Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Δύο λόγια για τους νέους σε αυτές τις εκλογές - Δημοκρατική Αριστερά




Θέλω να απευθυνθώ ιδιαίτερα στους νέους, στις κοπέλες και τα αγόρια, στους  εικοσάρηδες και τους τριαντάρηδες. Δε θα σας προσβάλλω με ΘΑ, με υποσχέσεις και κούφια λόγια. Δεν το έκανα ποτέ –δε θα το κάνω τώρα, την ώρα μάλιστα της πιο βαθειάς κρίσης.
Είμαστε ένα νέο κόμμα, μόλις δύο χρόνων , αλλά όλοι έχουμε τη διαδρομή μας, όλοι έχουμε την ιστορία μας και τις ευθύνες μας.  Το ξέρετε πολύ καλά  ότι έχουμε τις λιγότερες ευθύνες. Αλλά νοιώθω υποχρέωσή μου κάποιος να  ζητήσει έστω μια  συγγνώμη από κάθε νέο και νέα.
Να πει συγγνώμη,
που  δούλεψες σκληρά από τα δεκαπέντε σου για να μπεις σε μια Σχολή η και  στο Πανεπιστήμιο, που «τα είδες όλα»  για να μπορέσεις να κάνεις μάθημα και να πάρεις το πτυχίο.
Να πει συγγνώμη που το πτυχίο δεν αντιπροσωπεύει ούτε τους κόπους σου ούτε τις προσδοκίες σου.
Να πει συγγνώμη γιατί σε καθήλωσαν στην ανεργία.
Να πει μια συγγνώμη, για το μεροκάματο και το μισθό ντροπής που παίρνετε, όσοι μπορείτε να εργάζεσθε.
 Όμως, φίλες και φίλοι, παρόλα αυτά, εσείς,  οι νέοι της Ελλάδας, είσαστε η πιο σημαντική, η πιο μορφωμένη γενιά που είχε ποτέ η πατρίδα μας.
Γι’ αυτό και πριν την κρίση, πανεπιστήμια και εταιρείες από όλο τον κόσμο, είχαν πάντα στραμμένο το βλέμμα τους εδώ, στην Ελλάδα, για ν’ αρπάξουν τα καλύτερα μυαλά. Έτσι, στη SiliconValley, στο Μ.Ι.Τ. της Μασαχουσέτης, στη Μέκκα της σύγχρονης τεχνολογίας,  δεν  υπάρχει εταιρεία που να μην έχει ένα τουλάχιστον Έλληνα, ενώ υπάρχουν, εκεί στο εξωτερικό, ελληνικές εταιρείες που μπόρεσαν εκεί να βρουν   τα κεφάλαια, τις ευκαιρίες και την  εμπιστοσύνη, που εδώ, οι αρμόδιοι τους αρνήθηκαν.
Τώρα με την κρίση, όχι μόνον οι ξένοι βλέπουν κατά δώ, αλλά και οι δικοί μας νέοι στρέφονται προς τα έξω.
Κάθε νέος που φεύγει, αφήνει μια ανοιχτή πληγή στο σώμα της πατρίδας μας. Ζήσαμε πολλά κύματα μετανάστευσης στην πρόσφατη ιστορία μας. Πάντα έφευγαν οι καλύτεροι, οι πιο άξιοι, εκείνοι και εκείνες που ένοιωθαν να μη τους χωράει ο τόπος.
Κάποιος πρέπει να πεί Συγγνώμη,
που τον τόπο σου, την κοινωνία μας, τον μίκρυναν τόσο πολύ, που νοιώθεις να μη χωράς.
Όμως μείνε εδώ! Μείνε μαζί μας! Πάλεψε να τα αλλάξουμε όλα. Να φέρουμε τα πάνω κάτω. Να ταρακουνήσουμε το σύστημα, το κλειστό στους νέους, για να ανοίξουμε νέους ορίζοντες. Να φτιάξουμε την Ελλάδα από την αρχή, παντού! Στις δουλειές , στην Εκπαίδευση , στις επιχειρήσεις,  στο Ιντερνετ, στον πολιτισμό, στην έρευνα και  την καινοτομία, στον τουρισμό, στην ύπαιθρο, στο εμπόριο.
Μείνετε εδώ !
Η Ελλάδα κάτι σας χρωστάει.
Μείνετε εδώ να σας το δώσει πίσω.
Μείνετε εδώ να  πάρετε τη σκυτάλη!
Έχετε δικαίωμα στην Ελπίδα! Η ελπίδα της νέας γυναίκας, η ελπίδα του νέου άντρα είναι το οξυγόνο κάθε κοινωνίας, είναι  το βλέμμα όλων μας πρός το αύριο.
Δε θα αφήσουμε την ελπίδα να σβήσει.
Δε θα  αφήσουμε την κοινωνία χωρίς ανάσα.
Η Ελλάδα, η Δημοκρατία, η Αριστερά, σας έχουμε  ανάγκη. Θέλουμε το θάρρος σας, θέλουμε τις ιδέες σας, το κέφι και το χαμόγελό σας και, να το πώ κι αλλιώς, έχουμε ανάγκη από  τη δύναμή σας και το θυμό σας.

