Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία


Του Θεοδωρου Κουλουμπη*

Με γεωπολιτικά κριτήρια παγκόσμιας τάξης/αταξίας, ο 19ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί σχετικά ειρηνικός και ο 20ός απόλυτα συγκρουσιακός. Το ερώτημα, καθώς μπαίνουμε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι πώς οι ιστορικοί του μέλλοντος τελικά θα τον βαφτίσουν;

Μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους οι νικήτριες δυνάμεις συμφώνησαν, στο Κογκρέσο της Βιέννης (1814-15), να υιοθετήσουν μια άτυπη, αλλά ουσιαστική, συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων που αποκλήθηκε «Ευρωπαϊκή Συμφωνία». Αναγνώρισαν ότι μελλοντικές συγκρούσεις μεταξύ των ισχυρών (Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Ρωσία και Πρωσία) μόνο σε συλλογική ζημιά θα μπορούσαν να καταλήξουν. Ετσι δεσμεύτηκαν να ρυθμίζουν από κοινού (σε πολυμερείς διασκέψεις) περιφερειακές διενέξεις που από καιρού εις καιρόν θα ξεπηδούσαν στην περίμετρο του «ευρωκεντρικού» διεθνούς συστήματος. Βασικός κανόνας για τη διαιώνιση της ειρήνης θα ήταν ότι οι «μεγάλοι» δεν θα επιχειρούσαν να διεκδικήσουν την παγκόσμια ηγεμονία και θα αναγνώριζαν ίσα δικαιώματα στα υπόλοιπα μέλη του συλλόγου των ισχυρών.

Ο κανόνας της συλλογικής διαβούλευσης παραβιάστηκε απόλυτα στον 20ό αιώνα. Τα κυριότερα αίτια της ιστορικής αυτής παράβασης ήταν ο άκρατος ανταγωνισμός ανάμεσα σε αποικιοκρατικές και ποιοτικά ελλειμματικές ηγεσίες, καθώς και η σταδιακή ανάπτυξη επεκτατικών και πολωτικών ιδεολογιών που στόχο είχαν την επαναστατική αναδιάρθρωση του διεθνούς συστήματος. Το κόστος για την ανθρωπότητα αποδείχθηκε τρομακτικό: δύο φονικοί παγκόσμιοι πόλεμοι (με πάνω από 100 εκατομμύρια νεκρούς) που ακολουθήθηκαν από τα 45 χρόνια Ψυχρού Πολέμου. Ο τελευταίος δεν εξελίχθηκε σε έναν τρίτο (ίσως και τελευταίο) παγκόσμιο πόλεμο, «χάρη» στη μακάβρια εξίσωση της ισορροπίας του πυρηνικού τρόμου. Αλλά ο κανόνας της συλλογικής ευθύνης για τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος παρέμεινε ανενεργός σε ένα διπολικό κόσμο όπου η μία πλευρά προσπαθούσε να «θάψει» την άλλη.

Μετά τον αυτοχειριασμό του σοβιετικού συστήματος και τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρκετοί αναλυτές μίλησαν για την επανίδρυση μιας «νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων». Μάλιστα, ένας υπεραισιόδοξος Αμερικανός στοχαστής, ο Φράνσις Φουκουγιάμα, δημοσίευσε βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο «Το τέλος της Ιστορίας», στο οποίο διακήρυσσε ότι η ειρήνη θα παγιωνόταν σε ένα κόσμο βιώσιμης δημοκρατίας και ελεύθερης αγοράς. Η Ρωσία πέρασε σε μεταβατική περίοδο εσωστρέφειας και προσαρμογής στο άναρχο καπιταλιστικό μοντέλο. Το κέντρο του γεωπολιτικού βάρους μετακινήθηκε στον Περσικό Κόλπο (εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ) και στα δυτικά Βαλκάνια (πόλεμοι διαδοχής στην πρώην Γιουγκοσλαβία). Και σοβαροί αναλυτές, ιδίως οι νεοσυντηρητικοί της Ουάσιγκτον, έκαναν υπεραισιόδοξες προβλέψεις για τον επερχόμενο «αμερικανικό αιώνα», με τις ΗΠΑ στον ρόλο της «μοναδικής υπερδύναμης».

Η αυγή του 21ου αιώνα σημαδεύτηκε από την τρομοκρατική επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης. Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε αμέσως τον πόλεμο στην τρομοκρατία και υιοθέτησε -άκριτα- τα δόγματα του μονομερισμού, του προληπτικού πολέμου και της συμμαχίας των προθύμων. Οι αποφάσεις του, που ενέπλεξαν τη Δύση στους πολυετείς πολέμους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προκάλεσαν σοβαρές τριβές στις σχέσεις των Αμερικανών με παραδοσιακούς συμμάχους, όπως η Γερμανία και η Γαλλία. Σήμερα, με πρόεδρο τον Μπαράκ Ομπάμα, οι Αμερικανοί προσπαθούν να βρουν τον δρόμο απεμπλοκής από τα θέατρα του πολέμου χωρίς να ξαναζήσει η χώρα τους την ταπεινωτική εμπειρία μιας άτακτης υποχώρησης τύπου Βιετνάμ.

Στην αυγή της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μπορούμε να προβλέψουμε την «επιστροφή» σε ένα σύστημα «παγκόσμιας συμφωνίας μεγάλων δυνάμεων» που θα εξασφαλίσει μακροχρόνια την ειρήνη ανάμεσα στους ισχυρούς του πλανήτη. Ως άτυπη οντότητα συντονισμού των δράσεων των μεγάλων δυνάμεων, προσφέρεται η Ομάδα των Είκοσι (G-20), καθώς και μια αναζωογονημένη συστάδα διεθνών θεσμών, όπως ο ΟΗΕ, η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου κ.ά. Σε μια κρίσιμη εποχή που η γεωπολιτική δίνει τη θέση της στη γεωοικονομία, θα ήταν κρίμα για την ανθρωπότητα να κατρακυλήσει και πάλι σε βιβλικές αντιπαραθέσεις και θρησκευτικούς πολέμους.

*Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Μετατοπίσεις και συμβιβασμοί (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 24/12/2012)


Στην πολιτική η μετατόπιση είναι μία λογική, φυσιολογική εξέλιξη. Έχουν λάβει χώρα πολλές μετατοπίσεις, πολλές στροφές πολιτικής τόσο στην Ελλάδα όσο όμως και στο εξωτερικό. Μερικά παραδείγματα γνωστά στο ευρύ κοινό είναι οι περιπτώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, του Λούλα ακόμη και του Ερντογάν. Προλαμβάνοντας τις όποιες αντιρρήσεις τονίζω πως για την οικονομία του χώρου ας εξετάσουμε τις περιπτώσεις με ευρύτητα, ενσωματώνοντας την λογική των αναλογιών.

Με τις όποιες διαφορές τους λοιπόν, τα παραδείγματα αυτά έχουν μία ομοιότητα. Ένα πολιτικό υποκείμενο εκκινώντας από αρκετά ριζοσπαστικές θέσεις για το status quo της εποχής του, καταφέρνει να αναδειχθεί σε απόλυτο εκφραστή ενός μεγάλου κοινωνικού ρεύματος και σχηματοποιεί μία πρόταση εξουσίας.

Το εγχείρημα αυτό καθίσταται επιτυχές διότι τόσο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται το αίτημα των καιρών, όσο όμως και επειδή έχει μία ικανότητα προώθησής του αποτελεσματικά. Αυτή η προσπάθεια απαιτεί χρόνο. Χρόνο ώστε να εμπεδωθεί αρχικά η εμπιστοσύνη μεταξύ του υποκειμένου και μαζών, αλλά ακολούθως ώστε να γίνουν εφικτές μέσω ελιγμών οι αναγκαίες μετατοπίσεις που προσδίδουν στο εγχείρημα πλειοψηφικές προοπτικές. Εξάλλου η κοινοβουλευτική δημοκρατία έχει αποδείξει πως είναι ο καθοριστικός παράγοντας που ευνοεί αν δεν επιβάλει έμμεσα μια τέτοια εξέλιξη.

Η διαδικασία αυτή επίσης φανερώνει πως οι μετατοπίσεις αυτές συνεχίζονται, αν δεν εντείνονται, μετά την ανάληψη της εξουσίας. Ο αναγκαίος πραγματισμός μιας κυβερνητικής πλέον δύναμης συγκρούεται με τις προεκλογικές εξαγγελίες ή τοποθετήσεις αν δει κανείς τα δεδομένα εκτός της δυναμικής του πολιτικού πλαισίου. Όμως το αν αυτή η σύγκρουση θα επιφέρει κατάρρευση ή επιτάχυνση των εξελίξεων είναι ζήτημα ανοιχτό. Η επιτυχία κρίνεται στη βάση της ικανότητας πραγματοποίησης ορισμένων προωθητικών συμβιβασμών που αντί να οδηγήσουν την κατάσταση σε τέλμα, την μετασχηματίζουν και δίνουν ενέργεια για συνέχιση της προσπάθειας. Μια μονολιθική προσέγγιση με αυξημένο ιδεαλισμό που θα προσπαθήσει να συγκρίνει προεκλογική ρητορεία με μετεκλογική πρακτική σίγουρα θα οδηγήσει σε αδιέξοδο ή διάψευση προσδοκιών και απογοήτευση. Μια ευέλικτη και με ευρύτητα προσέγγιση θα υποδεχτεί τις προσαρμογές αυτές ως αναγκαίο οξυγόνο στην προσπάθεια επίτευξης των στόχων της διακυβέρνησης. Ένας λαϊκός ηγέτης εξάλλου είναι ευκολότερο να υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις καθώς έχει αποθέματα κοινωνικής αποδοχής, διατηρεί μια σχέση εμπιστοσύνης με το εκλογικό σώμα και εν τέλει είναι σε θέση να το επηρεάσει τόσο ώστε να επιτύχει τον στόχο του.

Το αντιπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ», της έξωσης «των βάσεων του θανάτου» μετατράπηκε στο κόμμα της «Αλλαγής» και στην πορεία των ετών σε ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα (παρά τις ιδιαιτερότητές του που δεν είναι του παρόντος). Ο π. πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα από ηγετική μορφή συνδικάτου και του εργατικού κινήματος, αναδείχθηκε σε μεταρρυθμιστή πρόεδρο που και με φιλελεύθερες επιλογές κατάφερε να αφήσει μια χώρα σε πολύ καλύτερο σημείο από όπου την παρέλαβε. Ο ισλαμιστής Ερντογάν από το περιθώριο και εκτός πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου της γείτονος, αναδείχθηκε πρωθυπουργός και ηγείται μιας φιλόδοξης αναπτυξιακής προσπάθειας της χώρας.

Στο σημείο αυτό όμως αξίζει να αναρωτηθούμε το εξής σε σχέση με την Ελλάδα σήμερα. Η Ελλάδα ακόμη και σήμερα δεν βρίσκεται στο σημείο όπου βρισκόταν οι χώρες των παραδειγμάτων. Είναι μια χώρα με υψηλό βιοτικό επίπεδο, μεγάλο μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα, ενταγμένη σε μία υπερεθνική δομή με μεγάλη αλληλεξάρτηση. Στερείται εργαλείων που απολάμβαναν τα υποκείμενα των παραδειγμάτων, απολαμβάνει στήριξης από εταίρους, έχει πιο σύνθετα προβλήματα και όχι τόσο διακριτά. Η ενσωμάτωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού στην κοινωνική και οικονομική ζωή είναι χρονικά πίσω της. Εν ολίγοις το ερώτημα που γεννάται είναι το εξής. Πρέπει να αναμένουμε μια παρεμφερή εξέλιξη που θα πετύχει το επίδικο, δηλαδή τις μεταρρυθμίσεις και τον εκσυγχρονισμό ή να επιχειρήσουμε να κερδίσουμε χρόνο απλά εφαρμόζοντας εδώ και τώρα ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών αλλαγών; Υπάρχουν ενδείξεις πως υπάρχει πολιτικό υποκείμενο τέτοιας ποιότητας ή βεληνεκούς, συνθήκες, χρόνος, σχέσεις εμπιστοσύνης;

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

O ΣΥΡΙΖΑ και το παράδειγμα της λατινικής Αμερικής (1)


Με την ευκαιρία του ταξιδιού του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Λατινική Αμερική, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. Για την ελληνική κοινή γνώμη η ΕΕ έχει χρωματιστεί με αρνητικές εξελίξεις. Έχει ταυτιστεί με το μνημόνιο, την λιτότητα και την απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου. Δεν εξετάζουμε το αληθές και το ορθόν αυτής προδιάθεσης – αποδεχόμαστε πως για πολλούς Έλληνες το εγχείρημα που ονομάζεται ΕΕ δεν είναι το πλέον ελκυστικό.

