και ιδιωτικού ακόμη, αλλά να δώσω το πολιτικό στίγμα κάθε περιόδου στην οποία έχουμε άνθηση της έννοιας της βιβλιοθήκης. Πολιτικές συγκυρίες και πνευματική πορεία της εποχής πάνε μαζί» εξηγεί στο «Βήμα» ο συγγραφέας.
Το αποτέλεσμα δικαιώνει τις προθέσεις του: αντανακλά τις πολεμικές συρράξεις και τις θρησκευτικές έριδες, τις οικονομικές συνθήκες και τις κοινωνικές διαφορές, αποτυπώνει τη διαδρομή των ιδεών και τις τάσεις στην τέχνη, για να καταλήξει στη δημιουργία της Ευρώπης των εθνικών γλωσσών και των νέων εθνικών λογοτεχνιών.
Στην αρχαιότητα οι σοφιστές είναι εκείνοι που συγκεντρώνουν στην Αθήνα όλη τη γνώση των φυσικών φιλοσόφων της Μικράς Ασίας και των Πυθαγορείων. «Το υλικό αυτό είναι βιβλιακού χαρακτήρα, είναι γραπτά κείμενα και είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι σε αυτή την αίσθηση της εγκυρότητας του γραπτού κειμένου στηρίχθηκαν και ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας στη συνέχεια για να κάνουν οποιαδήποτε κριτική».
Με τον Μέγα Αλέξανδρο το ελληνικό βιβλίο εκτοξεύεται σε όλη την Ανατολή, ενώ στα ρωμαϊκά χρόνια ακολουθεί μια εντυπωσιακή βιβλιοδιαδρομή που «ξεκινάει από το Βουθρωτό της Δυτικής Ελλάδας, από την περίφημη βίλα Αμάλθεια του Αττικού, όπου έχει στήσει ένα τεράστιο εργαστήρι με δούλους και διοχετεύει έργα της λατινικής και της ελληνικής γραμματείας ως την Αλεξάνδρεια».

Η μεγάλη ρήξη στη συνέχεια της ελληνορωμαϊκής παράδοσης έρχεται με την καθιέρωση της χριστιανικής παιδείας. Τον 5ο μ.Χ. αιώνα η ελληνική γλώσσα, πλέον ξεχασμένη, μιλιέται μόνο στην Κάτω Ιταλία. Οι σωζόμενοι κατάλογοι των βιβλιοθηκών, αξιόπιστοι οι περισσότεροι, όπως έχει αποδειχθεί, «μιλούν» για τα διαβάσματα κάθε εποχής και καταδεικνύουν τον χαρακτήρα της παιδείας της.
Στον Μεσαίωνα ανθεί το θρησκευτικό βιβλίο, αποτέλεσμα της σιωπηρής συμφωνίας Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας ότι η Αγία Γραφή περιλαμβάνει όλα όσα πρέπει να γνωρίζει ένας χριστιανός. «Δεν είναι μια οπισθοδρόμηση συνειδητή προς τη χριστιανική πίστη του Ιερού Αυγουστίνου ή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου» διευκρινίζει διαλύοντας έναν μύθο ο Κωνσταντίνος Σπ. Στάικος. «Κυρίως και πρωταρχικά έχουμε ένα ποίμνιο το οποίο ως επί το πλείστον είναι αγράμματο. Πιο εύκολα λοιπόν το προσεγγίζει κάποιος στην εκκλησία με πράγματα απλά και κατανοητά παρά με μηχανισμούς φιλοσοφικούς που χρειάστηκαν χίλια χρόνια για να εκφραστούν και να γίνουν κατανοητοί». Ταυτόχρονα συντάσσονται επιτομές για πολλά γνωστικά αντικείμενα της πρακτικής ζωής (ιατρική, βοτανολογία, πολεοδομία, αρχιτεκτονική κτλ.) δημιουργώντας μια νέα γραμματεία, χριστιανική και κοσμική, και κοινό παρονομαστή το απλό και κατανοητό ύφος.
