Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

Στο δρόμο για τις εκλογές ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 23/4/2012)


Λίγες μέρες πριν τις εκλογές και τα δύο κόμματα εξουσίας κινούνται για διαφορετικούς λόγους αναιμικά. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις παρουσίασαν ένα ρευστό πολιτικό σκηνικό. Οι προεκλογική δραστηριότητα μέχρι τώρα είναι μουντή, άχρωμη.
Ο νέος αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ διαπράττει ένα στρατηγικό σφάλμα κατά την άποψή μου. Αγνοώντας τη φύση του κόμματος του οποίου ηγείται, εμφανίζει ένα συστημικό προφίλ και επικεντρώνει στο ζήτημα της διαχειριστικής ικανότητας. Παραβλέπει πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ είχε πάντα διττό χαρακτήρα. Ήταν συστημικό αλλά ταυτόχρονα εγκόλπωνε και την επαγγελία της αλλαγής. Εξάλλου μόνο το διαχειριστικό επίπεδο δεν είναι επαρκές πεδίο για το ΠΑ.ΣΟ.Κ και τον Ευάγγελο Βενιζέλο, μιας και μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος θεωρεί πως δεν έχει να επιδείξει σημαντικό αποτέλεσμα. Επίσης μέχρι στιγμής σε αυτόν τον προεκλογικό αγώνα δεν παρουσιάζει μια υποτυπώδη εναλλακτική ή συμπληρωματική πρόταση σε σχέση με το μνημόνιο, γεγονός που δεν δικαιολογεί αναφορές σε εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης.
Το ερώτημα βέβαια που τίθεται είναι εάν μπορεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ να υποστηρίξει μια επιθετική καμπάνια που θα προβάλει στόχους, διλλήματα και εναλλακτικές προτάσεις δεδομένης της συγκυρίας αλλά και των διαθέσεων του εκλογικού σώματος. Εκτιμώ ότι ο Ευάγγελος Βενιζέλος μπορεί να το κάνει και πως το ΠΑ.ΣΟ.Κ υπό προϋποθέσεις μπορεί να το υποστηρίξει. Δεν αναμένονται θαύματα μιας και το προφίλ του προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι συστημικό και το ΠΑ.ΣΟ.Κ στο κομματικό περιθώριο, αλλά θεωρώ αδιανόητη στρατηγική επιλογή να φτάσει μέχρι τις εκλογές ζητώντας συγνώμη, μιλώντας μόνο εντός του πλαισίου που επιβάλει το μνημόνιο και σείοντας τον φόβο της ακυβερνησίας. Το ακροατήριο του ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν ήταν νοικοκυραίοι.
Στο άλλο κόμμα εξουσίας η κατάσταση είναι δύσκολη. Το αρχικό στρατηγικό λάθος του Αντώνη Σαμαρά, να καταψηφίσει το πρώτο μνημόνιο δεν διορθώνεται με κανέναν τρόπο και μάλιστα τόσο αργά. Νομιμοποίησε και πολλαπλασίασε την αμφισβήτηση αυτής της επιλογής στο κοινωνικό επίπεδο με αποτέλεσμα όταν αναγκάστηκε να συρθεί σε συγκυβέρνηση να αδυνατεί ο ίδιος να ελέγξει την δυναμική που πυροδότησε. Εκτιμώ πως αντιλήφθηκε αυτό το στρατηγικό σφάλμα και προσπάθησε να το διορθώσει. Επιτέθηκε στην Αριστερά και στην ιδεολογική ηγεμονία που αυτή διατηρούσε χρεώνοντας και σε αυτή τα δομικά προβλήματα της  Μεταπολίτευσης. Προσπάθησε να πράξει αυτό που έπρεπε να είχε κάνει από την αρχή της κρίσης. Όμως ο σκληρός πυρήνας των κομματικών στελεχών του κόμματός του είναι τραγικά ανεπαρκής. Δεν μπορεί να ακολουθήσει τους ρυθμούς του πολιτικού χρόνου, δεν μπορεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτού είναι πως καταφέρονται εναντίον του ΠΑ.ΣΟ.Κ από κεκτημένη ταχύτητα, μη αντιλαμβανόμενοι πως το διακύβευμα πλέον βρίσκεται αλλού. Βέβαια τόσα χρόνια ατροφικής πολιτικής και αναλυτικής ικανότητας δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν σε μια νύχτα.
Αποδεχόμενος τα δεδομένα αυτά έχει επί της ουσίας παραιτηθεί από την προσπάθεια αυτοδυναμίας, στρεφόμενος και αυτός κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ με στόχο την ικανοποίηση ενός περιορισμένου κομματικού ακροατηρίου, που αποζητά κάτι τέτοιο, ώστε να διατηρήσει την πρώτη θέση το βράδυ των εκλογών.
Ας ελπίσουμε οι μέρες που απομένουν να είναι πιο ενδιαφέρουσες.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Κανόνες και αρχές ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 9/4/2012)