Επιπροσθέτως, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν φαίνεται να επωφελείται προς ώρας μέσω της προώθησης μιας εναλλακτικής διαχείρισης της οικονομικής κρίσης σε επίπεδο ευρωζώνης. Αντίθετα φαίνεται να συνεχίζει το παιχνίδι των συμβιβασμών με τις υπόλοιπες πολιτικές οικογένειες ˙ παιχνίδι – διαδικασία ετών με την οποία σχηματοποιείται η ΕΕ και προχωράει μέσω αέναων διαβουλεύσεων και συμβιβασμών.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι δύο βασικές σταθερές μιας εναλλακτικής πρότασης εξουσίας, δηλαδή ευρωπαϊκό πλαίσιο και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δεν αποτελούν επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ καθώς και δεν έχουν δυναμική αλλά ούτε και αποδοχή από την ελληνική κοινωνία.

Μια πρόταση εξουσίας χρειάζεται διεθνή ερείσματα. Έχει ανάγκη τόσο των επαφών αλλά κυρίως έχει ανάγκη ενός παραδείγματος. Μέσω αυτού επιχειρείται να προσδοθεί αξιοπιστία και ρεαλισμός σε αυτή καθ’ αυτή την πρόταση. Μια πρόταση εξουσίας έχει ανάγκη από συμμάχους στο εξωτερικό που θα αποδεικνύουν πως υπάρχει άλλος δρόμος, διαφορετικός ˙ πως υπάρχει εναλλακτική και μάλιστα εφαρμόζεται ήδη σε κάποιο άλλο σημείο του πλανήτη.

Έχοντας απορρίψει, όχι στο σύνολό του, το ευρωπαϊκό πλαίσιο και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία οι επιλογές που απομένουν είναι λίγες. Επιλογές που να γίνονται αντιληπτές ως προοδευτικές από την ελληνική κοινωνία, ασχέτως λεπτομερειών. Οι Η.Π.Α του Ομπάμα και η λατινική Αμερική.

Εύκολα κατανοεί κανείς πως η επιλογή συμμάχων και διεθνούς ερείσματος οδηγεί προς τη νότια και όχι προς τη βόρεια Αμερική. Ας δούμε όμως επί της ουσίας μερικές λεπτομέρειες. Οι χώρες τις λατινικής Αμερικής που συχνά πυκνά γίνονται παράδειγμα στα χείλη στελεχών, μελών αλλά και οπαδών του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ είναι κυρίως τρεις. Η Βραζιλία, η Αργεντινή και η Βενεζουέλα.

Ένα πρώτο σχόλιο είναι πως πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις παρά την γεωγραφική εγγύτητα, παρά την θεώρησή τους ως ενιαίο παράδειγμα από την εγχώρια αντίληψη. Η Βενεζουέλα του κρατισμού και των πετρελαίων, η Αργεντινή της άτακτης χρεοκοπίας και της αντίθεσης με τις επιταγές του ΔΝΤ, με την μεγάλη παραγωγική βάση και η Βραζιλία του αριστερού μεταρρυθμισμού και των φιλελεύθερων αναπτυξιακών προσεγγίσεων, είναι τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Για παράδειγμα η μεν Αργεντινή χρεοκόπησε άτακτα και συγκρούστηκε με το ΔΝΤ, η δε Βραζιλία του Λούλα επέκτεινε για επιπλέον χρόνια το πρόγραμμα και αποπλήρωσε το χρέος δύο χρόνια νωρίτερα έχοντας πρωτογενή πλεονάσματα. Η Αργεντινή ακόμη και σήμερα δεν έχει επιστρέψει στις αγορές, η Βραζιλία θεωρείται ανερχόμενη δύναμη ενώ η Βενεζουέλα κινείται αιρετικά στη διεθνή σκακιέρα.

Στα καθ΄ ημάς τώρα, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω σε πολλές προσδοκίες αλλά και πολλές απαιτήσεις. Από την μία έχει αποδεχτεί ασμένως την κληρονομιά του ελληνικού κρατισμού με φόντο την πασοκική διακυβέρνηση της δεκαετίας του 1980, από την άλλη το κόμμα έχει αριστερή ψυχή – πέραν των συνιστωσών και τέλος είναι οι δημοσιονομικές συνθήκες αλλά και το ευρωπαϊκό πλαίσιο τόσο αυστηρό και με αλληλεπιδράσεις, που είναι δύσκολη μια ριζική ανατροπή. Ακόμη ακόμη και η δυνατότητα ελιγμών ελέγχεται και πάντως κρίνεται εφικτή μόνο στο έδαφος πρωτογενών πλεονασμάτων άρα και αναγκαίων επιμέρους εκσυγχρονισμών.

Η γλώσσα επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ με την ελληνική κοινωνία δεν καλύπτει προς ώρας αυτήν την ανάγκη εκλεπτυσμένων μετατοπίσεων, αποχρώσεων και ανοικτών οριζόντων. Η μεταπολιτευτική συγκρουσιακή κουλτούρα και η ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας ( καθώς και η ύπαρξη της Χ.Α – κόμμα αντισυστημικό) αναγκάζουν τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρεί έναν πολεμικό λόγο καθώς οποιαδήποτε προσπάθεια ανοιχτής συστημικής στροφής προεκλογικά θα τον εξέθετε ανεπανόρθωτα. Τα σημάδια αυτής της μετατόπισης που επιχειρεί ή θα επιχειρήσει φαίνονται μόνο σε κάποιες φωτογραφίες, σχεδόν ανεπίσημες, που φανερώνουν μειδιάματα και καλό γενικά κλίμα με ξένους παράγοντες, πρέσβεις ή επιχειρηματίες. Η πολιτική ανάγκη τον οδηγεί να εμφανίζεται με άλλο πρόσωπο στις γειτονιές της Β΄Αθηνών και με άλλο σε ομιλίες ή συζητήσεις με παράγοντες του εξωτερικού.

Η συνταγή « μόνο ένας λαϊκός ηγέτης μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις» εκτελείται μπροστά μας αλλά δυστυχώς για πολλούς από τους υποστηρικτές του κυρίως στη Β΄Αθηνών, εκτελείται πίσω τους – εν αγνοία τους. Το σκεπτικό σοφό και σαφές. Συνέχιση του προγράμματος από την κυβέρνηση συνεργασίας – μεταρρυθμίσεις -πρωτογενές πλεόνασμα – ικανός χρόνος για μετατοπίσεις ανεπαίσθητες – εκλογές – πιθανή νίκη.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ...

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Έλλειψη (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 10/12/2012)


Μία μεγάλη έλλειψη στο δημόσιο λόγο είναι πως κανείς, ανεξαρτήτως του τι υποστηρίζει, δεν περιγράφει πως επιθυμεί το μέλλον της χώρας. Πρέπει να γίνουν προσπάθειες ώστε να περιγραφεί το επιθυμητό μέλλον, όχι το απευκταίο. Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του, ποιες οι δομές της χώρας, ποιο το παραγωγικό και αναπτυξιακό μοντέλο, ποια η κοινωνική πρόνοια;Να περιγραφεί το επιθυμητό μέλλον. Το μέλλον μιας ευτυχούς κατάληξης. Μέχρι σήμερα πληροφορούμαστε ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας αν επικρατήσουν οι πολιτικοί αντίπαλοι. Αντί της ελπίδας πριμοδοτείται ο φόβος. Αντί της προσπάθειας επιβραβεύεται η ακινησία.

Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυσκολότερη η κατάρτιση ενός εθνικού σχεδίου για την έξοδο από την κρίση καθώς αναπαράγεται η διαμάχη με άξονα το μνημόνιο – μάχη ιδεολογικοπολιτικά φορτισμένη που πολλές φορές μετατράπηκε σε πόλεμο αξιών. Υποκρύπτεται καθ’ αυτόν τον τρόπο οποιοσδήποτε κοινός τόπος των πολιτικών δυνάμεων που μπορεί να αποτελέσει πεδίο ορισμένων συναινέσεων και άμεσων αλλαγών. Συνεχίζεται η μεταπολιτευτική παράδοση της συγκρουσιακής προσέγγισης και αγνοείται επιδεικτικά η κρισιμότητα των στιγμών. Λες και τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο που μας έρχεται, η χώρα θα δανειστεί από τις αγορές 20 -30 δις που της εξασφάλιζαν μερικές τέτοιου είδους πολυτέλειες.

Οι δύο πόλοι του πολιτικού συστήματος, η Νέα Δημοκρατία και ο ΣYΡΙΖΑ, συχνά πυκνά φανερώνουν την στρατηγική τους. Οι ανακοινώσεις τους την ημέρα της διαδήλωσης για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο είναι ένα δείγμα. Εκτιμούν πως έτσι θα συμπιέσουν το κέντρο ή την κεντροαριστερά; Εκτιμούν πως με αυτόν τον τρόπο θα προσδώσουν συνεκτικότητα στα στρατόπεδά τους; Κάνουν μεγάλο κακό στην κοινωνία αλλά προφανώς και με αυτόν τον τρόπο κάνουν λάθος.

Καμιά από τις δύο αυτές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να ξεφύγει από τα εκλογικά της ποσοστά, άσχετα με την εναλλαγή τους στην πρώτη θέση προτίμησης. Ο μόνος κερδισμένος αυτού του επιπέδου διαμάχης είναι η Χρυσή Αυγή που έρχεται να εκφράσει αυθεντικά αυτό που προσπαθούν να πετύχουν οι εν λόγω ανακοινώσεις. Εμφανίζεται αρκούντως αντισυστημική, αρκούντως αντιμνημονιακή, αρκούντως εθνικόφρων, αρκούντως ριζοσπαστική, αρκούντως αποφασιστική. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως τέτοιες ανακοινώσεις και γενικότερα η συγκρουσιακή στρατηγική χωρίς περιθώρια συνεννοήσεων δεν συνάδει με τα δεδομένα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ  βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Θα προσπαθήσει να κάνει μία συστημική στροφή με κίνδυνο όμως να απονομιμοποιηθεί στις ριζοσπαστικοποιημένες μάζες ή θα επιμείνει στα ίδια με κίνδυνο να παραμείνει καθηλωμένος στα σημερινά του ποσοστά. Η συνδιάσκεψη που πραγματοποίησε δεν μας έκανε σοφότερους επί του πολιτικού του σχεδίου αλλά ήταν εμφανείς κάποιες διαφοροποιήσεις.

