Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας;

Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας χωρίς αναφορά στον κόσμο της εργασίας; Αναφορά πολιτική, οργανωτική, κοινωνική - τολμώ να πω και πολιτιστική. Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας που δεν θα προστατεύει στοιχειωδώς τα δημόσια αγαθά; Με ποιόν τρόπο και ποίο πρόγραμμα είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης. Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας χωρίς να νοιάζεται για ανέργους; Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας χωρίς να ενδιαφέρεται για την διαγενεακή ανισότητα και χωρίς να προσπαθεί να αποκαταστήσει μια σχετική δικαιοσύνη; Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα που δεν έχει στην ατζέντα του την έννοια της μεταρρύθμισης; Μεταρρύθμιση προοδευτική που θα ευνοεί κάποιους έναντι κάποιων άλλων. Όχι μεταρρύθμιση θεωρητικά ουδέτερη και απλά τεχνοκρατική. Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας χωρίς σχέδιο που να υπηρετεί την κοινωνική κινητικότητα τουλάχιστον ως ισότητα ευκαιριών; Μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας που να μην στοχεύει στον εξορθολογισμό των δομών και της κατανομής των πόρων;

Η απάντηση είναι πως όχι. Δεν μπορεί να υπάρξει κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας που δεν απαντά σε αυτές τις προκλήσεις. Όμως για να μην μείνουν αυτές οι προκλήσεις ένα απλό ευχολόγιο θα πρέπει να εξετάσουμε εάν μπορούν να υλοποιηθούν ταυτόχρονα. Εάν δηλαδή είναι συμβατές ή αντιτιθέμενες στρατηγικές. Εάν είναι ρεαλιστικές σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον με συγκεκριμένα μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά. Εάν είναι ρεαλιστικές για την περίπτωση της Ελλάδας, μιας χώρας με ιδιαιτερότητες και προβλήματα. Ιδιαιτερότητες που πηγάζουν από την ιστορική και πολιτική της διαδρομή και προβλήματα που σχετίζονται με την θέση της στην ευρωζώνη και στην περιφέρεια της Ε.Ε

Στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα παρατηρείται πολυδιάσπαση. ΠΑ.ΣΟ.Κ , ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ , Δημοκρατική Αριστερά, Οικολόγοι Πράσινοι, Κοινωνική Συμφωνία. Υπάρχουν τόσες διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις που να δικαιολογούν αυτόν τον πολυκερματισμό; Μια πρώτη απάντηση είναι πως όχι. Δεν υπάρχουν τόσες πολλές διαφοροποιημένες στρατηγικές σε σχέση με τα ανωτέρω, σε σχέση με τα ζητούμενα. Η πολυδιάσπαση είναι μάλλον προϊόν της συγκυρίας, του ενεργού πολιτικού προσωπικού που δραστηριοποιείται στο χώρο και της συνολικής κατάρρευσης του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος.

Υπάρχουν κάποιες σταθερές που θα ευνοήσουν τη συγκρότηση ενός φορέα της κεντροαριστεράς με πλειοψηφικές βλέψεις; Εκτιμώ πως υπάρχουν αλλά αυτή τη στιγμή είναι δύσκολο να οδηγήσουν άμεσα σε αυτό το αποτέλεσμα. Είναι δύσκολο καθώς είναι νωπές οι μνήμες, πρόσφατες οι αμφιλεγόμενες πολιτικές επιλογές και ο κομματικός ανταγωνισμός ισχυρός. Μία πρώτη σταθερά είναι η προσήλωση στην ευρωπαϊκή ιδέα. Όλοι οι παίκτες στην κεντροαριστερά, διακηρυκτικά τουλάχιστον, τάσσονται υπέρ της παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη και υπέρ μιας ευρωπαϊκής πορείας της χώρας. Αυτή η στρατηγική επιλογή δεν φαίνεται να αμφισβητείται από κανέναν. Κάποιες συνιστώσες του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ με διαφορετική οπτική εκτιμώ ότι θα υποχωρήσουν κατά τη διάρκεια μιας συστημικής στροφής του ενιαίου πλέον ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ.