Σημαντικές είναι οι αλλαγές κατεύθυνσης από τον 10ο αιώνα και εξής: η λατινική γλώσσα υποχωρεί - άλλωστε, στην πλειονότητά του το ποίμνιο της Δυτικής Εκκλησίας δεν γνωρίζει λατινικά - και την ίδια περίοδο εμφανίζεται μια νέα γραμματεία, οι μυθιστορίες.«Με αυτές γεννιέται μια νέα "βιβλιοθήκη", η οποία σημαίνει και την αρχή των εθνικών γλωσσών. Οι Γάλλοι γράφουν στα γαλλικά το "Roman de la rose", oι Γερμανοί το "Ασμα των Νιμπελούνγκεν", οι Αγγλοι τραγουδούν τα κατορθώματα του βασιλιά Αρθούρου. Αυτή η καινούργια λογοτεχνία κυκλοφορεί στους κύκλους των ηγεμόνων και των αυλικών τους και μεταφέρεται, ως ανάγνωσμα, στην οικογένεια».
Ουμανιστικές είναι οι βιβλιοθήκες της Αναγέννησης, μιας περιόδου με κύριο χαρακτηριστικό τη συστηματική εκμάθηση της ελληνικής. Ο Πετράρχης και ο Βοκκάκιος μαθαίνουν ελληνικά. Ο Κωνσταντινουπολίτης Μανουήλ Χρυσολωράς διδάσκει πρώτος το 1397 τα ελληνικά στη Φλωρεντία. Η διδασκαλία τους εξαπλώνεται σε όλη την Ιταλία, στη Γαλλία και στον Βορρά. Η δίψα για την απόκτηση ελληνικών βιβλίων για την υποστήριξη της διδασκαλίας έρχεται ως φυσικό επακόλουθο. Οργανώνονται βιβλιακές αποστολές στην Ανατολή για αναζήτηση κωδίκων, μεταφράζονται ελληνικά κείμενα, οι βιβλιοθήκες αναπτύσσονται με κέντρο την ελληνορωμαϊκή γραμματεία. «Μέσα από αυτή τη διαδικασία φτάνουν στη Δύση και γίνονται γνωστά κείμενα άγνωστα, ο Θουκυδίδης, τα "Πολιτικά" του Αριστοτέλη, ο Πλάτωνας».
Την εικόνα των βιβλιοθηκών αλλάζει καθοριστικά η χρήση της τυπογραφίας από τη δεκαετία του 1450 και μετά. Οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες εμπλουτίζονται σημαντικά με τα πολλαπλά αντίτυπα και σταδιακά διαμορφώνεται μια κοινή εκπαιδευτική βιβλιοθήκη, δίνοντας έτσι τέλος στις «βιβλιοταφικές» πρακτικές ορισμένων οι οποίοι καταχώνιαζαν χειρόγραφα στη βιβλιοθήκη τους για να μην τα μοιραστούν με τους άλλους.

Ρωμαϊκή λαμπρότητα, μεσαιωνική ταπεινότητα
Καρπός 12χρονης εργασίας, οι τόμοι, σε πανόδετη έκδοση με πλούσια έγχρωμη εικονογράφηση από σπάνιο αρχειακό υλικό και φωτογραφίες λαμπρών βιβλιοθηκών της Ευρώπης, έχουν ήδη κυκλοφορήσει στα αγγλικά από τις εκδόσεις Oak Knoll Press, ενώ ετοιμάζεται η μετάφρασή τους στα κινεζικά. Τον συγγραφέα όμως δεν τον ενδιαφέρει μόνο το περιεχόμενο των βιβλιοθηκών. Με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα, μελετά τα κτίρια στα οποία στεγάστηκαν οι συλλογές που εξετάζει.
«Οι Ρωμαίοι είχαν πρότυπο τις ελληνικές βιβλιοθήκες και, μολονότι δεν ίδρυσαν σχολές και πανεπιστημιακά κέντρα, διαμόρφωσαν μνημειώδεις βιβλιοθήκες δημόσιου χαρακτήρα, πάντοτε υπό την υψηλή επιστασία του αυτοκράτορα, ο οποίος επέλεγε ποιοι συγγραφείς έπρεπε να θησαυρίζονται» μας πληροφορεί.