Αν οι δυνάμεις που βρίσκονται στο ενδιάμεσο αυτής της αντιπαράθεσης καταφέρουν να σκιαγραφήσουν μια πρόταση για το πώς οραματίζονται την Ελλάδα, πως θέλουν την Ελλάδα μεσοπρόθεσμα, θα έχουν κάνει ένα πολύ αποφασιστικό βήμα. Οι δυνάμεις της κεντροαριστεράς που που δεν θα είναι παρακολούθημα της Δεξιάς ούτε όμως θα είναι κραταιές λόγω κρατισμού. Ο χώρος αυτός έχει αποθέματα ιδεών, προτάσεων, ανθρώπων. Αρκεί να το πιστέψει κι να βγει με θετικές προτάσεις για το μέλλον. 3 χρόνια κρίσης και οδυρμού είναι αρκετά. 2,5 χρόνια αντιπαράθεσης για το μνημόνιο είναι αρκετά. Χρειαζόμαστε και θετικές προσεγγίσεις και αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της. Χρειαζόμαστε σχέδιο που θα υπερβαίνει θετικά το μνημόνιο και αυτό είναι μέσα στις δυνατότητές της.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ -Μεταρρύθμιση: Ετεροκαθορισμός και δυστοκίες


Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο blog Left Liberal Synthesis 

Με ένα τοπολογικό ορισμό , ο μεταρρυθμισμός, αφορά εκείνες τις φωνές οι οποίες εκπορεύονται από το λεγόμενο εκσυγχρονισμό, την περιφέρεια της Δράσης, εφαπτόμενες εστίες της Δημαρ, έντυπα όπως τα Νέα, το Protagon κλπ.Αγαπημένα θέματα του ρεύματος είναι τα κλειστά επαγγέλματα, τα προστατευμένα ταμεία, οι φόροι υπέρ τρίτων, οι μονοπωλιακές ΔΕΚΟ, οι τοπικισμοί, οι επιλεκτικές ανομικές συμπεριφορές κλπ.Με μια έννοια οικειοποιείται το σχέδιο Σημίτη στην ονομαστική του αξία, αποκαθαρμένη από τις δύσοσμες πλευρές της διαφθοράς των υποβρυχίων κλπ.
Στην συγκυρία των μνημονίων, το ρεύμα βρήκε σε αυτά μια ορθολογική πλευρά μετασχηματισμών τις οποίες επαινεί, ενώ προβάλει μια στάση ανοχής ή υπομονής απέναντι στις δυσβάσταχτες πλευρές της εσωτερικής υποτίμησης. Μια βασική ιδέα του ρεύματος είναι ότι οι επιπτώσεις στην κοινωνία είναι οδυνηρές γιατί ακριβώς οι μεταρρυθμίσεις υστερούν απελπιστικά. Μια υποτιθέμενη επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων θα μετρίαζε τον πόνο και θα μείωνε τον χρόνο επανεκκίνησης της οικονομίας. Μια άλλη ιδέα του ρεύματος είναι ότι μερικά τεχνικά στοιχεία του προγράμματος δεν είναι λάθος με πιο ορατό την μείωση του ελλείμματος. Το ρεύμα αυτό ευρίσκεται στην ακόλουθη συγκυρία :
·        Είναι σε απόσταση από τις λαϊκές ή λαικότροπες εκφράσεις δυσαρέσκειας για τα μέτρα.

·        Είναι αναγκασμένο να σιωπήσει ή να δυσανασχετεί περιορισμένα για τις κατασταλτικές πρακτικές που εφαρμόζονται.

·        Απευθύνεται για να εκφράσει κοινωνικά στρώματα με σχετική αντοχή στις οικονομικές επιπτώσεις της συγκυρίας.

·        Ευρίσκεται μονίμως κατεσπαρμένο σε διάφορα κόμματα εντεύθεν του Σύριζα και αενάως επαναφέρει ένα αίτημα συγκρότησης ενός ενιαίου φορέα.

Στατικός Ετεροκαθορισμός

Η αντιμετώπιση του ρεύματος από τους υπόλοιπους είναι η εξής:

Η λαϊκή δεξιά , οι Ανελ και η ΧΑ το θεωρούν ως έκφραση ενός κέντρώου , διεφθαρμένου " νεοφιλελευθερισμού" με κωδική αναφορά στο Σημίτη.
Η συριζαική κυρίαρχη άποψη , υιοθετεί μερικές τεχνικές πλευρές κάποιων μεταρρυθμίσεων, αλλά τις υποβιβάζει σε σχέση με προτεραιότητες της συγκυρίας και τις μεταθέτει χρονολογικά, ενώ αντιτίθεται σε πολλές. Η αντιμετώπιση του ρεύματος από δεξιά και αριστερά δημιουργεί εξ' αντανακλάσεως την εξής πλοκή:
Για να αποκρούσει την εκ δεξιών επίθεση και αυτοορίζεται κεντροαριστερό ή  φιλελεύθερο δεξιό. Για να οριστεί προς την εξ' ευωνύμων κριτική αυτορίζεται αντιλαικιστικό .Πρόκειται για ένα κυριολεκτικό ετεροκαθορισμό , οποίος .αποκαλύπτει και τις αδυναμίες του εγχειρήματος. Υπάρχουν πάμπολλες περιπτώσεις όπου είναι φανερό ότι δεν έχουμε μια θετική κατάθεση ενός πολιτικού ή ιδεολογικού περιγράμματος, αλλά την δημιουργία ενός πολιτικού "τόπου" ό οποίος ορίζεται αρνητικά από δυσανεξία προς τις άγριες μορφές της παλαιολαικοδεξιάς και τα ανορθολογικά ή και αριστερίστικα ενίοτε στοιχεία της Συριζαικής πρότασης .Λόγω αυτού του ετεροκαθορισμού το ρεύμα αναγκαστικά οδηγείται στον ρόλο μιας "από τα κάτω " υποστήριξης του συνόλου των κυρίαρχων πολιτικών της συγκυρίας , τον οποίο μια συγκεκριμένη αριστερή ταξινόμηση ορίζει ως " ακραίο κέντρο".(1)

Η κεντρική ιδέα του ρεύματος ,ότι η αδράνεια να πραγματοποιηθούν ορισμένες μεταρρυθμίσεις επιτείνει το πρόβλημα, είναι εύλογη. Καμία κοινωνία του Ευρωπαϊκού Νότου δεν έχει αυτή την μορφή αποσάθρωσης , παρότι μαστίζονται από τα ίδια οικονομικά προβλήματα ,γιατί στην περίπτωση μας η αντίδραση στην λιτότητα γίνεται στο πεδίο του κατακερματισμού που οδηγεί σε αμυντικές στάσεις κατακράτησης του δικαιώματος εξαίρεσης.
Μεταρρυθμιστικές δυστοκίες


Α.-Οι μεταρρυθμίσεις που είναι μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο με τη βοήθεια ενός αστικού παραδείγματος, μιας ενεργού συμμετοχής ενός μέρους των "πάνω". Με μια συμβατική ταξινόμηση ας πούμε ότι αστικές δυνάμεις από το χώρο της παραγωγής, της οικονομικής εξωστρέφειας, της καινοτομίας είναι οι οιονεί σύμμαχοι. Αντιθέτως αστικές δυνάμεις με ενδιαφέρον στις κρατικές χρηματικές ροές, τα defacto ολιγοπώλια, έχουν συμφέρον να διαιωνίζεται ένα καθεστώς εξαιρέσεων και κατακερματισμού εντός της εργασίας γιατί συνεχίζεται μια γενική ιδέα της "ειδικής μεταχείρισης" .Ωστόσο αν μπορούσαμε να αποτιμήσουμε ρεύματα και συσχετισμούς εντός των κυρίαρχων Ελιτ μπορούμε εκτιμήσουμε υπερισχύουν όσοι λειτουργούν και επιβιώνουν , κατά τεκμήριο, ακριβώς λόγω απουσίας μεταρρυθμίσεων. Η πολιτιστική αλλεργία των μεταρρυθμιστών προς τις λαικότροπες μορφές ενός χύδην αντιπλουτοκρατικού ρεπερτορίου, δεν τους επιτρέπει να συγκροτήσουν ένα συγκροτημένο αντιμονοπωλιακό αντικορποραστικό λόγο τυπικής φιλελεύθερης μορφής .Αναγκαστικά έχουμε φωνές, ιδέες, συνθήματα κλπ που προωθούν τη μεταρρύθμιση χωρίς το στοιχείο της κριτικής προς τις αστικές ανεπάρκειες .Χωρίς ένα σαφές αντικορπορατιστικό μέτωπο ,το μεταρρυθμιστικό ρεύμα προσιδιάζει προς μια συντηρητική έκφραση που παριστάνει την φιλελεύθερη.

Β.- Το ζήτημα αυτό δημιουργεί ένα δευτερογενές πρόβλημα: Την αδυναμία του να αφηγηθεί στους ήδη πληττόμενους από την κρίση ένα συνεκτικό σχέδιο όπου συνδέονται οι μεταρρυθμίσεις με την ανάκαμψη. Ενώ ο χονδροειδής αντιπλουτοκρατικός λόγος μπορεί να υποσχεθεί άμεση και απτή μεταφορά πόρων από τους λίγους στους πολλούς, ο μεταρρυθμιστικός λόγος υπονοεί απλώς πως οι μεταρρυθμίσεις διευκολύνουν έμμεσα την ανακατανομή. Το ζήτημα επιδεινώνεται καθώς οι μεταρρυθμίσεις ενίοτε συγκρούονται απ' ευθείας με ομάδες από το σύνολο των " πολλών".

Γ.-Ένα μεγάλο πλέγμα των ορθολογικών και εύλογων μεταρρυθμίσεων είναι μέρος των μέτρων λιτότητας του μνημονίου. Με την αναπόφευκτη πόλωση που παίρνει τη μορφή κατασταλτικών μέτρων, οι μεταρρυθμίσεις γίνονται μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού εξαναγκασμού. Η ευρεία νομιμοποίηση που απαιτείται διαχέεται μέσα στην γενική αίσθηση έντασης και αντιμαχίας, και τα αμυντικά αντιμεταρρυθμιστικά επίδικα γίνονται αιτήματα με πολλούς συμμάχους .

Χωρίς αστικά παραδείγματα, χωρίς μεγάλα ακροατήρια , εύκολα μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί ο λόγος αυτός τελικά φαίνεται να λειτουργεί απλά ως μια έλλογη συνηγορία των εκάστοτε αποσπασματικών μεταρρυθμιστικών πολιτικών του μνημονίου .Ταυτόχρονα το ρεύμα χαρακτηρίζεται από ένα παθολογικό αντισυριζαισμό πέραν των αντικειμενικών αγκυλώσεων του τελευταίου. Ωστόσο υπάρχουν και συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις όπου έχει δημιουργηθεί ένας ιδιότυπος καταμερισμός εργασίας με στοιχεία ετεροχρονισμού : οι μεταρρυθμιστές προβάλλουν τις μεταρρυθμίσεις που ο Σύριζα υπόσχεται να πραγματοποιήσει αφού λύσει με διαδικασία τομής το δημοσιονομικό.


Στις πιο κλασσικές αριστερές αναγνώσεις το μεταρρυθμιστικό ρεύμα είναι η αιχμή του δόρατος του λεγόμενου " νεοφιλελευθερισμού" .Στις πιο διεισδυτικές επεξεργασίες μερικά αιτήματα θεωρούνται εύλογα αλλά χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα εφαρμογής των πιο σκληρών πολιτικών λιτότητας. Με το κοινωνικό περιβάλλον σε δυναμική κατάρρευσης , ομάδες που θίγονται από "εύλογες " μεταρρυθμίσεις καταφεύγουν στην προστασία του Σύριζα όπου βρίσκουν άλλοτε φιλόξενη άλλοτε αμήχανη αλλά ποτέ ρητή απορριπτική στάση.

Στο τοπίο λοιπόν αυτό , τα εύλογα λογικά αιτήματα της μεταρρύθμισης ευρίσκονται έωλα. Όσοι τα υποστηρίζουν είναι σχετικά ασύμμετροι, και όσοι αντιμάχονται ή τα αναβάλουν είναι αρκετά ισχυροί. Αυτομάτως οι μεταρρυθμίσεις πραγματοποιούνται με τυπικές οριακές πλειοψηφίες χωρίς μεγάλη νομιμοποίηση.