Μια ακόμη σταθερά είναι η ανάγκη αλλαγών. Σε αυτό δεν υπάρχει ταύτιση απόψεων για το εύρος των αλλαγών και πολλές φορές για την κατεύθυνση αλλά παρόλα αυτά παρατηρείται μια συναντίληψη πως στη χώρα πρέπει να αλλάξουν πολλά. Εκτιμώ πως οι αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, στις δομές του κράτους είναι πεδία συμφωνίας. Και για να μην παρεξηγηθώ - συμφωνία για την ανάγκη αλλαγών και όχι απαραίτητα για την κατεύθυνση αυτών. Αν και για την κατεύθυνση των αλλαγών αυτών εκτιμώ πως δεν χωρίζει τα κόμματα της κεντροαριστεράς άβυσσος, αλλά αυτό θα φανεί μελλοντικά.

Θα αναρωτηθεί κανείς διαβάζοντας τα ανωτέρω προς τι ο κομματικός ανταγωνισμός τότε. Για ποιο λόγο επικρατούν υψηλοί τόνοι αντιπαράθεσης; Γιατί δεν επιδιώκονται προεκλογικές συνεννοήσεις; Η απάντηση είναι ο χρόνος. Δεν υπάρχει χρόνος αρκετός. Στα χρόνια του μεταπολιτευτικού δικομματισμού δεν υπήρχε ανάγκη συνεργασιών. Οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις λόγω και  εκλογικού νόμου,  κατέστησαν την κουλτούρα των συνεργασιών εξωτικό φρούτο για την Ελλάδα. Τώρα που αυτό το μοντέλο έπαψε να λειτουργεί άνοιξε μετ' επιτάσεως η ανάλογη κουβέντα, αλλά χωρίς επαρκή χρονικά περιθώρια. Επίσης σε ότι αφορά το χώρο της κεντροαριστεράς η ηγεμονία του ΠΑ.ΣΟ.Κ και η κεντρικότητά του στο πολιτικό σύστημα δεν επέτρεψε την αυτόνομη εξέλιξη ιδεολογικών ρευμάτων. Αυτός ο ιδιότυπος κορπορατισμός του ΠΑ.ΣΟ.Κ καθιστούσε πεδίο μάχης το εσωτερικό του κόμματος και διακύβευμα όχι μόνο την ιδεολογικοπολιτική ηγεμονία αλλά και την ίδια την εξουσία. Τα υπόλοιπα κόμματα περιορίζονταν. Περιορίζονταν κοινωνικά , πολιτικά και δεν δομούνταν γύρω από προτάσεις εξουσίας ή δεν δομούσαν προτάσεις εξουσίας. Σήμερα η ''μάχη'' που δίνεται έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά της μελλοντικής κεντροαριστεράς στην Ελλάδα. Θα είναι μια κεντροαριστερά αριστερόστροφη, κινηματική, κρατικιστική, λαϊκή, φιλελεύθερη, άνευρη, ριζοσπαστική ; Η απάντηση θα αρχίσει να σχηματοποιείται αναλόγως των εξελίξεων και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Επίσης ένα υπαρκτό σενάριο για τη χώρα ίσως είναι μια κυβέρνηση κεντροαριστερής συνεργασίας - απείρως προτιμότερη από πιθανή κυβέρνηση Δεξιάς.

Βέβαια το σημαντικό είναι να εξετάσουμε την δυνατότητα υλοποίησης των στρατηγικών επιλογών  που παρατέθηκαν στην αρχή του κειμένου από μια κεντροαριστερή πλειοψηφία. Να εξετάσουμε εάν αυτές είναι συμβατές ή αντικρουόμενες. Εκτιμώ πως αυτές οι επιλογές όχι μόνο δεν είναι αντικρουόμενες αλλά αντίθετα είναι αλληλοσυμπληρούμενες. Είναι δημόσιες πολιτικές που συγκροτούν ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα διακυβέρνησης που είναι ταυτόχρονα και ρεαλιστικό και προοδευτικό.

Μία πολιτική πρόταση, ένα πολιτικό σχέδιο που θα υπηρετεί την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με αλλαγή αναπτυξιακού μοντέλου πρέπει να έχει σύμμαχο τον κόσμο της εργασίας αλλά και τους ανέργους, καθώς για τους δεύτερους οφείλει να δώσει διέξοδο. Αυτό το σχέδιο για να εφαρμοστεί θα χρειαστούν μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις που εμφανώς θα ευνοούν υπαρκτές κοινωνικές δυνάμεις. Μεταρρυθμίσεις που θα έχουν την συναίνεση μιας κρίσιμης μερίδας του πληθυσμού αλλά και του εκλογικού σώματος. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει επίσης να είναι συμβατό με τις διεθνείς συνθήκες. Να επανεντάσσει τη χώρα στο παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Να αξιοποιεί τα όποια πλεονεκτήματά της. Να μην αμφισβητεί την καταστατική θέση της χώρας στις δυτικές δομές αλλά από την άλλη να μην θυσιάζει άσκοπα τις όποιες δυνατότητες για αυτήν την παράμετρο.