Δυστυχώς από τις ενέργειες που γίνονται από τα δύο μεγάλα κόμματα αποδεικνύεται πως δεν έχει γίνει αντιληπτό το βάθος της αλλαγής που έχει συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία. Οι συνταγές μοιάζουν να είναι γνωστές. Πανστρατιές, κάλεσμα, επιστροφή διαγραμμένων βουλευτών, συστράτευση όλων, λοιπές τακτικές και λεκτικές εκκλήσεις. Τροπολογίες, μικροδιευθετήσεις την ύστατη στιγμή, λεξιλόγιο που απευθύνεται σε οργανωμένα συμφέροντα που δομούνται γύρω από λογής κεκτημένα, τεχνητή και ψευδεπίγραφη πόλωση και τέλος μπαμπούλας της ακυβερνησίας. Την κρισιμότερη εκλογική μάχη των τελευταίων δεκαετιών τα δύο μεγάλα κόμματα σκοπεύουν να την δώσουν κάνοντας χρήση παλιών εργαλείων. Παλιών και συνάμα αναποτελεσματικών.

Συγκεκριμένα η επιστροφή βουλευτών που διαγράφτηκαν από τις κοινοβουλευτικές ομάδες λόγω διαφοροποίησής τους από την επίσημη κομματική γραμμή στο ζήτημα του δεύτερου μνημονίου και η κατάθεση πληθώρας τροπολογιών μαζικά, άσχετων με το νομοθετικό έργο είναι ενδεικτικά της κατάστασης και της αντίληψης που επικρατεί. Αντί να δομηθεί ένας δημόσιος, πολιτικός και κομματικός λόγος στη βάση αρχών, κανόνων και συνέπειας παρατηρείται στροφή στην ψευδεπίγραφη πολυσυλλεκτικότητα. Η επιλογή βουλευτών να καταψηφίσουν, να διαφοροποιηθούν και εν τέλει να διαγραφούν διότι διαφωνούσαν με ένα κομβικό ζήτημα για την πορεία της χώρας αποκτά σχετική αξία. Χωρίς να αρθούν οι λόγοι που τους οδήγησαν σε αυτή την επιλογή προαναγγέλλεται η επιστροφή τους. Ποιο συμφέρον υπηρετεί αυτή η ενέργεια; Τι μήνυμα περνάει στην κοινωνία; Συστράτευση με στόχο ποιόν; Κάλεσμα για μάχη εναντίον ποιού; Ποια η πλατφόρμα των κομμάτων που τους διέγραψαν και τώρα τους δέχονται πίσω; Στόχος είναι η διακυβέρνηση βασισμένη σε αρχές, επιλογές  και κανόνες ή η κατά το δυνατόν συσπείρωση με στόχο το καλό σχετικό αποτέλεσμα;

Στο ζήτημα των τροπολογιών από την άλλη φανερώνεται η αποσύνδεση του πολιτικού προσωπικού από την πραγματικότητα. Βασικός λόγος της ελληνικής χρεοκοπίας είναι πως κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης προτιμήθηκαν, τις περισσότερες φορές, διευθετήσεις επιμέρους θεμάτων αποσυνδεμένες από ευρύτερες δημόσιες πολιτικές. Δημιουργήθηκε έτσι ένα κατακερματισμένο θεσμικό συνοθύλευμα χωρίς αρχή μέση και τέλος σε όλο το οικοδόμημα του νεοελληνικού κράτους. Στο δίκαιο, στο ασφαλιστικό σύστημα, στην επιδοματική πολιτική, στα εργασιακά δικαιώματα, στη δημόσια διοίκηση, στις αναπτυξιακές προτεραιότητες - παντού τα ίδια. Αποτέλεσμα αυτού όταν ξέσπασε η κρίση βρεθήκαμε με ένα παντελώς, όχι απλά ανέτοιμο, αλλά ανίκανο κράτος που αδυνατούσε και αδυνατεί να οργανώσει την προσπάθεια άμβλυνσης των επιπτώσεων αυτής. Αντί λοιπόν το πολιτικό προσωπικό να εμπεδώσει αυτή την αλήθεια και να αλλάξει άρδην αυτή την πρακτική, την συνεχίζει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Όλα για αυτούς κυλούν ομαλά.

Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει. Από την μία τα κόμματα που καλούν σε συστράτευση όλους ανεξαιρέτως και από την άλλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού που συνεχίζει αυτές τις πρακτικές, θα καταλάβουν πως μπορεί αυτές οι λογικές να οδηγούσαν σε νίκες, σε καλά εκλογικά αποτελέσματα, σε επανεκλογή αλλά σήμερα πλέον δεν είναι ανεκτές. Ο κόσμος διψά για πολιτικές αρχών, συνέπειας και τήρησης κανόνων.

Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Περί ανάπτυξης ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 2/4/2012)


Όλοι σχεδόν συμφωνούμε πως αν η χώρα δεν βγει από την ύφεση δεν υπάρχει ελπίδα. Οπότε η ανάπτυξη καθίσταται ζητούμενο. Όλοι την επικαλούνται, όλοι την επιθυμούν αλλά λίγοι γνωρίζουν πως μπορεί να προκληθεί.
Από την άλλη όλοι καταδικάζουν το προηγούμενο αναπτυξιακό μοντέλο, όλοι επιθυμούν ένα νέο στη θέση του αλλά τα όσα προτείνονται στον δημόσιο λόγο έχουν να κάνουν με τις συνταγές του παλιού. Χαρακτηριστική η φράση «ρίξτε λεφτά στην αγορά».  Μα αν με έναν μαγικό τρόπο καταφέρναμε να ρίξουμε χρήματα στην αγορά χωρίς να έχει αλλάξει σχεδόν τίποτε δεν θα προκαλούνταν ανάπτυξη. Θα οδηγούμασταν με μαθηματική ακρίβεια στο ίδιο ακριβώς σημείο. Άρα ένα πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως όλοι μας επιθυμούμε την αποφυγή της ύφεσης αλλά δεν ομονοούμε στις προϋποθέσεις τις ανάπτυξης.
Βέβαια αυτό δεν είναι ευθύνη μόνο των πολλών ή του κόσμου της αγοράς. Ευθύνη υπάρχει στο πολιτικό σύστημα και στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε αλλά και διαχειρίζεται τα εργαλεία που έχει. Τόσα χρόνια το μεγαλύτερο μέρος των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης κατευθύνθηκε προς την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομών. Παραβλέποντας το κόστος που ήταν τσιμπημένο σε σύγκριση με άλλες χώρες, παραβλέποντας περιπτώσεις κατώτερης ποιότητας του τελικού αποτελέσματος, παραβλέποντας αργοπορίες, τα έργα αυτά ήταν μέχρι έναν βαθμό απαραίτητα για την Ελλάδα. Υστερούσε η χώρα στις υποδομές και αυτό έπρεπε να αλλάξει. Σήμερα όμως ποιος ο λόγος να συνεχίσουμε με την ίδια τακτική; Γιατί το μεγαλύτερο μέρος του ΕΣΠΑ κατευθύνεται πάλι προς τα ίδια έργα; Είναι γνωστό τοις πάσι πως αυτά τα έργα πρώτον είναι πολύ δαπανηρά και δεσμεύουν μεγάλο μέρος ων προσφερόμενων πόρων, δεύτερον δεν προσφέρουν μόνιμες θέσεις εργασίας παρά μόνο πρόσκαιρα δίνουν μια ώθηση κατά το στάδιο της κατασκευής. Αντίθετα υποπολλαπλάσιοι πόροι όταν κατευθύνονται στη στήριξη της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας αποφέρουν πολλαπλάσιες μόνιμες θέσεις εργασίας, δημιουργούν εισόδημα, παράγουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες διεθνώς εμπορεύσιμα και γενικότερα συμβάλουν στην αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου. Και όμως ακόμη και σήμερα, το πολιτικό σύστημα βασιζόμενο σε απλοϊκές αναλύσεις περί ανάπτυξης, βασιζόμενο στην απελπισία του κόσμου δίνει μάχες οπισθοφυλακής υπέρ των μεγάλων έργων.
Σε ένα άλλο παράδειγμα υποκρισίας στο δημόσιο λόγο. Χαμένες θέσεις εργασίας και πολλά λουκέτα στην αγορά συνθέτουν το σημερινό σκηνικό. Αντί λοιπόν να οικτίρουμε για την τύχη μας και το κακό που μας βρήκε ας μιλήσουμε με αλήθειες. Η αλήθεια είναι λοιπόν πως η ελληνική αγορά ήταν οργανωμένη να καλύπτει κυρίως την εσωτερική κατανάλωση και ζήτηση, η οποία με τη σειρά της ήταν επίπλαστη. Εφόσον λοιπόν η ζήτηση δεν μπορεί να διατηρηθεί σε επίπεδα προ κρίσης είναι λογικό να μπουν λουκέτα στην αγορά και δυστυχώς να χαθούν θέσεις εργασίας. Η στροφή που απαιτείται σε  προϊόντα και υπηρεσίες διεθνώς εμπορεύσιμα θα χρειαστεί χρόνο για να συντελεστεί. Οι άνεργοι όμως δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου. Άρα είναι απείρως προτιμότερο σαν κοινωνία να αναμετρηθούμε με την αλήθεια αυτή – πως δύσκολα θα έχουμε ξανά τέτοιας δομής αγορά και να επικεντρώσουμε τις δυνάμεις μας στην επανακατάρτιση των ανέργων και στην παροχή βοήθειας για μια νέα αρχή. Χρηματοδότηση, θεσμικό πλαίσιο, δημόσια διοίκηση είναι τομείς όπου το κράτος μπορεί να συνδράμει.
Το δημόσιο ως εργοδότης, η ελπίδα θέσεων εργασίας στα μεγάλα έργα και η αναμονή του χρήματος που πέφτοντας ως μάννα εξ ουρανού στην αγορά θα λύσει τα προβλήματα είναι συνταγές του παλιού μοντέλου. 

Οι άγνωστοι "Χ" των επερχόμενων εκλογών

Του Διονύση Μαγουλά πολιτικού επιστήμονα





Το πολιτικό τοπίο ενόψει των επικείμενων εκλογών, παρουσιάζεται ως κινούμενη άμμος. Ποτέ άλλοτε στο πρόσφατο παρελθόν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα ήταν απόρροια τόσων πολλών πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, αλλά και αμιγώς εκλογικών παραγόντων, σε σημείο η οποιαδήποτε πρόβλεψη να είναι επισφαλής, μόλις ένα μήνα πριν. Εντελώς σχηματικά, το αποτέλεσμα των εκλογών, σε όλες τις εκφάνσεις του -στην αυτοδυναμία του πρώτου κόμματος, στην διαφορά από το δεύτερο, στη σύνθεση της Βουλής κλπ θα κριθεί από τρείς παράγοντες. Από το μέγεθος της εκλογικής συμμετοχής, από το βαθμό της πτώσης του δικομματισμού (και σε ποιό επίπεδο αυτή θα φτάσει) και τη κατανομή της εκλογικής δύναμης των νέων κομματικών σχηματισμών που προέκυψαν από την πολυδιάσπαση του Μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος λόγω της κρίσης της τελευταίας τριετίας.

Όπως παρατηρείται μεταπολιτευτικά , η μεγαλύτερη συμμετοχή παρουσιαζόταν σε εκλογές έντονης πόλωσης(1981,1985,1989-90,1993) και σε εποχές που ευνοούνταν ο δικομματισμός(2000,2004).