Το ενιαίο κόμμα των μεταρρυθμίσεων: μια αντιμεταρρυθμιστική ιδέα.

Εντός του μεταρρυθμιστικού ρεύματος κυκλοφορεί μια επικίνδυνη ιδέα: Να ταυτιστεί η μεταρρύθμιση με τον κεντρώο χώρο και δημιουργηθεί ένας πολιτικός φορέας των απανταχού μεταρρυθμιστών.


Ας δούμε γιατί το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα είναι εξ´ ορισμού διακομματικό ,διαταξικό, γιατί δεν ανήκει στο επίπεδο της πολιτικής πόλωσης δεξιά αριστερά ως ένας άλλος αντίπαλος στο παίγνιο μηχανικού αθροίσματος .
Το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα αφορά το πλαίσιο , τους τρόπους , τις μορφές που παίρνει η πολιτική αντιπαλότητα ως έκφραση ταξικών ,πολιτιστικών, τοπικών ,έμφυλων ,γλωσσικών και πάσης φύσεως διαφόρων που αναδύονται εντός της κοινωνίας. Ο εκσυγχρονισμός δεν ακυρώνει συγκρούσεις ,ασυμμετρίες , ατέλειες, αλλά τοποθετεί ένα επίπεδο έκφρασης τους όπου οι δυνάμεις της εργασίας συγκρουόμενες ,έχουν τις λιγότερες περιττές αναλώσεις. Διαφάνεια, αξιοκρατία ,φορολογία, ατομικά δικαιώματα, ειρηνική συνύπαρξη , ανοικτά επάγγελμα ,έλλογη αναλογική διαχείριση των κοινών πόρων είναι μερικά από τα προτάγματα της μεταρρυθμιστικής συγκυρίας. Η μεταρρύθμιση δεν είναι συμβιβασμός για το επίδικο της ιστορικής πόλωσης " δεξιά - αριστερά " ως τοπολογικά κεντρώα πολιτική αλλά επιλογή για το επίπεδο για τον τόπο για τη μορφή που θα πάρει η σύγκρουση των επίδικων.
Ένας κεντρώος ενιαίος μεταρρυθμισμός είναι υποκριτικός γιατί αποσιωπά την συγκρουσιακή φύση των μεταρρυθμίσεων. Αντιστοίχως ένας παθολογικός αριστερός αντιμεταρρυθμισμός είναι "δεξιός" γιατί καλλιεργεί και επαινεί την ιδεολογία της "ειδικής περίπτωσης" , της εξαίρεσης που είναι η συστημική και θεσμοποιημένη βούληση για διαχωρισμό από τους "κάτω" . Εναντίον των μεταρρυθμίσεων ευρίσκονται τυπικά λαικοδεξιές δυνάμεις με ισχύ στις κρατικές δομές. Κλειστά επαγγέλματα, προνομιακά συνταξιοδοτικά ταμεία, τοπικισμοί " έξω από την πόρτα μου" υδρεύουν , τροφοδοτούν, αναζωογονούν το ρεύμα ενός δεξιότροπου και δεξιόμορφου ρεύματος με μεγάλη επιρροή σε όλη την κοινωνία. Η ισχύς του ρεύματος δεν είναι αριθμητική , δημοσκοπική αλλά ιδεολογική. Επεκτείνεται πέραν της δεξιάς μέσω της βασικής μορφής που οικοδομεί τις αντιρρήσεις του για το μεταρρυθμισμό: «γιατί αυτός και όχι εγώ» Η επικρατούσα λογική στον Σύριζα , πρώτα το μνημόνιο μετά οι ενοποιήσεις των ταμείων είναι ο ιδεολογικός ιός το οποίο θα ανιχνεύσει ως κυβέρνηση στο σκληρό πυρήνα των ψηφοφόρων του όταν τους δει ως επιτροπές διαμαρτυρίας στα διάφορα υπουργεία. 


Ο μεταρρυθμίσμός πρέπει να είναι διακομματικός γιατί ακριβώς κατανοεί την διαφορά επιπέδου , τάξεως των διαφορετικών επίδικων που αναδύονται στην ελληνική κοινωνία.



(1)Η θεωρία του ακραίου κέντρου είναι η ανταπάντηση στη θεωρία των δύο άκρων , και είναι εξ' ίσου επικίνδυνη. Η θεωρία των δύο άκρων σκοπίμως ταξινομεί ως ισοδύναμη τη ιδεολογικοποιημένη γυμνή φασιστική βία με τις ανορθολογικές πλευρές λαϊκών εκφράσεων που προέρχονται από μια γενικευμένη πολιτιστική παράδοση ανομίας .Η θεωρία του ακραίου κέντρου σκοπίμως ενσωματώνει εντός του σώματος των πολιτικών λιτότητας, όσες πολιτικές στοιχειώδους εκσυγχρονισμού δημιουργούν δυσανεξία σε συλλογικότητες και σύνολα. Για κάποιους η δολοφονία μετανάστη από συμμορία είναι ισότιμη με τις αντιδράσεις στην Κερατέα, και για άλλους η κατάργηση ολοφάνερων επιλεκτικών , κατ' εξαίρεση , κρατικών προστασιών είναι ισότιμη με τη μείωση των συντάξεων αναπηρίας.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Πίσω από τις διαμαρτυρίες (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 19/11/2012)

Σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου εφαρμόζονταν πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής τέτοιας έντασης είναι δεδομένο πως θα υπήρχαν κοινωνικές διαμαρτυρίες. Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν είναι υγιεινός περίπατος. Ειδικά στην περίπτωσή μας, συνέτρεχαν πολλοί επιπλέον λόγοι που την κατέστησαν ακόμη πιο επίπονη. Αλλά και να μην συνέτρεχαν αυτοί οι λόγοι, πάλι τα μεγέθη είναι ενδεικτικά της τιτάνιας προσπάθειας. Από 24 δισεκατομμύρια ευρώ πρωτογενούς ελλείμματος φτάσαμε περίπου στα δύο, επίτευγμα πρωτοφανές.

Συνοπτικά οι λόγοι που κατέστησαν την προσαρμογή αυτή ακόμη πιο επίπονη είναι οι εξής. Πρώτον η λανθασμένη αξιολόγηση του προβλήματος. Δεύτερον η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού. Τρίτον η συγκρουσιακή πολιτική κουλτούρα των πολιτικών υποκειμένων που δεν επέτρεψε μέσω συναινετικών διαδικασιών την επιτάχυνση ορισμένων αναγκαίων δράσεων. Τέταρτον η απουσία χρόνου – όλα έγιναν πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα η όποια προσπάθεια εκλογίκευσης των δεδομένων σκόνταφτε και σκοντάφτει εν πολλοίς στην δραματική βιωματική εμπειρία απότομης πτώσης του βιοτικού επιπέδου.

Σίγουρα οι λόγοι είναι περισσότεροι και έχουν περιγραφεί επαρκώς από πλείστες όσες αναλύσεις που φωτίζουν πλευρές της προσπάθειας επιμέρους. Μια πτυχή όμως που αξίζει να δούμε επισταμένως είναι αυτή των διαρθρωτικών αλλαγών. Κοινός τόπος πως αυτές δεν προωθήθηκαν όσο γρήγορα επίτασσε η συγκυρία. Πέραν όμως της αρνητικής επίδρασης που είχε αυτή η κωλυσιεργία σε αυτό καθ’ αυτό το πρόγραμμα ( μνημόνιο) δημοσιονομικής προσαρμογής υπάρχει μία επιπλέον αρνητική συνέπεια. Η αδυναμία συγκρότησης σε επίπεδο κοινωνίας ενός ρεύματος μεταρρυθμιστικού, που ορμώμενο από τις επιτυχίες των μεταρρυθμίσεων ( που δεν έγιναν) θα έδινε πολιτική διέξοδο σε μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος.

Η αδυναμία συγκρότησης αυτού του ρεύματος ωστόσο δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αργή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων μόνο. Οφείλεται και στο γεγονός πως κατά την προηγούμενη οικονομική φάση οι δυνητικοί υποστηρικτές του ήταν πλήρως ενσωματωμένοι στο εσωστρεφές κορπορατιστικό σχήμα της ελληνικής οικονομίας και μάλιστα σε προνομιακές θέσεις. Το ίδιο το μνημόνιο και οι μεταρρυθμίσεις που προέκρινε ήταν και είναι ενταγμένες στο πλαίσιο μιας προσπάθειας αλλαγής αυτού του μοντέλου. Από μία οικονομία εσωστρεφή, με κυρίαρχο ρόλο του κράτους και μερικών προνομιακών εταιρειών – επιχειρήσεων σε μια οικονομία εξωστρεφή, ανταγωνιστική με προϊόντα και υπηρεσίες διεθνώς εμπορεύσιμες. Δομική αλλαγή που αλλάζει άρδην τα δεδομένα πολλών ετών.

Στο βαθμό λοιπόν που δεν είχε γίνει αντιληπτό το βάθος και το μέγεθος της κρίσης, οι περισσότεροι διεκδικούσαν με βάση τα παλαιά σχήματα. Πίστευαν, με ευθύνη και της πολιτικής ηγεσίας, πως μπορούν να διασώσουν προνόμια και να διασωθούν – αυξάνοντας δυσανάλογα το κόστος για τους υπόλοιπους. Και μιλάμε πάντα για την μερίδα εκείνη των ανθρώπων που δυνητικά είναι οι υποστηρικτές ενός μεταρρυθμιστικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία.

Σήμερα που σχεδόν κάθε αυταπάτη για το μέγεθος και το βάθος της κρίσης έχει διαλυθεί μιας και τα  δημοσιονομικά μέτρα είναι πολύ βαριά, εάν πραγματοποιηθούν μεταρρυθμίσεις που αποφέρουν ένα συγκεκριμένο και μετρήσιμο αποτέλεσμα, τα πράγματα ίσως αλλάξουν. Ίσως ενισχυθεί αυτό το μεταρρυθμιστικό ρεύμα με ανθρώπους που θα βλέπουν σε αυτό την προοπτική επανάκτησης των απωλειών μέσα από έναν άλλον δρόμο. Θα δημιουργηθεί μια εδραία πεποίθηση πως υπάρχει μέλλον μέσα από μεταρρυθμίσεις και εξορθολογισμό. Ίσως δε, με αυτόν τον τρόπο υπερκεράσουμε την μερικότητα που κατεύθυνε την πολιτική δράση και σκέψη, υπέρ του κοινωνικού συμφέροντος. 

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Εξελίξεις (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 12/11/2012)


Από ότι διαβάζουμε και πληροφορούμαστε, τη στιγμή που αναμένουμε τις αποφάσεις για την εκταμίευση της δόσης για την Ελλάδα, υπάρχει μία ριζική διαφωνία στους κόλπους των εταίρων και δανειστών μας. Η διαφωνία εστιάζεται στη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και ακολούθως στους τρόπους επίλυσης αυτού του κομβικού ζητήματος. ΔΝΤ και Ευρωπαίοι προσεγγίζουν το ζήτημα με διαφορετικό τρόπο. Το ενδεχόμενο το ΔΝΤ να θέσει επισήμως ζήτημα «κουρέματος» των ελληνικών ομολόγων του επίσημου τομέα ( ΟSI) είναι πολύ πιθανό. Στην εξέλιξη αυτή όμως δεν συναινούν όλοι.

Η επανεκλογή του προέδρου Ομπάμα συνιστά μία καλή είδηση για την Ελλάδα. Η παρέμβασή του πλείστες όσες φορές στο πρόσφατο παρελθόν υπέρ μιας δομικής λύσης των προβλημάτων της ευρωζώνης ευνόησε και την Ελλάδα. Πέραν του οικονομικού σκέλους φαίνεται πως συνυπολογίζονται στην περίπτωσή μας και οι γεωπολιτικές παράμετροι, ίσως και ευρύτεροι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί.