Στην εποχή του Μεσαίωνα όλη η γνώση περνά στα χέρια της Εκκλησίας. Ο,τι απομένει από την ελληνορωμαϊκή παράδοση καταλήγει στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες. «Μολονότι οι ναοί έχουν περίλαμπρο διακοσμητικό χαρακτήρα και μολονότι το Ευαγγέλιο, βιβλίο λειτουργικό, είναι ιδιαίτερα πλουμιστό, οι βιβλιοθήκες του Μεσαίωνα αντιπροσωπεύονται από εντελώς ταπεινούς χώρους. Ισως οφειλόταν σε μια γενικότερη φιλοσοφία ταπεινότητας ή ίσως σχετιζόταν με τα αντιγραφικά κέντρα των μοναστηριών και τη φιλοσοφία της κλειστής "οικογένειας" που προσεγγίζει τη γνώση».
Αυτή η αντίληψη διατηρήθηκε και μετά το τέλος του Μεσαίωνα, στην κοσμική εποχή.«Κανένας ηγεμόνας ως τον 15ο αιώνα δεν έφτιαξε μια βιβλιοθήκη που να είναι αντίστοιχη τουλάχιστον της ρωμαϊκής παράδοσης ως προς τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της». Η ανατροπή γίνεται μετά τα μέσα της Αναγέννησης. Ο Μιχαήλ Αγγελος αναλαμβάνει τα σχέδια της βιβλιοθήκης των Μεδίκων στη Φλωρεντία και ο βιβλιακός πλούτος τείνει να στεγάζεται σε μεγαλοπρεπή κτίρια που συνδυάζουν αρμονικά τη χριστιανική με την παγανιστική αισθητική.


Ποιες ήταν οι βιβλιοθήκες-σταθμοί
  • Η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη, επιστημονικώς η πιο ολοκληρωμένη που έχει συγκροτηθεί σε σχέση με το βιβλιακό υλικό της εποχής της. Περιελάμβανε όλα τα βιβλία που κυκλοφορούσαν και, ακόμη πιο σημαντικό, τις προσωπικές σημειώσεις του Αριστοτέλη για πρόσωπα, πράγματα, τεχνικές και συμπεριφορές που δεν βασίζονταν στον γραπτό αλλά στον προφορικό λόγο, όπως όλη η πρωτογενής αναζήτηση σχετικά με τη συμπεριφορά φυτών και ζώων ανά είδη.
  • Η Βιβλιοθήκη των Πτολεμαίων, που ήταν έμπνευση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
  • Η πρώτη δημόσια βιβλιοθήκη της Ρώμης, που δημιούργησε το 42 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας.
  • Οι επτά βιβλιοθήκες που είχε ο Κικέρωνας σε κάθε του έπαυλη με βιβλιοθηκονόμους Ελληνες.
  • Η μοναστική βιβλιοθήκη που ιδρύει στο Βιβάριο της Σικελίας ο Κασσιόδωρος, αριστοκράτης της Υστερης Ρωμαϊκής εποχής, με όραμα να διατηρήσει την κλασική εκπαίδευση.
  • Η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη που οραματίστηκε ο Θεμίστιος, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του Κωνστάντιου Β' (337-361 μ.Χ.), για τη διάσωση της ελληνορωμαϊκής παράδοσης.
  • Η βιβλιοθήκη του Φωτίου, που συμβολίζει τις απαρχές του βυζαντινού ουμανισμού.
  • Η βιβλιοθήκη της Αγίας Εδρας στην Αβινιόν.
  • Η βιβλιοθήκη του Εράσμου.
  • Οι πλούσιες ηγεμονικές βιβλιοθήκες που συγκρότησαν ο Ματίας Κορβίνους στη Βουδαπέστη, οι Μέδικοι στη Φλωρεντία και ο μέγας φιλόβιβλος καρδινάλιος Βησσαρίων, ο οποίος δώρισε τη βιβλιοθήκη του στη Βενετική Γερουσία, αυτή που αποτελεί τον πυρήνα της σημερινής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης.