Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ΠΑ.ΣΟ.Κ - και τώρα τι;

Ίσως η περίοδος δεν είναι η καταλληλότερη για την συζήτηση τέτοιων θεμάτων, αλλά το θέμα είναι αρκετά σοβαρό. Οι εξελίξεις στο ΠΑ.ΣΟ.Κ είναι μια κρίσιμη παράμετρος των συνολικότερων δεδομένων που θα διαμορφωθούν και συμπυκνώνονται όλες στο ζήτημα της ηγεσίας. Βέβαια το ζήτημα της ηγεσίας θα είναι κρίσιμο για τον τόπο αν πραγματικά η λύση του προκύψει μέσα από πολιτικές διαδικασίες και όχι μόνο από μηχανιστικές και οργανωτικές συγκρούσεις.

Ένα βασικό και θεμελιώδες χαρακτηριστικό αυτών των εξελίξεων είναι πως θα λάβουν χώρα σε ένα τοπίο ριζικά διαφορετικό και προσωπικά δεν είμαι σίγουρος πως οι βασικοί παίκτες-διεκδικητές και τα επιτελεία τους το έχουν αντιληφθεί αυτό σε μεγάλο βάθος. Οι εσωκομματικές διαδικασίες στο ΠΑ.ΣΟ.Κ λάμβαναν χώρα όταν το τελευταίο είχε μία αδιαμφισβήτητη κεντρικότητα στο πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης με αποτέλεσμα το διακύβευμα να είναι πολύ μεγάλο. Ο νικητής στις εσωκομματικές διαδικασίες ήξερε ότι θα γινόταν πρωθυπουργός, άμεσα ή αργότερα δεν είχε σημασία. Αυτό ήταν αντιληπτό στους πάντες και έτσι η βαρύτητα μοιραία έπεφτε στον αποτελεσματικό προεκλογικό εσωκομματικό αγώνα με όρους όμως όχι πολιτικούς και ιδεολογικούς αλλά μηχανιστικούς και οργανωτικούς. 

Η ιδεολογική και πολιτική συζήτηση λάμβανε μεν χώρα αλλά ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Σε αυτό συνέτεινε και ο αρχηγικός χαρακτήρας του κόμματος με αποτέλεσμα οι ιδέες του υποψηφίου προέδρου ( όταν αυτές υπήρχαν και ήταν διακριτές και δομημένες) να αποτελούν την πολιτικοϊδεολογική πλατφόρμα του κόμματος μετά την επικράτησή του. Αυτό όμως δεν μπορεί επ' ουδενί να ονομαστεί εσωκομματική πολιτική διαδικασία. Δεν διασφάλιζε ούτε το ελάχιστο, δηλαδή την όσμωση των αρχηγικών ιδεών με τις απόψεις των μελών και των ψηφοφόρων. Δεν διασφάλιζε την κατανόηση θέσεων και απόψεων, πόσο δε μάλλον την αποδοχή και την πολλαπλασιαστική εξάπλωση. 

Θα αναρωτηθεί παρενθετικά κανείς αν είναι δυνατόν τώρα να καταπιαστεί ένα κόμμα εξουσίας να πείσει, να διαπαιδαγωγήσει τα μέλη και τα στελέχη του, να τα επιμορφώσει, να αναπτύξει και να οργανώσει συντεταγμένο διάλογο και τέλος να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα και ακολούθως ένα ρεαλιστικό συνεκτικό πρόγραμμα εξουσίας. Η απάντηση είναι ΝΑΙ. Οφείλει να το κάνει. 

Τα δεδομένα όμως σήμερα είναι εντελώς διαφορετικά από τα ανωτέρω. Πιθανά η θέση του προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ να είναι σε 2 χρόνια από σήμερα ένα αδειανό πουκάμισο. Ίσως και νωρίτερα. Για να αποφευχθεί μια τέτοια εξέλιξη θα πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας. Δεν αναφέρομαι στην διαδικασία - αν θα είναι ανοιχτή διαδικασία ή μόνο εγγεγραμμένων μελών ή συνεδρίου. Αναφέρομαι στο πολιτικό και ιδεολογικό σκέλος.

Εξηγούμαι. Θα ήθελα προσωπικά, εφόσον τεθεί θέμα ηγεσίας στο ΠΑ.ΣΟ.Κ, όποιος φιλοδοξεί να ηγηθεί του κόμματος να ενεργήσει διαφορετικά. Πέραν των συμμαχιών, των συμφωνιών των τακτικισμών να μπει στον κόπο και να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη πρόταση. Η πρόταση αυτή να έχει ιδεολογικό πρόσημο, να έχει δομή, συγκρότηση, να μετουσιώνεται σε προγραμματικό λόγο. Να προέρχεται από μια ανάλυση όλων των δεδομένων, των εθνικών και των παγκόσμιων. Να έχει λάβει υπόψιν της τις εμπειρίες από το κυβερνητικό παρελθόν του κόμματος. Να γνωρίζει τις αστοχίες, τις ιστορικά λανθασμένες επιλογές. Θέλω η πρόταση αυτή να είναι οικονομικά ρεαλιστική. Το μνημόνιο και η ακολουθούμενη πολιτική περιγράφει χονδρικά τα νούμερα και τους αριθμούς με τους οποίους θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια. Άρα οι επιλογές είναι συγκεκριμένες και ουχί γενικές. 
  1. Παρουσιάζει μια πρόταση που δέχεται την πραγματικότητα και σχεδιάζει βάσει αυτής.
  2. Παρουσιάζει μια πρόταση που δέχεται την πραγματικότητα και προσπαθεί να την ξεπεράσει θετικά και δημιουργικά, ανατρέποντάς την στην πράξη με καινοτομίες και δημιουργικό τρόπο.
  3. Παρουσιάζει μια πρόταση που απορρίπτει την ακολουθούμενη πολιτική και επεξηγεί τον άλλο διαφορετικό δρόμο με ρεαλισμό και επιχειρήματα που θα εξουδετερώνουν τους εμφανείς κινδύνους που προκύπτουν.
Η περίοδος είναι οριακή. Η χώρα βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, έχει χρεοκοπήσει επί της ουσίας. Δεν γίνεται αυτό ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ να μην επιφέρει αλλαγές σε όλους τους τομείς, στο πολιτικό σύστημα και στα κόμματα. Και μια κορυφαία κομματική διαδικασία είναι η ανάδειξη προέδρου.

Σημαντικό χαρακτηριστικό είναι πως σήμερα επειδή ακριβώς βρισκόμαστε σε μια τέτοια συγκυρία η πεπατημένη δεν μπορεί να φέρει την επιτυχία σε όποιον επικρατήσει με τον παλιό τρόπο. Επίσης οι φερόμενοι ως ενδιαφερόμενοι για την θέση του προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ στερούνται κάποιων χαρακτηριστικών που θα έσπρωχναν την διαδικασία.

Μετά τον ιδρυτή Ανδρέα Παπανδρέου πρόεδρος έγινε ο Κώστας Σημίτης. Είχε μια διακριτή πολιτική θέση εντός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Εξέφρασε μια διαφορετική προοπτική για την κεντροαριστερά, την οικονομία, την Ευρώπη, συγκρούστηκε, εργάστηκε μεθοδικά και στο συνέδριο του 1996 επικράτησε αφού είχε επικρατήσει στην Κ.Ο. Επικράτησε δίνοντας βάση σε οργανωτική και μηχανιστική δουλειά αλλά ήταν φορέας μια ιδεολογικοπολιτικής πλατφόρμας αρκετά χρόνια πιο πριν. Εκσυγχρονισμός.

Ο Γιώργος Παπανδρέου αναδείχθηκε με διαφορετικό τρόπο, αλλάζοντας την διαδικασία ανάδειξης προέδρου ( διαδικασία που επεκτάθηκε αργότερα και εντός/εκτός Ελλάδας) και ( κυρίως μετά τις εκλογές του 2004) έγινε φορέας νέων ιδεών και μιας διάθεσης μεγάλων αλλαγών. Επειδή εκτιμώ ότι αυτή η ατζέντα δεν οργανώθηκε σωστά μετέπειτα - δεν είχε σαφή απτά αποτελέσματα - αλλά αυτό δεν είναι της στιγμής. Το έχω περιγράψει κάπως βιαστικά ΕΔΩ. Παρόλα αυτά είχε ένα στίγμα και μια προδιάθεση. 

Σήμερα όμως δεν υπάρχει καμία εικόνα ή για να είμαστε πio δίκαιοι η εικόνα που υπάρχει για τους επίδοξους προέδρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν είναι αρκετή. Έχουμε μόνο ενδείξεις, προθέσεις, χαλαρή αρθρογραφία και μέχρι εκεί. Και αυτή τη φορά το διακύβευμα δεν είναι κομματικό αλλά εθνικό. 




Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

Εν θερμώ -η χαμένη ευκαιρία της κεντροαριστεράς



  Εν θερμώ μερικές πρώτες σκέψεις με αφορμή τη νέα αυτή κυβέρνηση συνεργασίας. Όχι τόσο για αυτήν την κυβέρνηση που δημιουργήθηκε όσο για έναν σύντομο αναστοχασμό για την ευκαιρία που χάθηκε για το χώρο της κεντροαριστεράς.

    Μερικές επιλογές προσώπων όπως αυτή του  Τάσου Γιαννίτση, του Γιώργου Σταυρόπουλου αλλά και του ίδιου του Λουκά Παπαδήμου φανερώνουν το μέγεθος αυτής της ιστορικής αστοχίας. Και εξηγούμαι. Το πολιτικό προσωπικό αυτό έχει πολιτικό παρελθόν. Όχι κομματικό αλλά πολιτικό. Ήταν πυλώνες του εγχειρήματος του εκσυγχρονισμού ( ιδιαίτερα ο πρώτος και ο τρίτος - ο δεύτερος ήταν δικαστικός αλλά αργότερα σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου).

   Αν ο Γιώργος Παπανδρέου μέσα από άλλες διαδρομές και εξελίξεις σε εσωκομματικό επίπεδο μπορούσε να σχηματίσει μια κυβέρνηση με τέτοια χαρακτηριστικά τα πράγματα θα ήταν αλλιώς. Θα έπιανε το νήμα από εκεί που αφέθηκε - κάπου στα μισά της δεύτερης τετραετίας του Κώστα Σημίτη. Θα προσπαθούσε να διορθώσει τα αρνητικά σημεία του σημιτικού εγχειρήματος, που ήταν αρκετά και από ένα σημείο και μετά ανυπέρβλητα. Θα έπρεπε να έχει ένα στρατηγικό σχέδιο ανανέωσης του εκσυγχρονισμού, επικαιροποιημένο, ανανεωμένο, διορθωμένο και αποτελεσματικότερο. Θα έπρεπε να έχει δημιουργήσει ένα αφήγημα μέσω μιας ατζέντας που θα το παρουσίαζε στην κοινωνία ένα σφιχτό και πολεμικό επιτελείο. Ορισμένες πτυχές αυτής της ατζέντας τις παρουσίασε προεκλογικά αλλά από λάθος αφετηρία. 

     Η ατζέντα έπρεπε να έχει σε κεντρικό σημείο την αναδόμηση του κράτους, Του κράτους ως δημόσια διοίκηση, του κράτος ως κοινωνικού κράτους, ως κράτος δικαίου. Βέβαια αυτό θα ήταν ένα κράτος διαφορετικό από αυτό που έμαθε η Ελλάδα της Μετολίτευσης, ένα κράτος διαφορετικό από αυτό που έμαθε η ελληνική κοινωνία, αλλά ένα κράτος που επιθυμούσε τουλάχιστον σε διακηρυκτικό επίπεδο η τελευταία. Και βέβαια εκτός του κράτους θα έπρεπε να προωθηθούν και οι παγωμένες εδώ και μία δεκαετία μεταρρυθμίσεις ώστε η οικονομία να αλλάξει - απαραίτητη η μερική απόσυρση του κράτους από αρκετούς τομείς.

 Επιστρέφοντας στο κεντρικό υποκείμενο στο χώρο της κεντροαριστεράς Γιώργο Παπανδρέου, πιστεύω ότι έπρεπε να εργαστεί για το αφήγημα. Αυτό το αφήγημα που τόσο έλειψε από το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα του Κώστα Σημίτη  και το κατέστησε τρωτό απέναντι στον δεξιό εθνολαϊκισμό της Νέας Δημοκρατίας του 2004. Το αφήγημα που θα έδινε έναν μια πιο λαϊκή απόχρωση - που θα φανέρωνε πως ο εκσυγχρονισμός δεν είναι ελιτίστικη επιλογή αλλά προοδευτική πρόταση.

   Εδώ βέβαια σκοντάφτουμε σε προσωπικά χαρακτηριστικά του ανδρός που δυστυχώς δεν μεταβλήθηκαν με την πορεία των ετών. Ο Γιώργος αρνήθηκε νομίζω να καταστρώσει μια στρατηγική, αρνήθηκε την προσπάθεια υλοποίησής της μέσα από κινήσεις τακτικής. Αρνήθηκε να συγκροτήσει ένα επιτελείο σφιχτό, αποφασιστικό, ουσιαστικό. Περιπλανήθηκε σε ομάδες εργασίας και προσωπικούς συμβούλους. Πολύ χρήσιμες οι ομάδες εργασίας - σχεδόν αναγκαίες. Το ίδιο και οι προσωπικοί σύμβουλοι - ιδιαίτερα εγνωσμένου παγκοσμίου κύρους με μία όμως και μόνη προϋπόθεση. Να εργάζονται όλοι πάνω σε μία στρατηγική. 

   Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν κινήθηκε στο νεωτερικό πλαίσιο πολιτικής. Θα τολμήσω να πώ είναι μετά- πολιτικός. Μεταμοντέρνος στο βαθμό που ανακατεύει άτσαλα μια θολή νεωτερική ατζέντα, με μεταμοντέρνες αναζητήσεις και πρακτικές και με παπανδρεϊκούς αρχαϊσμούς. Εκτός του τρόπου που οργάνωσε την εξουσία του, άνοιξε πολλά μέτωπα με το που κέρδισε τις εκλογές. Άνοιξε μέτωπα σωστά μεν, άκαιρα δε καθώς όπως αποδείχθηκε στην πορεία ένα ήταν το μέτωπο - η οικονομία. Δεν επιδίωξε τα δύο χρόνια διακυβέρνησής του να συγκροτήσει νέες κοινωνικές συμμαχίες, παρά μόνο κοιτούσε τις παραδοσιακές του ΠΑΣΟΚ να θρυμματίζονται υπό το βάρος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Πιστεύω ότι με προϋποθέσεις μπορούσε. 

   Βέβαια όλα ξεκινάνε από πιο πίσω. Από την προεκλογική περίοδο. Και ακόμη πιο πίσω από το βράδυ των εθνικών εκλογών του 2007. Εκεί λόγω συγκυριών και δεδομένων βρέθηκε να εφαρμόζει μια σωστή τακτική για να κερδίσει τις εσωκομματικές εκλογές ( όρισε αντίπαλο, χρησιμοποίησε εργαλειακά τον λαικισμό, είχε μανιχαϊστικές πτυχές στο λόγο του και μια αδιαμεσολάβητη σχέση με το εκλογικό σώμα ) αλλά οι σύμμαχοί του σε εκείνη την αναμέτρηση εν τέλει δεν ήταν οι ιδανικότεροι. Εγκλωβίστηκε μιας και το πολιτικό προσωπικό του εκσυγχρονισμού στήριξε τον αντίπαλό του τότε. Βέβαια το σύνολο του πολιτικού προσωπικού του ΠΑΣΟΚ ήταν αρκετά φθαρμένο αλλά τις στιγμές εκείνες προχωράς με ό,τι έχεις. Το κακό είναι πως δεν έγινε επιλογή και αναδιάταξη την διετία 2007-2009. Γιατί ο λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ δεν παρέμεινε εργαλειακός αλλά μετεξελίχθηκε σε προεκλογικό; Γιατί δεν έκανε επιλογές άλλου τύπου το βράδυ των εθνικών εκλογών του 2009; Ένα σχήμα με τον Τάσο Γιαννίτση, τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τον Λουκά Παπαδήμο σε κομβικά σημεία θα έδινε το στίγμα. 

   Θα αναρωτηθεί κανείς ''τον ψέγεις για την τακτική του στις εσωκομματικές εκλογές και τις εθνικές εκλογές του 2009; Είναι οι μόνες που κέρδισε''. Όχι. Θεωρώ πως οι δύο αυτές προεκλογικές περίοδοι διαχειρίστηκαν σωστά. Πολιτικά. Νεωτερικά. Τον ψέγω για αυτά που δεν έκανε μετά απο τις νίκες του αυτές. Που δεν συγκρότησε πυρήνα εξουσίας  ισχυρό και σοβαρό μετά το 2007 και που δεν εργάστηκε μαζί του για την μέρα που θα γινόταν πρωθυπουργός. 

   Ξαναδιαβάζοντας τώρα όσα έγραψα νομίζω πως δεν αποτύπωσα καλά και επαρκώς αυτά που θέλω να πω - αλλά είναι μια πρώτη προσπάθεια εν θερμώ. Θα έχω την ευκαιρία να τα ξαναγράψω εν καιρώ. Πάντως μερικά που ήθελα να τα πω τα είπα. Ουφ.
   