Από την άλλη οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία δείχνουν ισχυροποίηση της καγκελαρίου Μέρκελ, που εκτός απροόπτου θα οδηγήσουν στην επανεκλογή της. Μία σημαντική διαφοροποίηση όμως που θα προκύψει από τις γερμανικές εκλογές είναι η πιθανή συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση. Ένας «μεγάλος συνασπισμός» είναι προτιμότερος από τον παρόντα.

Η Γαλλία από την άλλη φαίνεται να βρίσκεται στην αρχή μιας περιόδου προκλήσεων. Τα πρώτα σύννεφα μαζεύονται πάνω από το Παρίσι και το μέγεθος αλλά και η πολιτική και οικονομική βαρύτητα της χώρας αυτής δεν επιτρέπει καθυστερήσεις. Η Γαλλία εμφανίζει πολλά παρόμοια χαρακτηριστικά με χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Παράλληλα με τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να κάνει οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Μια κάποιου είδους αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους και πρόσβαση στο δανεισμό με παρεμφερείς όρους είναι από ότι φαίνεται αναγκαία προϋπόθεση για την ευρωζώνη και η Γαλλία μπορεί να πιέσει προς αυτή τη κατεύθυνση.

Για παράδειγμα πως θα ανταγωνιστεί μια γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, ή μια ιταλική βιομηχανία την αντίστοιχη γερμανική όταν η δεύτερη χρηματοδοτείται με υποπολλαπλάσια επιτόκια; Αν υποθετικά όλος ο απείθαρχος νότος εκσυγχρονιζόταν σε μία βραδιά, αν καταπολεμούσε διαφθορά, αναποτελεσματικότητα, σπατάλες το πρόβλημα αυτό θα συνέχιζε να υπάρχει. Πρόβλημα που ναρκοθετεί την πορεία της ευρωζώνης.

Η Ελλάδα φαίνεται ότι αγοράζει χρόνο συνεχώς. Βέβαια τον αγοράζει αρκετά ακριβά, πληρώνοντας μεγάλο κοινωνικό κόστος. Η κυβέρνηση συνεργασίας όλο αυτό το διάστημα ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό των δημοσιονομικών μέτρων. Πέραν αυτού, το ίδιο το κυβερνητικό σχήμα είναι μία σχετικά πρωτόγνωρη εμπειρία τόσο για το πολιτικό προσωπικό όσο και για το πολιτικό μας σύστημα. Θα κριθεί η αποδοτικότητά της το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Οι αδυναμίες και οι αρρυθμίες έχουν εντοπιστεί. Οι μεταρρυθμίσεις εκκρεμούν, η διαπραγμάτευση είναι συνεχιζόμενη διαδικασία σε πολιτικό επίπεδο. Υπάρχει πεδίο δράσης.

Το επόμενο διάστημα οι προσπάθειες της κυβέρνησης πρέπει να ενταθούν. Αυτή τη φορά δεν υπάρχει πολυτέλεια για αργοπορίες. Τα πεδία είναι τόσο το εσωτερικό όσο και το εξωτερικό. Πρέπει να ασχοληθεί και με τα «μικρά» ζητήματα αλλά και με τα «μεγάλα». Πρέπει να έχει εικόνα για τις γειτονιές της Αθήνας αλλά ταυτόχρονα και στρατηγική στα τραπέζια λήψης αποφάσεων. Πρέπει απαραιτήτως να προβεί σε όλους του απαραίτητους εκσυγχρονισμούς των δομών όμως ταυτόχρονα να ντύσει την προσπάθεια με πολιτικά επιχειρήματα, με συμβολικές ενέργειες. Η κοινωνία θα την ακούσει – όπως θα ακούσει και την αντιπολίτευση.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Όλοι είμαστε στρατηγοί (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 15/10/2012)


Όλοι οι Έλληνες έχουμε πει ή ήμαστε αυτήκοοι μάρτυρες της εξής φράσης – «εάν ήμουν εγώ πρωθυπουργός θα ….» ή « κάντε με μια μέρα πρόεδρο και θα …». Όποιος το αρνηθεί, λέει ψέματα. Αυτό το λέγαμε παλιά, αλλά το λέμε στις παρέες μας ιδιαίτερα σήμερα, που η κρίση μονοπωλεί τις συζητήσεις. Δεν είναι κακό και μέχρι ένα σημείο έχει και μία γοητευτική πλευρά.

Το πρόβλημά μας όμως ξεκινά από την στιγμή που αυτά που αναπαράγονται καθ’ έξη μετατρέπονται σε παγιωμένες ανελαστικές βεβαιότητες. Μικρά ρέματα και ποτάμια που ρέουν κάθε μέρα, ενώνονται και γίνονται χείμαρρος απολυτότητας. Πέραν του γεγονότος πως η απολυτότητα είναι μια δομικά προβληματική περίπτωση, ενυπάρχει και μία ακόμη λανθάνουσα διάσταση. Όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας στρατηγούς. Στρατηγός της μεταρρύθμισης, στρατηγός του αντιμνημονιακού αγώνα, στρατηγός του λαϊκού κινήματος, στρατηγός στις διεθνείς σχέσεις, τη διπλωματία, τη διαπραγμάτευση.

Φαίνεται να μην έχουμε την κουλτούρα των μικρών επιμέρους βελτιώσεων, της επίτευξης μικρών ενδιάμεσων στόχων. Έχουμε μάθει να προσεγγίζουμε τα ζητήματα ως παίγνιο μεγάλων ανδρών. Ως ζητήματα διαχείρισης κορυφής. Αναμένουμε μία μεγάλη κίνηση που θα σώσει την παρτίδα. Μια εξαιρετική ικανότητα της οποίας ο φορέας επιδεικνύοντάς την την κατάλληλη στιγμή θα αλλάξει το ρου της ιστορίας.

Όλοι αναλύουμε την μεγάλη εικόνα, το μεγάλο παιχνίδι, την στρατηγική. Το στρατιωτικό ρητό όμως λέει : «οι ερασιτέχνες κοιτούν την στρατηγική αλλά οι επαγγελματίες την επιμελητεία ( την μεταφορά/ προμήθεια/ διαχείριση των εφοδίων)».  Οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνον στα τραπέζια σχεδιασμού αλλά στα ρηχά ζητήματα της διαχείρισης των πόρων.

Μάθαμε έτσι. Η ιστορία που διδάσκουμε στα σχολεία δεν αναλύει αίτια. Είναι δομημένη με τρόπο που να εξυπηρετεί τον εθνικό συγκροτητικό μύθο. Γίνανε βήματα αλλά αποδεικνύονται δυστυχώς μετέωρα. Στο πεδίο της πολιτικής ως παιδευτική διαδικασία η Αριστερά και το ΠΑ.ΣΟ.Κ υποσχέθηκαν πως θα αναλάβει το κράτος, αντί ημών, όλες τις υποχρεώσεις μας. Η Δεξιά δεν ενεπλάκη στο πεδίο των ιδεών και ιστορικά ηττήθηκε στη Μεταπολίτευση. Η αντίληψή μας για την ανάπτυξη το ίδιο. « Να πέσουν – προφανώς από κάποιον που θα τα ρίξει- λεφτά στην αγορά». Στα δημόσια έργα έχουμε κουλτούρα «μεγάλων έργων» απαξιώνοντας μικρές βελτιωτικές παρεμβάσεις. Παντού πληθωριστικοί. Στις δομές της κοινωνικής πρόνοιας, της διοίκησης το ίδιο, με αποτέλεσμα τα αρχικά σχεδιαστικά λάθη να διαιωνίζονται.

Πώς λοιπόν στην κρίση να πράξουμε διαφορετικά; Δεν είναι εφικτό. Παρά την μερική συνειδητοποίηση, παρά τα αυξημένα παραδείγματα μιας διαφορετικής κουλτούρας και νοοτροπίας προς ώρας τίποτε δεν φαίνεται αρκετό να αντιστρέψει τη ροή των πραγμάτων. Ατομικές εξαιρέσεις, μικρές συλλογικότητες, πυρήνες του νέου και διαφορετικού δεν μπορούν να τραβήξουν ολόκληρη τη χώρα μπροστά. 

Βέβαια έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στην ευρωζώνη πλέον είναι απαραίτητη και μια σειρά ενεργειών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Μεγάλες αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Το πρόβλημα είναι αντικειμενικά γιγαντιαίο και εκτείνεται πέραν των συνόρων μας και των δυνατοτήτων μας. Εμείς όμως παραμένουμε «στρατηγοί». Μπορούμε, και καλά κάνουμε, να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τις μεγάλες αποφάσεις. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά μας. Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε να ανοίξουν πέντε- έξι επαγγέλματα, να συμφωνήσουμε στα ήσσονος. Μας τρέφει η αέναη σύγκρουση για τα μεγάλα. Αναμένουμε τους ήρωες αλλά παραμένουμε στατικοί. Έξω από το χρόνο.

Αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες - Μπρεχτ

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Μερικότητα ή αξιοποίηση πλεονεκτημάτων (άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 8/10/2012)


Γιατί οι Έλληνες αντιλαμβάνονται το γενικό συμφέρον ως άθροισμα μερικοτήτων; Γιατί μας ενδιαφέρει ιεραρχικά πρώτα το συμφέρον της οικογένειάς μας, μετά των συγγενών μας, ακολούθως της επαγγελματική ομάδας όπου ανήκουμε και πιθανά και του τόπου από τον οποίο καταγόμαστε; Είναι μοναδικό φαινόμενο αυτό; Οι άλλοι λαοί πως σκέφτονται; Δεν τους ενδιαφέρουν τα ίδια με την ίδια σειρά; Δεν νοιάζονται για αυτά, όπως εμείς;

Χωρίς να διεκδικώ την απόλυτη αλήθεια εκτιμώ πως και άλλοι λαοί, εντός των οποίων και λαοί προηγμένων κρατών ενδιαφέρονται για τα ίδια με την ίδια σειρά. Με μία όμως βασική διαφορά. Δεν μένουν εκεί. Αποδέχονται μία κεντρική σύμβαση, αποδέχονται ένα πλαίσιο που κανοναρχεί όλο αυτό το πλέγμα συμφερόντων. Αποδέχονται την νεωτερική κοινωνία με ό,τι αυτό συνεπάγεται, με ό,τι αυτό και αν σημαίνει.

Στην Ελλάδα δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως η κοινωνία μας δεν είναι νεωτερική. Θα ήταν μια τέτοια παραδοχή ακραία λεκτική διατύπωση και δυστυχώς λόγω κρίσης οι ακραίες λεκτικές διατυπώσεις είναι πληθωριστικές. Όμως υπάρχει ένα δομικό στοιχείο που μας καθιστά ιδιάζουσα περίπτωση, που συνεχώς σπρώχνει την έλευση της ( δυτικής) κανονικότητας όλο και πιο πέρα, μετέπειτα. Η ισχυρή παράδοση κοινοτισμού των Ελλήνων ίσως είναι μία βασική αιτία. Ο κοινοτισμός των Ελλήνων συγκρούστηκε με τις επιταγές της νεωτερικότητας πλείστες όσες φορές. Δεν νίκησε αλλά και δεν ηττήθηκε. Εγκολπώθηκε. Με έναν τρόπο καταφέρναμε συνέχεια να υπερβαίνουμε αλλά να μην λύνουμε.