Αντίθετα, σε εκλογές μικρότερου ενδιαφέροντος ή επιβεβαίωσης της πολιτικής κυριαρχίας του κυβερνώντος κόμματος, η συμμετοχή έπεφτε, υποχωρώντας μαζί της και τα ποσοστά του δικομματισμού (1996,2007) Οι εκλογές του 2009, στις απαρχές της κρίσης έδωσαν μια νέα ταση ενίσχυσης της εκλογικής διαμαρτυρίας, μέσα απο την αποχή, σε επίπεδα ωστόσο εκλογών πρώτης τάξης. Σε αυτές τις εκλογές που έρχονται, ενδεχομένως το μέγεθος του εκλογικού σώματος θα παίξει σημαντικό ρόλο. Μέχρι σήμερα η μεγάλη συμμετοχή ταυτιζόταν με την διλημματική κυβερνητική ψήφο και το δικομματισμό, ενώ με τη μικρή συμμετοχή, ευνοούνταν η Αριστερά και άλλα μικρά κόμματα. Σήμερα, δεν μπορεί κανείς να επιβεβαιώσει αυτή τη γενική τάση της Μεταπολίτευσης, καθώς δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη τόσο το ποιοί θα πάνε να ψηφίσουν αλλά και το τί θα ψηφίσουν αυτοί που θα πάνε, αν η αποχή θα είναι αποστασιοποίηση κυρίως προς ένα συγκεκριμένο κόμμα -όπως έγινε με όσους Νεοδημοκράτες απείχαν το 2009, αλλά και αν αυτοί που θα ψηφίσουν θα έχουν οποιοδήποτε διλημματικό κριτήριο σε επίπεδο διακυβέρνησης ή θα είναι ψηφοφόροι μικρών κομμάτων διαμαρτυρίας.

Αναφορικά με το βαθμό κατάρρευσης του δικομματισμού, θα επηρρεάσει,όχι μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και το πολιτικό σύστημα της επόμενης ημέρας των εκλογών. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ έλαβαν μαζί το 2009, περίπου το 77% των ψήφων (από 80% το 2007 και 86% το 2004) Οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια τάση καθολικής κατάρρευσης των ποσοστών αυτού του επιπέδου, και τοποθέτησης της δικομματικής ψήφου στο 35-45% σύμφωνα με τις -σε σημαντικό βαθμό αυθαίρετες- αναγωγές και εκτιμήσεις του εκλογικού αποτελέσματος. Όπως είναι λογικό, αν τα δύο κόμματα της συγκυβέρνησης Παπαδήμου μαζί ,λάβουν 40% θα προκύψει άλλη Βουλή, με διαφορετική σύνθεση και δυνατότητα κυβερνησιμότητας, με το να λάβουν 50% ή 60%.

Συγκεκριμένα, για το ΠΑΣΟΚ, ο βαθμός της εκλογικής του συσπείρωσης θα αποτελεί τον καταλύτη τόσο για τα ποσοστά του κόμματος στις εκλογές, όσο και για την εκλογική επιρροή της Αριστεράς και των συνιστωσών της. Μέχρι την εκλογή Βενιζέλου, όπου το ΠΑΣΟΚ έφτασε στα όρια της απόλυτης διάλυσης, παρουσιάζοντας μονοψήφια ποσοστά, η συσπείρωση του, των εκλογεών του 2009, ήταν περίπου στο 1/4 (25%). Τώρα μετά την εκλογή Βενιζέλου παρουσιάζονται εύλογα τάσεις επανασυσπείρωσης, στα επίπεδα του ενός τρίτου (33%). Ωστόσο αποτελεί ζήτημα κατά πόσον θα είναι σε θέση να συσπειρώσει περισσότερο τους ψηφοφόρους του, καθώς μέχρι τώρα περίπου οι μισοί (45-50%) διατείνονται πως είναι αποφασισμένοι να στραφούν σε άλλες κομματικές επιλογές, ενώ μόλις το 15-20% μεταξύ αυτών, φαίνεται αναποφάσιστο -αρα και πιο εύκολα διεκδικήσιμο. Επίσης, στις επιλογές που αντλούν προνομιακά ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ (ΔημΑρ, ΣυΡιζΑ, ΚΚΕ -λιγότερο) προστέθηκε πρόσφατα και η Κοινωνική Συμφωνία των Κατσέλη-Καστανίδη, που δεν έχει προλάβει ακόμα σοβαρά να καταγραφεί η όποια δυναμική της. Και η Νέα Δημοκρατία μετά τη συμμετοχή στην κυβερνηση Παπαδήμου και την ψήφιση του Μνημονίου 2, μπήκε για τα καλά στο κάδρο των δικομματικών απωλειών. Μετά τη Δημοκρατική Συμμαχία απο τη Φιλελεύθερη Κεντροδεξιά, οι "Ανεξάρτητοι Έλληνες" του Καμμένου και η Χρυσή Αυγή απο τα άκρα την πλαγιοκοπούν, εκμεταλλευόμενοι το έλλειμμα ηγεσίας Σαμαρά και την τρωθείσα εικόνα του κόμματος, που δεν επανήλθε από την ήττα του 2009 -ποτέ,σε καμμιά δημοσκόπηση την τελευταία διετία, τα ποσοστά του κόμματος δεν πλησίασαν ούτε καν το αρνητικό του 33,5% των τελευταίων εκλογών. Αυτή τη στιγμή, η ΝΔ καταγράφεται στο 20-25% με πτωτικές μάλιστα τάσεις, κυρίως εξαιτίας των εντονότατων μετακινήσεων προς το κόμμα του Π. Καμμένου (γύρω στο 10-15% των Νεοδημοκρατών του 2009), αλλά και προς τη Χρυσή Αυγή -που τείνει να εξαφανίσει και το ΛΑΟΣ ως νέα έκφανση της Εθνικιστικής ψήφου Ακροδεξιάς διαμαρτυρίας-τη Δημοκρατική Συμμαχία και μέχρι πρότινος προς κάποια κόμματα της Αριστεράς (ΣυΡιζΑ).