Φώτης Κουβέλης 13/6/2012

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Χωρίς συνοχή και πρόγραμμα ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 11/6/2012)


Σε λίγες μέρες πηγαίνουμε στις κάλπες για δεύτερη φορά εν μέσω της μεγαλύτερης κρίσης με την Ελλάδα συνεχώς στο χείλος του γκρεμού. Καλούμαστε να επιλέξουμε πρωθυπουργό, κόμμα ή κόμματα που θα στελεχώσουν την κυβέρνηση. Κυβέρνηση που έχει το δυσκολότερο έργο να φέρει σε πέρας.
Στο σημείο αυτό όμως ας εξετάσουμε τα δύο κόμματα που διεκδικούν με αξιώσεις την πρωτιά και άρα την πρωτοβουλία ενεργειών για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ας εξετάσουμε τη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Να εξετάσουμε όμως αυτά τα δύο κόμματα με κριτήρια πιο γενικά. Με κριτήρια που να υπερβαίνουν τη συγκυρία, την κρίση, το μνημόνιο.
Τα δύο αυτά κόμματα δεν έχουν συγκροτημένο πρόγραμμα για όλα τα ζητήματα διακυβέρνησης και είναι ανομοιογενή στο εσωτερικό τους.. Επικεντρώνουν μόνο στο ζήτημα της οικονομίας και τοποθετούνται σε σχέση με τα προβλεπόμενα από το Μνημόνιο. Δεν παίρνουν θέση για τα υπόλοιπα ζητήματα. Δεν εμφάνισαν συγκροτημένο σχέδιο μεταρρυθμίσεων με συνοχή, με όραμα, με λεπτομέρεια, με στόχους. Στα προγράμματά τους κυριαρχεί ο συνθηματικός λόγος, ο διακηρυκτικός λόγος, γενικεύσεις, ιδεοληψίες και ξεπερασμένες προσεγγίσεις ασύμβατες με την οικονομική πραγματικότητα.
Η Νέα Δημοκρατία με τις προσθήκες στελεχών από τον ΛΑΟΣ, με επαναφορά σε πρώτο πλάνο ανθρώπων που καταδικάστηκαν, που ενεπλάκησαν σε σκάνδαλα, που μέχρι πριν 3 χρόνια βρίσκονταν στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο από την μία και με την προσχώρηση της Ντόρας Μπακογιάννη και στελεχών της ΔΗΣΥ με απόψεις στον αντίποδα των πρώτων από την άλλη, δεν αποπνέει καμία σιγουριά. Ο προγραμματικός λόγος με συνοχή καθίσταται όνειρο απατηλό καθώς η ατζέντα όλων αυτών δεν συμπίπτει πουθενά. Ακόμη και αν δεχτούμε πως στα οικονομικά ζητήματα υπάρχει τρόπος συνεννόησης, ακόμη και αν δεχτούμε πως ελάχιστος κοινός παρονομαστής αυτών είναι η παραμονή στην ευρωζώνη στα υπόλοιπα ζητήματα μια διακυβέρνησης τους χωρίζει άβυσσος.
Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα μέχρι χτες κόμμα διαμαρτυρίας εγγενώς πολυτασικό έχει προσεγγίσει την υπόθεση της διακυβέρνησης με εντελώς ρηχούς όρους. Η παραδοχή στελεχών τους πως δεν είχαν προχωρήσει σε απαραίτητες επεξεργασίες μέχρι πριν από λίγες μέρες το αποδεικνύει. Το πρόγραμμα που παρουσίασε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ευχολόγιο στα ζητήματα κοινωνικού κράτους και κάπως ξεπερασμένο στις γενικότερες οικονομικές προσεγγίσεις. Η επιτυχία του οφείλεται στην ξεκάθαρη και απλή θέση του και τοποθέτησή του απέναντι στο Μνημόνιο. Αποκρύπτει όμως πως ακόμη και χωρίς αυτό το Μνημόνιο η χώρα χρειάζεται ένα σαφές στοχευμένο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα και προσαρμογή των δημοσιονομικών μεγεθών, το οποίο σίγουρα δεν μπορεί να είναι ευχάριστο προς όλους. Αν είναι ευχάριστο για όλους τότε δεν θα είναι σοβαρό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.
Το πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ του 2009 όντας πληρέστερο, με περισσότερο χρόνο προετοιμασίας, από ένα κόμμα τότε που είχε μεν διαφορετικές προσεγγίσεις αλλά συγκριτικά με τη σημερινή Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολύ πιο ομοιογενές, δεν κατέστη εφικτό να εφαρμοστεί. Μιλάμε για ένα πρόγραμμα που είχε σαφές μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο, όχι τόσο τολμηρό όσο απαιτούσε η περίσταση που προέτασσε όμως την ανάγκη ανασυγκρότησης του κράτους. Η σύγκριση είναι λοιπόν μοιραία. Αν εκείνο το ΠΑΣΟΚ, με πολύ πιο επεξεργασμένο πρόγραμμα, με σαφώς μεγαλύτερη συνοχή και εμπειρία στην διαχείριση της εξουσίας δεν τα κατάφερε, τι θα συμβεί σήμερα;
Είναι λοιπόν παραδοχή πάνδημη πως τα δύο κόμματα που διεκδικούν σήμερα τη νίκη στις εκλογές δεν είναι ικανά να διαχειριστούν την υπόθεση μόνα τους, καθώς οι αδυναμίες του είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Απέναντι σε αυτή την πρωτοφανή κρίση τοποθετούνται με μία ρηχότητα. Στο ερώτημα εάν θέλουμε ευρώ ή δραχμή η απάντηση είναι ευρώ. Παρακάτω όμως; Πώς, με ποιον τρόπο; Με ποιες πολιτικές; Στο ερώτημα με ή χωρίς Μνημόνιο η απάντηση είναι χωρίς αυτό το Μνημόνιο. Αλλά ας αναλογιστούμε. Γίνεται χωρίς αλλαγές, μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική προσαρμογή να προχωρήσει ή χώρα; Αντί λοιπόν να υπάρξει ένα προτεινόμενο σχέδιο με εναλλακτικές, με ενδιάμεσους αλλά και στρατηγικούς στόχους παρατηρούμε ένα πλεόνασμα βολονταρισμού που δεν πατά όμως σε σταθερό έδαφος.