Τα παραδείγματα πολλά. Από τον Καποδίστρια μέχρι την Μεταπολίτευση μπορούμε να βρούμε σχετικά εύκολα αρκετά παραδείγματα.  Το πελατειακό κράτος, η αδύναμη δημόσια διοίκηση, το ρουσφέτι, το λάδωμα, η σύγκρουση για την χωροταξία εγκαταστάσεων απορριμμάτων ( όχι στο δικό μου χωριό αλλά παραδίπλα), η πεισματική προστασία κλειστών επαγγελμάτων και η αποδοχή αυτού του καθεστώτος ακόμη και από τους μη άμεσα ωφελούμενους ( που κανονικά θα έπρεπε να πρωτοστατούν στην επιδίωξη της αλλαγής)  είναι μερικές ενδείξεις ανάμεσα σε πλήθος άλλων που πιθανά αποδεικνύουν τα ανωτέρω. Είναι σημαντικό πως αυτή η παράδοση του κοινοτισμού δεν έχει μόνον αρνητική όψη. Δεν είναι το αποκλειστικό αίτιο – τροχοπέδη της ελληνικής κακοδαιμονίας. Ή αλλιώς, θα μπορούσε να αποτελέσει πλεονέκτημα και όχι μειονέκτημα. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;

Εφόσον η Ελλάδα είναι πλήρως ενταγμένη στο παγκόσμιο σύστημα, σε αυτό που σχηματικά ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση αλλά και ειδικότερα σε αρκετές υπερεθνικές οντότητες με κυρίαρχη και καθοριστική την ΕΕ, αυτή η ιδιαιτερότητα μπορεί να αναδειχθεί σε παράγοντα καθυστέρησης. Σε πλαίσια εθνοκρατικά, με μικρή ή μικρότερη αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο κόσμο αυτή η ιδιαιτερότητα ίσως δεν είχε τόσο βαρύ αποτύπωμα. Στα πλαίσια όμως που βρισκόμαστε και θέλουμε να βρισκόμαστε με βάση την κατανάλωσή μας, οφείλουμε και εμείς να περαιώσουμε πλήρως και αμετάκλητα το πέρασμά μας στη νεωτερική κοινωνία. Να το λύσουμε μεταξύ μας, όχι να το υπερβούμε ή να το αναβάλουμε.

«Τα πετυχημένα παραδείγματα ενσωμάτωσης στην παγκοσμιοποίηση, προέρχονται από τις οικονομίες των προσαρμοσμένων «εξαιρέσεων». Πεδίο λοιπόν πολιτικής επέμβασης στο παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι δεν είναι η αναστροφή προς τον προστατευτισμό, αλλά η μέριμνα για μια διατήρηση ενός οικονομικού πλουραλισμού» λέει ο Roberto Unger. Στα καθ’ ημάς αν εμείς λοιπόν σαν Έλληνες καταφέρουμε να αποδεχθούμε πλήρως ένα νεωτερικό πλαίσιο και να οργανωθούμε με βάση αυτό τότε πιθανά να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε την παράδοση του κοινοτισμού επιπροσθέτως. Να κάνουμε την Ελλάδα μία ακόμα περίπτωση προσαρμοσμένης «εξαίρεσης». Όπου «προσαρμογή» σημαίνει προσαρμογή μας στα νεωτερικά πρότυπα και «ιδιαιτερότητα» η αξιοποίηση των όποιων συγκριτικών πλεονεκτημάτων έχουμε σαν λαός, σαν τόπος, σαν παράδοση. Πρώτα από όλα όμως προσαρμογή, νεωτερικότητα και κανονικότητα. Προς ώρας αγανακτούμε ( όχι όλοι) γιατί η οργανωμένη Πολιτεία- έκφραση της νεωτερικότητας- δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει όπως έκανε μέχρι πρόσφατα την μερικότητα των αιτημάτων, αποκομμένων μάλιστα από το γενικό συμφέρον.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Μπορούμε; ( άρθρο μου για την Θεσσαλονίκη της 1/10/2012)


Φτάσαμε πάλι στο σημείο επισημοποίησης και κοινοποίησης ενός νέου πακέτου δημοσιονομικών μέτρων, ιδιαίτερα σκληρών. Βέβαια τα μέτρα αυτά δεν αποφασίστηκαν τώρα αλλά ήταν ενταγμένα και προαποφασισμένα από την στιγμή που δεχθήκαμε το δεύτερο μνημόνιο και την αναδιάρθρωση χρέους που το συνόδευε. Η συγκυρία είναι κρίσιμη, όλα τα ζητήματα είναι ανοιχτά, σοβαρές αποφάσεις αναμένονται, ισχυρές πρωτοβουλίες υπερεθνικού επιπέδου αναζητούνται αλλά και πιθανά προετοιμάζονται. Εμείς όμως στο εθνικό επίπεδο έχουμε τον δικό μας Γολγοθά.

Αυτό που δυστυχώς δεν γίνεται ευρέως αποδεκτό είναι πως είτε με πολιτικές μνημονίου είτε χωρίς αυτές υπάρχει μία συγκεκριμένη ατζέντα πρωτοβουλιών και ενεργειών που απαντά μερικώς στο δομικό πρόβλημα της χώρας. Δυστυχώς όμως η συγκρουσιακή ροπή του πολιτικού μας συστήματος, η επιδίωξη κομματικής ωφέλειας από πλευράς αντιπολίτευσης και οι καθυστερήσεις ή οι αστοχίες της κυβέρνησης αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση από θέματα στα οποία θα μπορούσε να υπάρξει μια συνεννόηση.

Όλη η δημόσια συζήτηση, ο δημόσιος διάλογος, η κομματική αντιπαράθεση γίνεται για την μεγάλη εικόνα. Με το μνημόνιο ή χωρίς αυτό; Με την αναδιαπραγμάτευση ή με την καταγγελία; Με την ΕΕ ή την Ρωσία ( άσχετα αν η δεύτερη δεν δανείζει 5 δις την Κύπρο) ; Με την Δύση ή με την Ανατολή; Με κάποιους ή μόνοι μας; Με την Ευρωζώνη ή σαν την Αργεντινή; Αμέσως μετά μεταφερόμαστε στα πολύ μικρά ( όχι όμως ασήμαντα). Η περιπτωσιολογία γίνεται ωκεανός που στο τέλος μας πνίγει. Με την εξίσωση πετρελαίου  θέρμανσης – κίνησης ή με την πάταξη του λαθρεμπορίου; Με το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης ή με τη διάσωση του επιδόματος παραγωγικότητας; Με τη χρέωση των τηλεφώνων στον ΕΟΠΠΥ; Με τα σκουπίδια που βρομίζουν τις πόλεις;

Σε αυτό το πλαίσιο δεν μένει χώρος για στρατηγικές επιλογές. Σε αυτή τη δημόσια σφαίρα, σε αυτόν τον δημόσιο διάλογο δεν υπάρχει χώρος για παράθεση επιχειρημάτων, για επεξήγηση, για μεσοπρόθεσμη στόχευση. Δεν υπάρχει χρόνος. Τα μικρά προβλήματα είναι πιεστικά και για τα μεγάλα έχουμε ήδη χωριστεί στα δύο. Αναπαράγουμε την ίδια μεταπολιτευτική παθογένεια. Αδυνατούμε να εντάξουμε τα αιτήματα, τις ανάγκες σε ένα πλαίσιο προτεραιοτήτων. Αδυνατούμε να δεχθούμε ιεράρχηση αναγκών, δεσμεύσεις ενός σχεδίου. Απλά παλαιότερα δεν το βλέπαμε διότι είχαμε την οικονομική δυνατότητα να τα ικανοποιήσουμε σχεδόν όλα με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε σε ένα πολυεπίπεδο συνοθύλευμα. Συνοθύλευμα διοικητικό, νομικό, ρυθμιστικό, λειτουργικό.

Γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για ένα επίκαιρο ζήτημα; Για παράδειγμα για τον τρόπο κατάρτισης του προϋπολογισμού. Είτε με μνημόνιο είτε χωρίς είναι δεδομένη η αναγκαιότητα αναμόρφωσης του τρόπου κατάρτισης του προϋπολογισμού.

Η αναφορά στον προϋπολογισμό δεν είναι τυχαία. Ο τρόπος σχεδιασμού και εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, αποτελεί μία βασική παράμετρο προώθησης ή ανάσχεσης των μεταρρυθμίσεων στη δημόσια διοίκηση.  Από ένα σύστημα όπου απουσιάζει ο προσανατολισμός στην αξιολόγηση της αποδοτικότητας των παρεχόμενων χρηματοδοτήσεων και του βαθμού επίτευξης των στόχων να περάσουμε σε ένα άλλο όπου η κοινοβουλευτική συζήτηση επί του προϋπολογισμού θα πρέπει να αποτελεί μία διαδικασία προγραμματισμού του κυβερνητικού έργου. Όχι απλά μία παρουσίαση της κατανομής κονδυλίων αποσυνδεδεμένα από τους στόχους και τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα πολιτικής αλλά σύνδεση μεταξύ στόχων, προτεραιοτήτων και δαπανών[1]. Αλλαγή πολιτική και όχι μόνον τεχνοκρατική που ανανοηματοδοτεί την έννοια της στρατηγικής και δίνει εργαλεία εφαρμογής της. Εξοπλίζει την κυβέρνηση με τη δυνατότητα εφαρμογής δημοσίων πολιτικών, με δυνατότητα αξιολόγησης και αναμόρφωσης όπου κριθεί απαραίτητο.

Υπάρχουν λοιπόν πεδία συμφωνίας και συνεννόησης με ευεργετικά αποτελέσματα. Ή θα το παλέψουμε ή θα συνεχίσουμε τα ίδια. Μπορούμε;



[1] Στοιχεία από την Λευκή Βίβλο για τη Διακυβέρνηση

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Πώς να γίνεις ηγέτης

Οι ηγέτες γεννιούνται ή γίνονται; Γιατί η δημαγωγία και η κρίση πάνε πάντα μαζί; Ο Ρον Χάιφετζ που διδάσκει το δημοφιλέστερο μάθημα του Χάρβαρντ, τις «Ασκήσεις ηγεσίας», προσπάθησε να συμπυκνώσει ένα σεμινάριο ηγεσίας μέσα σε μία ώρα