Το σχέδιο αυτό επίσης θα πρέπει να ανατρέπει την διαγενεακή ανισότητα, να ανατρέπει το ηλικιακό γκρίζο status quo υπέρ της νέας γενιάς. Μια νέα συμφωνία γενεών όπου ο νέος θα μπορεί να εργαστεί ώστε και ο συνταξιούχος να μπορεί να λαμβάνει. Μια συμφωνία όπου ο νέος θα συνεισφέρει στην παραγωγική διαδικασία με την ορμή του, τις γνώσεις του, την όρεξή του, τις παραστάσεις του τα στοιχεία εκείνα που θα κάνουν τη διαφορά.

Τέλος το σχέδιο αυτό προϋποθέτει αλλά και καταλήγει ( είναι αντιφατικό αυτό) στον εξορθολογισμό των δομών του κράτους και της διαχείρισης των πόρων. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο καθώς η συγκυρία είναι η δυσκολότερη. Η σπάνη των πόρων και η κατάσταση του κρατικού μηχανισμού  διαμορφώνουν ένα πλαίσιο ιδιαίτερα δύσκολο. Η δυσκολία όμως της συγκυρίας είναι αυτή που πρέπει να οδηγήσει στον ξεκάθαρο στόχο της αναγκαιότητας του εξορθολογισμού. Είναι αυτό που λέμε στις παρέες ότι δεν πάει άλλο, κάτι πρέπει να αλλάξει.

Επειδή λοιπόν η κατάσταση είναι ρευστή το συμπέρασμα που προκύπτει είναι η αναγκαιότητα χαμηλών τόνων. Ας δοθεί η μάχη των επιχειρημάτων, εκλογές έχουμε. Αλλά ας αποφευχθούν οι δαιμονοποιήσεις, οι αφορισμοί και οι χοντροκομμένες επιθέσεις. Στην Ελλάδα είμαστε λίγοι και μπορεί να τα φέρει ο καιρός να συνεργαστούμε πάνω σε σχέδια σύνθετα. Σε σχέδια- συνισταμένες πολλών συνιστωσών για χάρη της κεντροαριστεράς και της χώρας....






Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Εκλογές μέρος δεύτερο ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 21/5/2012)