Ξεχωριστό ενδιαφέρον θα παρουσιάσει ο τρόπος με τον οποίο θα κατανεμηθεί η ψήφος σε επίπεδο αστικότητας και Κοινωνικο/Οικονομικών χαρακτηριστικών, ιδιαίτερα των νεοεμφανιζόμενων σχημάτων που δεν έχουν ποτέ ξανά καταγραφεί. Οι διαφαινόμενες τάσεις των επερχόμενων εκλογών θα προκύψουν ενιαία; ή θα έχουν αστικά ή ταξικά κριτήρια; Πχ κάποιες δημοσκοπήσεις δείχνουν σχετική συγκράτηση του δικομματισμού στην επαρχία και τα ημιαστικά κέντρα, ενώ φαίνεται πως επιτείνεται ο κατακερματισμός στην Αθήνα και τα Αστικά κέντρα. Αν και κάθε πρόβλεψη ιδιαίτερα σε αυτή τη φάση φαίνεται εντελώς παρακινδυνευμένη. Το μόνο κόμμα που ενδεχομένως να διατηρήσει την κατανομή και την ταξικότητα της ψήφου του είναι το ΚΚΕ, ενώ θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πώς θα είναι η κοινωνική και εκλογική "γεωγραφία" της ψήφου τόσο του ΣυΡιζΑ (με αρκετά λαϊκά ερείσματα από τον Πασοκογενή χώρο πλέον) και της "Ανανεωτικής" Δημοκρατικής Αριστεράς (που ίσως παρουσιάζει καλύτερες επιδόσεις σε μεσαίες και ανώτερες περιοχές),όσο και του κόμματος του Π. Καμμένου (με αναμενόμενη τοπικότητα στη Β'Αθηνας) ή της Δημοκρατικής Συμμαχίας (με προνομιακές περιοχές την Κρήτη και την Ευρυτανία) -που θα υποδηλώνουν και το βαθμό των αντίστοιχων απωλειών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ αντίστοιχα. Το μέγεθος που θα λάβει η εκλογική επιρροή και -κυρίως ο βαθμός της πολιτικής ταύτισης- με την Ακροδεξιά φαινομενολογία τύπου "Χρυσή Αυγή", είναι ο απόλυτος άγνωστος. Στις προηγούμενες εκλογές ήταν μια περιθωριακή ομάδα του 0,3%, με ξενοφοβική δράση στα όρια της νομιμότητας ,που η γενίκευση του Μεταναστευτικού φαίνεται να την έχει απενοχοποιήσει, με καταγραφή αρχικά στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (Δημοτικές εκλογές 2010) και με αποκορύφωμα τις πρόσφατες προεκλογικές δημοσκοπήσεις που τη βάζουν στη Βουλή.

Συμπερασματικά, ίσως αυτές οι εκλογές θα είναι οι πλέον αμφίρροπες και απρόβλεπτες των τελευταίων50 χρόνων. Το μετεκλογικό τοπίο δεν θα έχει καμία σχέση με το προηγούμενο μεταπολιτευτικό, καθώς βαριά θα έχουν αφήσει τα σημάδια τους οι νέες πολιτικές διαιρέσεις της κρίσης και της παρουσίας της Τρόικας. Ο Μεταπολιτευτικός δικομματισμός φαίνεται να δίνει τη θέση του σε έναν ασταθή κονιορτοποιημένο πολυκομματισμό, μάλιστα με -προς το παρόν- κυρίαρχες φυγόκεντρες τάσεις.