Τον Απρίλιο του 2010, λίγο πριν από την προσφυγή της χώρας μας στον μηχανισμό στήριξης, ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου – και πρώην φοιτητής του στο Χάρβαρντ το 1993 – κάλεσε τον Ρον Χάιφετζ στην Αθήνα για ένα εντατικό σεμινάριο στους υπουργούς της κυβέρνησής του. Μάλλον περισσότερο για συμβολικούς λόγους, για να ενεργοποιήσει δηλαδή τα πολιτικά τους ρεφλέξ, και λιγότερο για ουσιαστικούς. Στο κάλεσμα τελικά ανταποκρίθηκαν οι συνήθεις ύποπτοι εκείνης της εποχής: οι Γερουλάνος, Μπιρμπίλη, Παμπούκης και ορισμένοι άλλοι. Οι υπόλοιποι επικαλέστηκαν φόρτο εργασίας. Ο ίδιος ο Παπανδρέου ήταν παρών σε ολόκληρο το σεμινάριο – ίσως περισσότερο από νοσταλγία για ένα περιβάλλον δημιουργικής πολιτικής σκέψης που απείχε έτη φωτός από την πραγματικότητα που καλούνταν να διαχειριστεί.
Οι παραδόσεις του Χάιφετζ στα αμφιθέατρα του John F. Kennedy School of Government παραπέμπουν σε ένα πειραματικό εργαστήρι σχέσεων εξουσίας. Το μάθημα συνήθως αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας προσομοίωσης, όπου οι φοιτητές καλούνται να αντιληφθούν βιωματικά τα βάρη και τα άγχη της ηγεσίας ακόμη και μέσα στον κλειστό χώρο μιας αίθουσας. Κανένας τελικά δεν μένει αλώβητος ψυχολογικά από αυτή τη δοκιμασία.
Ο Χάιφετζ έγινε γνωστός τη δεκαετία του 1980 όταν κλόνισε τις υπάρχουσες θεωρίες που επικρατούσαν στη μελέτη του φαινομένου της ηγεσίας διαχωρίζοντάς το από τη διοίκηση ή την εξουσία και ορίζοντάς το ως τη διαδικασία κινητοποίησης μιας «κοινότητας ανθρώπων» για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, τα οποία ονομάζει «προκλήσεις προσαρμογής». Τα βιβλία του στη δεκαετία του 1990 εκτόξευσαν τη φήμη του παγκοσμίως, ενώ ο ίδιος παρέχει συμβουλές σε κυβερνήσεις, πολιτικούς και επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Πριν από το Χάρβαρντ, ο Χάιφετζ, που είναι σήμερα 62 ετών, έζησε τα ταραγμένα 60s ως εθελοντής στην καμπάνια του Ρόμπερτ Κένεντι, σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και εργάστηκε ως ψυχίατρος σε φυλακές – δουλειά που αποτέλεσε το έναυσμα για την εμβάθυνση της μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε στρεσογόνες καταστάσεις.
Ο Χάιφετζ επισκέφθηκε και πάλι εφέτος τη χώρα μας για λίγες ημέρες στο πλαίσιο του ετήσιου Συμποσίου της Σύμης που διοργανώνει το Ιδρυμα Ανδρέα Γ. Παπανδρέου και μας συνάντησε στο αεροδρόμιο της Αθήνας λίγο πριν από το ταξίδι της επιστροφής στη Βοστώνη, όπου μίλησε, μεταξύ άλλων, για τις προσαρμογές και τις προκλήσεις που πρέπει να διαχειριστεί η ελληνική κοινωνία ώστε να εξέλθει αποτελεσματικά από την κρίση.
Στην Ελλάδα αυτή την εποχή βιώνουμε την απόλυτη διαίρεση ως κοινωνία για θέματα όπως το μνημόνιο, οι αποκρατικοποιήσεις, οι απολύσεις στο Δημόσιο, η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας. Τι συμβουλή θα δίνατε στον έλληνα Πρωθυπουργό για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της μετάβασης σε μια νέα πραγματικότητα; «Θα του έλεγα ότι οφείλει να καταστήσει την Ελλάδα λιγότερο ευάλωτη στους κινδύνους του υπάρχοντος χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για να το καταφέρει αυτό θα πρέπει να κερδίσει χρόνο στο εξωτερικό, για να μπορέσει να πραγματοποιήσει όλες τις απαραίτητες αλλαγές στο εσωτερικό. Πρέπει να συνεχίσει τη δουλειά που ξεκίνησε ο Παπανδρέου με τα πακέτα διάσωσης από τις ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να επικεντρωθεί στη δουλειά που πρέπει να γίνει στο εσωτερικό: να επεξηγήσει την αναγκαιότητα των αλλαγών και να δώσει στον κόσμο μια αίσθηση πίστης ότι μπορεί να τα καταφέρει. Οι μεταρρυθμίσεις είναι στο τέλος της ημέρας απαραίτητες ώστε να απελευθερωθεί η οικονομία και να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Οι αλλαγές θα έχουν πόνο και κάποιοι θα χάσουν τα κεκτημένα τους, όμως η οικονομία θα πρέπει να επαναλειτουργήσει, οι τράπεζες πρέπει να δανείζουν νέες επιχειρήσεις και start-ups. Ολα πρέπει να αλλάξουν στη χώρα σας. Το σημαντικότερο όλων όμως είναι ότι πρέπει να επαναφέρει την εμπιστοσύνη στους κόλπους της κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει διαρραγεί στη χώρα σας από τον καιρό της τουρκοκρατίας και έχω την αίσθηση ότι δεν επανήλθε ποτέ.
 Η επαναφορά της εμπιστοσύνης είναι σημαντική, διότι χωρίς αυτήν η ηγεσία δεν μπορεί να κινητοποιήσει τη συλλογική ευφυΐα και να δημιουργήσει ευημερία. Για να την αποκαταστήσεις βέβαια χρειάζεται μια σειρά από αλλαγές κυρίως στο δικαστικό σύστημα και κυρίως να πάψει η ατιμωρησία των πολιτικών. Δύο-τρεις συμβολικές κινήσεις από μόνες τους δεν είναι αρκετές για να επαναφέρεις την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη στους κόλπους της κοινωνίας».
Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό πίσω από την αποτελεσματική ηγεσία; «Νομίζω υπάρχουν πολλά μυστικά, ανάλογα με τις απαιτήσεις των περιστάσεων. Υπάρχουν βέβαια κοινοί παρονομαστές, εντοπίζονται ωστόσο ουσιώδεις διαφορές ανάλογα με τις ανάγκες της συγκυρίας, της κουλτούρας κάθε κοινωνίας και τους συσχετισμούς μιας κατάστασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειαζόμαστε ηγέτες που διαθέτουν την ασυνήθιστη ικανότητα να ακούν και να συνθέτουν πολύπλοκες καταστάσεις, καθώς και να ακούν διαφορετικές αναλύσεις από πολλαπλές πηγές προτού λάβουν μια απόφαση. Ενας άνθρωπος σε θέση ευθύνης μπορεί να υποπέσει σε τεράστια λάθη αν δεν διαθέτει την ικανότητα να ακούει, διότι εξαιρεί και εν τέλει αγνοεί από την ανάλυσή του κρίσιμα στοιχεία ή οπτικές γωνίες ενός θέματος.
Σε άλλες περιπτώσεις χρειαζόμαστε ηγέτες που διαθέτουν σπάνια χαρίσματα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Που κατανοούν τους ανθρώπους και τις ανάγκες τους και γνωρίζουν πώς να μιλούν σε συγκεκριμένα ακροατήρια, σε συγκεκριμένες στιγμές: ηγέτες δηλαδή με υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, που διαθέτουν αυτή την υπέροχη δυνατότητα να ενώνουν τους ανθρώπους και να δημιουργούν μια αίσθηση ομοψυχίας. Και βέβαια μια άλλη σημαντική ικανότητα είναι η ρητορεία, η δυνατότητα κάποιου να μιλάει όχι απλώς με σαφήνεια, αλλά και με έναν τρόπο που “μιλάει” στις καρδιές των ανθρώπων, στοχεύοντας στο προσωπικό τους αξιακό σύστημα. Το μείγμα λοιπόν των αρετών και δεξιοτήτων που διαθέτει κάποιος είναι που καθορίζει και την ικανότητά του να πλοηγήσει μια χώρα».
Η ηγεσία στον κόσμο των επιχειρήσεων απαιτεί διαφορετικά χαρακτηριστικά; «Η δημιουργία μιας επιχείρησης απαιτεί τη διαχείριση ενός πλέγματος προκλήσεων πολύ διαφορετικού από αυτό που αντιμετωπίζει κάποιος στην ανάπτυξη ή στη συρρίκνωση μιας εταιρείας. Ενας επιχειρηματίας που έχει στήσει μια επιχείρηση συχνά αδυνατεί να τη διοικήσει σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία που ενδεχομένως θα χρειαστεί να απολύσει υπαλλήλους ή να κλείσει τμήματα για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά της.
 Οι αρχές αυτές ισχύουν και στην πολιτική. Μια κυβέρνηση συχνά καλείται να τονώσει την επιχειρηματικότητα, να δημιουργήσει νέες προϋποθέσεις για ανάπτυξη και για να το καταφέρει αυτό θα πρέπει να οδηγήσει την κοινωνία από το παρελθόν στο μέλλον μέσω μιας διαδικασίας μετάβασης. Αυτή η διαδικασία απαιτεί διαφορετικές ικανότητες, ανάλογα με τη φύση της μετάβασης. Σε διαδικασίες γρήγορης μετάβασης απαιτείται αποφασιστικότητα και ταχύτητα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που η μεταβατική διαδικασία, καθώς και η προσαρμογή στα νέα δεδομένα, διαρκεί πολύ περισσότερο, πρώτον γιατί οι άνθρωποι πρέπει να απορροφήσουν τις απώλειες που θα υποστούν και δεύτερον γιατί χρειάζεται χρόνος ώσπου οι άνθρωποι να αναπτύξουν νέες δεξιότητες, πρόκειται άλλωστε για μια πειραματική διαδικασία».
Πόσο εύκολο είναι όμως να το εξηγήσεις αυτό σε μια κοινωνία που έχει διαπαιδαγωγηθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο; «Ενας ηγέτης οφείλει να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί μια μεταβατική περίοδος μπορεί να διαρκέσει λίγο ή πολύ. Είναι σημαντικό οι άνθρωποι να κατανοήσουν τους λόγους, αλλά και τους παράγοντες που καθορίζουν τη χρονική διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου. Πέρα όμως από την επεξήγηση, μια άλλη σοβαρότατη πολιτική πράξη είναι η δημιουργία συνθηκών για ανάπτυξη, αλλά και η ικανότητα να αποτρέψεις τον πανικό. Ενας ηγέτης μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνος όσο η περίοδος μετάβασης μακραίνει. Κι αυτό γιατί ο πόνος είναι δυσβάσταχτος και οι άνθρωποι θέλουν να απαλλαγούν από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα η αβεβαιότητα φοβίζει τους ανθρώπους. Σε εποχές όπως αυτή που περνάει τώρα η χώρα σας, ο πόνος, η αβεβαιότητα, αλλά και η αγωνία των ανθρώπων τούς καθιστά ευάλωτους σε απλοϊκές απαντήσεις και απλουστευτικές αναλύσεις που ακούγονται ελκυστικές, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται απλώς για ψευδαισθήσεις».
Εκεί αναλαμβάνουν δράση οι δημαγωγοί, όπως μας δίδαξε η αρχαία Ελλάδα. «Ακριβώς. Και η δημαγωγία δεν έχει καμία σχέση με την άσκηση ηγεσίας».
Δηλαδή; «Η άσκηση ηγεσίας είναι η πράξη της επίτευξης συλλογικής προόδου και επίλυσης κοινών προβλημάτων. Η άσκηση της ηγεσίας σε μια δημοκρατία είναι η τέχνη της κινητοποίησης πόρων, ενέργειας, δημιουργικότητας, αλλά και συλλογικής ευφυΐας για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων και προκλήσεων. Στην ουσία η ηγεσία καλείται να κάνει τη δημοκρατία να λειτουργήσει. Να δημιουργήσει ευκαιρίες και δυνατότητες για τους πολίτες και όχι εξάρτηση. Ομως σε εποχές κρίσης συναντάται η τάση των ανθρώπων να επιλέγουν την εξάρτηση στην εξουσία, σε εύκολες απαντήσεις και τελικά στη δημαγωγία. Οι δημαγωγοί συχνά υπόσχονται ότι θα οδηγήσουν τους ανθρώπους στη γη της επαγγελίας, όμως αυτό που τελικά πετυχαίνουν είναι να καθυστερήσουν τη λύση. Και σε κάποιες περιπτώσεις φέρνουν την καταστροφή».
Υπάρχει μια διάσημη φράση που αποδίδεται στον Ζαν-Ζακ Ρουσό που λέει ότι «είναι οι σπουδαίες καταστάσεις που αναδεικνύουν τους μεγάλους άνδρες». Αναρωτιέμαι αν συμφωνείτε με την άποψη ότι στις εποχές της κρίσης πρέπει να περιμένουμε τους κατάλληλους ανθρώπους να εμφανιστούν και να ηγηθούν. «Η εποχή της κρίσης είναι ευκαιρία για την ανάδυση εμπνευσμένης ηγεσίας και είναι και ταυτόχρονα μια ιδιαίτερα επικίνδυνη κατάσταση όπου μπορεί να ανθήσει η δημαγωγία. Στατιστικά η αίσθησή μου είναι ότι επικρατεί η δημαγωγία. Ξέρετε, οι δικτατορίες δεν προκύπτουν στις καλές εποχές, αλλά στις ταραγμένες. Ο Αδόλφος Χίτλερ θα ήταν μια καρικατούρα της Ιστορίας, ένας θυμωμένος καλλιτέχνης που θα έβγαζε λόγους σε μπαρ στο Βερολίνο αν δεν υπήρχαν τα οικονομικά προβλήματα της Γερμανίας του Μεσοπολέμου. Εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες ήμασταν αρκετά τυχεροί την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή να εκλέξουμε πρόεδρο τον Ρούζβελτ. Η γυναίκα τού Ρούζβελτ, Ελινορ, είχε κάποτε εξομολογηθεί ότι η στιγμή που φοβήθηκε περισσότερο στη ζωή της ήταν την ημέρα της ορκωμοσίας του συζύγου της. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Ρούζβελτ είπε ότι “για να αντιμετωπίσω αυτή την κρίση ίσως χρειαστεί να ζητήσω έξτρα εξουσίες από το Κογκρέσο”. Στο σημείο αυτό εισέπραξε τις μεγαλύτερες επευφημίες από το πλήθος, με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα! Προσέξτε, ο κόσμος δεν στάθηκε ιδιαίτερα στη μνημειώδη φράση που εκστόμισε εκείνη την ημέρα και έμεινε στην Ιστορία, πως “Το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος”. Αυτό λοιπόν τη φόβισε ιδιαίτερα, διότι ο κόσμος ήταν διατεθειμένος να δώσει στον Ρούζβελτ έξτρα εξουσίες, αλλά εκείνη γνώριζε καλά ότι ο άνδρας της δεν διέθετε ένα συγκεκριμένο σχέδιο!
Τελικά αποδείχτηκε ότι ήμασταν αρκετά τυχεροί να εκλέξουμε έναν πρόεδρο που ακριβώς επειδή πέρασε τεράστιες δυσκολίες σε προσωπικό επίπεδο, με την πολιομυελίτιδα να τον καθηλώνει σε αναπηρικό καροτσάκι σε νεαρή ηλικία, ήταν σε θέση να κατανοήσει τις δυσκολίες μιας μεταβατικής περιόδου και εν τέλει να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Είναι πιο πιθανό λοιπόν σε περιόδους κρίσης να πέσεις σε δημαγωγούς παρά να καταλήξεις σε κάποια χαρισματική ηγεσία».
Σωστά, αλλά εμείς θαυμάζουμε παραδείγματα όπως του Τσόρτσιλ ή του Ρούζβελτ που κατάφεραν να οδηγήσουν τον λαό τους στην έξοδο από την κρίση. «Εχετε δίκιο, αλλά μάλλον τους θυμάστε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που μιλάτε για τον Στιβ Τζομπς ή τον Μπιλ Γκέιτς. Ξεχνάτε δηλαδή τους χιλιάδες επιχειρηματίες που δεν κατάφεραν να βγουν από το γκαράζ του σπιτιού τους. Ετσι και στην πολιτική, θυμόμαστε αυτούς που κατάφεραν να μας βγάλουν από τις δυσκολίες. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ιστορικά οι κρίσεις είναι εποχές που προσφέρουν ταυτόχρονα κινδύνους και ευκαιρίες. Το κινεζικό σύμβολο για την κρίση είναι ένας συνδυασμός των δύο αυτών εννοιών. Είναι λοιπόν σύνηθες να κερδίζουν έδαφος οι δημαγωγοί σε περιόδους κρίσης. Κοιτάξτε τη σημερινή Γερμανία και τον τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να επεξηγήσει την ευρωπαϊκή κρίση στην κοινωνία της. Τον τρόπο με τον οποίο ονομάζει αποδιοπομπαίους τράγους τους Ελληνες, τους Ισπανούς, τους Ιταλούς, αποσιωπώντας τα πραγματικά αίτια της κρίσης χρέους».
Η δημαγωγία δεν περιορίζεται μόνο στη Γερμανία βέβαια. Εχουμε και εμείς στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό Νότο, διαμορφωτές γνώμης και πολιτικούς που μιλάνε για φθηνό ξεπούλημα της χώρας μας στους Γερμανούς, για προδοσίες και άλλες ιστορίες... «Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κατανοώ απόλυτα τη χώρα σας. Η αίσθησή μου είναι ότι και στην Ελλάδα επικρατεί ένα αφήγημα που προσπαθεί να χρεώσει τα εγχώρια λάθη στον ξένο παράγοντα, όπως ακριβώς οι Γερμανοί προσπαθούν να παρουσιάσουν εσάς τους Ελληνες τεμπέληδες και σπάταλους. Η μετακίνηση όμως από μια ρητορική κατηγοριών σε μια ρητορική της υπευθυνότητας είναι μια πολύ δύσκολη άσκηση για όλους τους ανθρώπους. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ηγεσία δεν θέλει να ομολογήσει τη σκληρή πραγματικότητα πως οι γερμανοί φορολογούμενοι δεν είναι ότι πληρώνουν τόσο τους Ελληνες όσο ότι πληρώνουν χρήματα για να διασώσουν τις γερμανικές τράπεζες από την κατάρρευση. Η συμπαιγνία γερμανικής πολιτικής, επιχειρηματικής ελίτ και τραπεζών έχει υπάρξει ιδιαίτερα προβληματική, αφού αποκρύπτει μεγάλες δόσεις αλήθειας στο αφήγημά της».
Τελικά οι ηγέτες γεννιούνται ή υπάρχει τεχνική μέθοδος παραγωγής ηγετών; «Η ζωή είναι γεμάτη παραδείγματα παιδιών με χάρισμα που δεν δούλεψαν ποτέ συστηματικά το ταλέντο τους και δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν μεγάλοι αθλητές, μουσικοί κ.ο.κ. Προφανώς λοιπόν χρειάζεσαι ανθρώπους με ταλέντο και δεξιότητες, αλλά αν πιστεύεις ότι αυτό είναι αρκετό τότε καταλήγεις να είσαι επικίνδυνος. Και όταν μια κοινωνία πιστεύει ότι οι ηγέτες γεννιούνται, τότε στερεί τη δυνατότητα να αναπτύξει το συλλογικό της ταλέντο με πιο συστηματικό τρόπο. Ενα παιδί που γεννιέται με την προδιάθεση να αναπτύξει μια έντονη προσωπικότητα, ειδικά αν μεγαλώσει σε μια οικογένεια με κοινωνικό επίπεδο και πλούτο, λογικά θα αποκτήσει κάποιας μορφής “εξουσία”. Αλλά, προσέξτε, η έννοια της εξουσίας διαφέρει ριζικά από την ηγεσία».
Σε τι διαφέρουν δηλαδή; «Η ικανότητα να αναλύεις μια περίπλοκη κατάσταση, να κατανοείς όλες τις δυναμικές που αναπτύσσονται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και η ικανότητα να σχεδιάζεις μια στρατηγική για την ομαλή μετάβαση της κοινωνίας από ένα στάδιο σε ένα άλλο, είναι η πεμπτουσία της ηγεσίας. Μπορεί να γεννηθείς με κάποιο ταλέντο, αλλά η διαγνωστική ικανότητα, καθώς και η διαδικασία στρατηγικού και τακτικού σχεδιασμού, πρέπει να διδάσκεται συστηματικά».
Και πώς επιτυγχάνεται αυτό; «Στους φοιτητές μου εξηγώ ότι οφείλουν να αντιμετωπίζουν την ηγεσία ως μια δραστηριότητα, μια συνεχή διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας πρέπει να μάθεις να ηγείσαι, να εντοπίζεις τα λάθη διάγνωσης, στρατηγικής ή τακτικής στα οποία έχεις υποπέσει, να αυτοσχεδιάζεις και να διορθώνεις τα λάθη ή τις παραλείψεις σου. Οπως ακριβώς ένας μουσικός της τζαζ οφείλει να γνωρίζει όλη την οργανική δομή μιας μουσικής, ώστε να είναι δημιουργικός σε πραγματικό χρόνο όσο η μπάντα συνεχίζει να παίζει. Ετσι κι ένας ηγέτης θα χρειαστεί να αυτοσχεδιάσει κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, να αποσυρθεί για λίγο από το προσκήνιο και να επανέλθει δυναμικά, αφού έχει διαγνώσει τα λάθη του και έχει σχεδιάσει διορθωτικές κινήσεις».
Η ηγεσία δηλαδή προϋποθέτει μια διαδικασία συνεχούς προσαρμογής; «Το περιβάλλον γύρω μας μεταλλάσσεται συνεχώς, δεν ζούμε σε έναν στατικό κόσμο. Η ηγεσία οφείλει να κινητοποιεί τους ανθρώπους και να τους οδηγεί στην ευημερία μέσα σε αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Για να το πετύχεις αυτό πρέπει να μπορείς να προσαρμόζεσαι. Οπως ακριβώς στη φύση, η εξέλιξη ενός οργανισμού περνάει μέσα από το συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον ή οικοσύστημα, αλλιώς ρισκάρει την πιθανότητα να εξαφανιστεί. Το ίδιο ισχύει και με τις ανθρώπινες κοινωνίες, με τις επιχειρηματικές, πολιτικές ή θρησκευτικές κοινότητες. Ο πλανήτης είναι γεμάτος με απολιθώματα οργανισμών που εξαφανίστηκαν γιατί αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον τους και το ίδιο ισχύει και για κοινωνίες που απέτυχαν να προσαρμοστούν».
Και πώς πετυχαίνεται αυτή η προσαρμογή; «Κάθε κοινωνία έχει τα δικά της μυστικά. Αλλά βασική προϋπόθεση είναι η ικανότητα να αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα με καθαρή ματιά, να μην την απαρνείσαι, ούτε να αναζητείς αποδιοπομπαίους τράγους για αυτά που σου συμβαίνουν. Μια αεροπορική εταιρεία δεν μπορεί να κατασκευάσει αεροπλάνα αν διαμαρτύρεται για τη βαρύτητα! Πρέπει να αποδεχθεί τη βαρύτητα ως μέρος της φυσικής πραγματικότητας και να σχεδιάσει τα αεροπλάνα της μέσα σε αυτό το πλαίσιο!».