Εκλογές και πάλι. Το σκηνικό εντελώς διαφορετικό μετά τον σεισμό της 6ης Μαΐου. Η κατάρρευση του δικομματισμού δημιουργεί ένα νέο σκηνικό. Εάν το νέο αυτό σκηνικό θα αποκτήσει  χαρακτηριστικά ενός νέου δικομματισμού, ανανεωμένου ως προς τους παίκτες αλλά παρόμοιου με τον προηγούμενο ή θα εξελιχθεί σε έναν νέο διπολισμό με σημαντικές διαφορές είναι ζητούμενο και άγνωστο προς στιγμή.
Η τροπή των πραγμάτων θα καθοριστεί από τις κινήσεις των κομμάτων, τα επιχειρήματά τους, τις προεκλογικές του καμπάνιες. Αν για παράδειγμα ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέξει μια σταδιακή συστημική στροφή προς πιο μετριοπαθείς θέσεις και κινηθεί συμβατικά προς το χώρο του κέντρου τότε ενισχύεται το σενάριο ενός νέου  κεντρομόλου δικομματισμού. Εάν εμμείνει σε πιο ριζοσπαστικές θέσεις – ιδιαίτερα στο κεντρικό και κομβικό ζήτημα του μνημονίου- ίσως οδηγηθούμε σε έναν διπολισμό. Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία. Εάν επιλέξει να κινηθεί προς την ανασύνθεση της κεντροδεξιάς θα ενισχύσει το σενάριο του δικομματισμού. Μέχρι στιγμής η προσπάθεια σύμπηξης μετώπου υπευθυνότητας υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας και υπέρ του ευρώ έχει λάβει χαρακτηριστικά μετεμφυλιακής δεξιάς, που αναιρούν  χαρακτήρα αυτό και ωθούν τα πράγματα προς έναν διπολισμό. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος να συνθλιβεί σε ένα διπολικό σκηνικό ή να αντικατασταθεί από το ΣΥΡΙΖΑ σε ένα νέο δικομματισμό. Η Δημοκρατική Αριστερά έχει συγκεκριμένη προοπτική. Εάν ξεπεράσει τον εαυτό της μπορεί να διεκδικήσει την εκπροσώπηση του ρεύματος της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς που για την ώρα είναι άστεγο. Να μετατραπεί σε μια δύναμη ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας.
Οι εκλογές στην Ελλάδα από την άλλη δεν κρίνονται μόνο στο εσωτερικό πεδίο. Η σύμφυση εθνικών και υπερεθνικών αιτιών, αποτελεσμάτων και παραγόντων μοιραία τις μετατρέπει σε κομβικής σημασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να αλλάζει μερικώς. Η εκλογή  του Φρανσουά Ολάντ και η συμπόρευσή του με τον Μπάρακ Ομπάμα δημιουργούν ελπίδες για αλλαγή της γερμανικής προσέγγισης στο ζήτημα της ευρωζώνης. Τα μηνύματα που φτάνουν στο ελληνικό εκλογικό σώμα δεν είναι ξεκάθαρα. Υπάρχουν φωνές που τα μεταφράζουν ως απειλές ή ως ευγενικές παροτρύνσεις. Άλλοι από την άλλη θεωρούν πως η έξοδος της Ελλάδας από το Ευρώ είναι καταστροφική επιλογή για όλους, καθώς έχει μεγάλο κόστος και θέτει σε κίνδυνο όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, δίνοντας έτσι μια αίσθηση διαβεβαίωσης χειραφετητική. Άρα μέχρι στιγμής το αποτέλεσμα των εκλογών παρά το γεγονός πως επηρεάζεται και επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως θα κριθεί καθοριστικά από εξωχώριους παράγοντες.
Η παραμονή της χώρας εντός ευρωζώνης εκτιμώ πως είναι κοινός τόπος όλων των πολιτικών δυνάμεων που φιλοδοξούν να διαδραματίσουν ρόλο. Το γεγονός αυτό είναι μεταφέρει τον ανταγωνισμό στο πεδίο των όρων παραμονής- δηλαδή στους όρους του μνημονίου. Η διακινδύνευση της θέσης της χώρας στην ευρωζώνη θα εξοβέλιζε από τον πολιτικό χάρτη την πολική δύναμη που θα την προκαλούσε. Εάν θεωρήσουμε δεδομένη την θέση υπέρ της παραμονής στην ευρωζώνη και αυθεντική την διαβεβαίωση των κομμάτων τότε το αποτέλεσμα θα κριθεί στο κατά πόσο ένα κόμμα πείσει πως θα διαπραγματευθεί σκληρά υπέρ της βελτίωσης των όρων. Αν το ερώτημα τεθεί έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πλεονέκτημα. Εάν αντίθετα τεθεί ζήτημα παραμονής στη ευρωζώνη τότε ο ΣΥΡΙΖΑ θα μειονεκτεί έναντι των αντιπάλων του.
Την ηγεμονία θα αποκτήσει εκείνος που θα θέσει το ερώτημα. Η ονοματοδοσία των πιθανών εκδοχών και του διακυβεύματος θα δώσει των νικητή των εκλογών.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Θολό μετεκλογικό τοπίο ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 14/5/2012)


Οι εκλογές έγιναν και το αποτέλεσμα αυτών ήταν ανατρεπτικό. Όχι πως δεν αναμένονταν η καθίζηση του δικομματισμού, αλλά η ανατροπή του ήταν όντως αναπάντεχη. Η άνοδος του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ και η ελεύθερη πτώση του ΠΑ.ΣΟ.Κ έφεραν ανατροπές. Για κάθε κόμμα το αποτέλεσμα των εκλογών έχει σημασία. Πρέπει να αναλυθεί σε βάθος και να μελετηθεί.

Συνοπτικά θα λέγαμε πως ΠΑ.ΣΟ.Κ, Νέα Δημοκρατία και Κ.Κ.Ε είναι οι χαμένοι της εκλογικής αυτής μάχης. Κάθε κόμμα οφείλει να δει τα λάθη του. Λάθη στρατηγικής, προσώπων, διαδικασιών, απόψεων και εκτιμήσεων είναι οι παράγοντες που διαμόρφωσαν το αρνητικό για αυτά αποτέλεσμα. Όμως αυτές οι αναλύσεις θα γίνουν σε δεύτερο χρόνο καθώς τη στιγμή που γράφεται το άρθρο δεν έχει γνωστοποιηθεί η συμφωνία για κυβέρνηση συνεργασίας των κομμάτων.

Ας δούμε ψύχραιμα ποια είναι τα αιτήματα του εκλογικού σώματος με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα. Δύο είναι οι άξονες. Πρώτον η παραμονή στο ευρώ και δεύτερον η αλλαγή του μνημονίου. Το ζήτημα που προκύπτει είναι ποιος μπορεί να υπηρετήσει αυτόν τον στόχο πειστικά και βέβαια αν αυτοί οι δύο άξονες είναι συμβατοί μεταξύ τους.

Η παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη δεν αμφισβητείται σχεδόν από καμιά πολιτική δύναμη που διακηρυκτικά έστω ενδιαφέρεται για το ζήτημα της διακυβέρνησης. Μένει να εξεταστεί η δυνατότητα διαφοροποίησης του μνημονίου. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ φαίνεται να είναι πιο κοντά στους όρους του μνημονίου και να αναγνωρίζει τα περιορισμένα περιθώρια, παρόλα αυτά σεβόμενο το αποτέλεσμα των εκλογών δηλώνει πως συντάσσεται στην προσπάθεια αλλαγής του. Η Νέα Δημοκρατία κατά το πρόσφατο παρελθόν έκανε λόγο για επαναδιαπραγμάτευση αν και κατά την προεκλογική περίοδο δεν επανέφερε τον όρο σε πρώτο πλάνο. Η Δημοκρατική Αριστερά κάνει λόγο για σταδιακή απαγκίστρωση από το μνημόνιο με έξι βασικές τροποποιήσεις που προτείνει στο υπάρχον πλαίσιο. Ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ προεκλογικά έκανε λόγο για καταγγελία του μνημονίου αλλά μετά το θετικό για αυτόν αποτέλεσμα, που τον επιφορτίζει με κάποιες ευθύνες παραπάνω, φαίνεται να κάνει μια στροφή και να μιλά για επαναδιαπραγμάτευση ή συνολική επανεξέταση του μνημονίου.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι πως το εκλογικό αποτέλεσμα ενώ δημιουργεί  συνθήκες πολιτικής πόλωσης στον κομματικό ανταγωνισμό εντούτοις οδηγεί σε παρεμφερείς θέσεις στο κεντρικό ζήτημα. Άρα οι εξελίξεις θα κριθούν από τις διαβαθμίσεις στο λόγο των κομμάτων, από την αξιοπιστία των προσώπων και ενδεχομένως από τον προγραμματική πρόταση των κομμάτων σε περίπτωση που οδηγηθούμε σε εκλογές. Διότι σε περίπτωση εκλογών τον Ιούνη δεν υπάρχει χώρος ούτε για αυτοδυναμίες, ούτε για μονομερείς καταγγελίες μνημονίων. Θα πρέπει να ειπωθούν όλα με ακρίβεια. Καλός ο βολονταρισμός αλλά εδώ τα ζητήματα της οικονομίας είναι σε οριακό σημείο.

Δεύτερο συμπέρασμα είναι πως κάτι πρέπει να αλλάξει γενικότερα. Η πολιτικοποίηση του ελληνικού ζητήματος στην ΕΕ είναι κατά την εκτίμησή μου θετικό γεγονός. Η χώρα οπωσδήποτε χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονισμό δομών και δημοσιονομική προσαρμογή αλλά τα χρονικά περιθώρια που έδινε το μνημόνιο καθώς και η ανελαστικότητα των στόχων έκαναν την προσπάθεια αδύνατη και απλά οδυνηρή.

Τρίτο συμπέρασμα είναι πως ο ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ είναι ο κερδισμένος αυτών των εκλογών και έχει το ρεύμα μαζί του. Μέχρι στιγμής φαίνεται αδιάλλακτος σε οποιαδήποτε πρόταση συμμετοχής σε κυβέρνηση συνεργασίας. Είναι μία λογική τακτική κίνηση αλλά και παράτολμη. Φάνηκε πως δεν ήταν έτοιμος για το αποτέλεσμα και είναι γεγονός πως δεν έχει ομοιογένεια και συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης. Επιδιώκει τις εκλογές με στόχο την πρωτιά αλλά και τον απαραίτητο χρόνο για μία συστημική στροφή. Στροφή που δεν μπορεί να γίνει πριν τις εκλογές καθώς θα πλήξει την αξιοπιστία του. Φαίνεται όμως αυτό να μην απασχολεί σε αυτή τη φάση το εκλογικό σώμα που του δίνει τον πρώτο λόγο.