ΟΙ 8 ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΣΩΣΤΟΥ ΗΓΕΤΗ
κατά τον Ρον Χάιφετζ
Να ακούει και να συνθέτει διαφορετικές αναλύσεις από πολλαπλές πηγές πρoτού λάβει μια απόφαση.
Να έχει υψηλή συναισθηματική νοημοσύνη, να κατανοεί ανθρώπους και να είναι καλός στις διαπροσωπικές του σχέσεις.
Να είναι ρήτορας, να έχει την ικανότητα κάποιου να μιλάει όχι απλώς με σαφήνεια, αλλά και με έναν τρόπο που «μιλάει» στις καρδιές των ανθρώπων, στοχεύοντας στο προσωπικό τους αξιακό σύστημα.
Να εξηγεί στον κόσμο γιατί μια μεταβατική περίοδος μπορεί να διαρκέσει λίγο ή πολύ.
Να αποτρέπει τον πανικό. Ενας ηγέτης μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επικίνδυνος όσο η περίοδος μετάβασης μακραίνει.
Να μην απαρνείται την πραγματικότητα ούτε να αναζητεί αποδιοπομπαίους τράγους· μια αεροπορική εταιρεία δεν μπορεί να κατασκευάσει αεροπλάνα αν διαμαρτύρεται για τη βαρύτητα!
Να προσαρμόζεται στη νέα εποχή. Ο πλανήτης είναι γεμάτος με απολιθώματα οργανισμών που εξαφανίστηκαν γιατί αδυνατούσαν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον τους.
Να αυτοσχεδιάζει όπως ακριβώς ένας μουσικός της τζαζ. Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, να αποσυρθεί για λίγο από το προσκήνιο και να επανέλθει δυναμικά, αφού έχει διαγνώσει τα λάθη του και έχει σχεδιάσει διορθωτικές κινήσεις.

ΤΟ ΒΗΜΑ 18/9/2012 ΕΔΩ