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Δυισμός

Βυζαντινά τείχη
      Κάποια στιγμή θα πρέπει να αποφασίσουμε εάν θέλουμε να γίνουμε ευρωπαϊκό κράτος με ό,τι σημαίνει αυτό. Για να δούμε λοιπόν εάν θέλουμε θα πρέπει με απλό τρόπο και λίγες λέξεις να καθορίσουμε τι σημαίνει ευρωπαϊκό κράτος. Η άποψη που θέλει αυτά τα ερωτήματα να έχουν απαντηθεί πολλά χρόνια πριν είναι μερικώς σωστή. Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί είναι επιλογές της πολιτικής ελίτ ( σωστής επιλογής κατ' εμέ) που δυστυχώς όμως δεν επέφεραν εκείνες τις μεταμορφώσεις στο σύνολο της ελληνική κοινωνίας που θα τις καθιστούσαν βέβαιες.

     Θα πει κανείς πως η σημερινή συγκυρία δεν είναι η καταλληλότερη για τέτοιου είδους αναζητήσεις και προβληματισμούς. Μερικώς σωστή και αυτή η άποψη διότι μεταφέροντας τη στιγμή της απόφασης στο μέλλον ή υποστηρίζοντας ότι αυτό έπρεπε να γίνει στο παρελθόν ( τον καιρό των παχιών αγελάδων), επί της ουσίας αποφεύγει την αυθεντική αναμέτρηση των δύο εθνικών αφηγημάτων.

  Έχουν γραφεί πολλά για τα δύο αυτά εθνικά αφηγήματα που συγκροτούν τη νεοελληνική πραγματικότητα. Έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα. Ενδεικτικά θα αναφερθώ σε δύο πονήματα που έχω διαβάσει και συνηγορούν σε αυτήν την άποψη. Ένα είναι το ''Γιατί το Βυζάντιο'' της Ε. Αρβελέρ και ένα δεύτερο είναι το '' Πολιτικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης'' του Ν. Διαμαντούρου.

   Συνοπτικά θα το παρουσιάσω έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. Το νεοελληνικό έθνος αρχίζει να συγκροτείται μετά το 1204μ.Χ και την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης αντιθετικά τόσο προς τη Δύση όσο και προς την Ανατολή. Αυτό το χαρακτηριστικό μετεξελίχθηκε σε διαιρετική τομή σε μία δραματική περίοδο. Ενωτικοί -ανθενωτικοί και καλύτερα φέσι παρά τιάρα...

    Τώρα κάνω ένα άλμα μερικών αιώνων και φτάνω περίπου στα χρόνια της ελληνικής επανάστασης. Εδώ το ζήτημα που υπάρχει και προκαλεί ακόμη και σήμερα συζητήσεις και καυγάδες είναι το αν πρωτεργάτες ήταν οι διαφωτιστές ή το διασωθέν έθνος μέσα από την παράδοση και την θρησκεία.

   Κάνοντας και ένα τελευταίο άλμα φτάνω στην μεταπολίτευση όπου η οριζόντια αυτή τομή διαπερνά την κάθετη Δεξιά - Αριστερά ( αντι-Δεξιά) και είναι συνεχώς λανθάνουσα ακόμη και μέσα στα κόμματα - καθώς η πολυσυλλεκτικότητα αυτών είναι πρόσφορο έδαφος. Έτσι ούτε το ΠΑΣΟΚ μπορεί να μετεξελιχθεί ομαλά σε ένα ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα -ούτε η Νέα Δημοκρατία σε ένα ευρωπαϊκό συντηρητικό κόμμα - ούτε η Αριστερά ομοίως.

    Δεν ισχυρίζομαι πως αυτή είναι η αποκλειστική αιτία της εξέλιξης των πραγμάτων καθώς αρκετές άλλες προσεγγισεις μπορούν με έγκυρο τρόπο να αναλύσουν τις αιτίες της ελληνικής δυσκολίας και κακοδαιμονίας, αλλά πιστεύω πως και αυτή η ανάλυση συμβάλει.

    Σε έναν εθνοκρατικό κόσμο αυτός ο δυισμός μπορεί και να ελεγχθεί, μπορεί και να διαχειριστεί. Σε έναν κόσμο που παγκοσιοποιείται όμως είναι μεγάλη πρόκληση. Είναι πρόκληση διότι εφόσον το έθνος βλέπει το μέλλον του μέσα σε συμμαχίες υπερεθνικές όπως η Ε.Ε οφείλει να κάνει ορισμένες παραδοχές και κάποιες συμβάσεις. Αν από την άλλη πιστεύει ότι μπορεί να σταθεί μόνο του ( δεν κάνω αξιολογική εκτίμηση) ίσως αυτός ο δυισμός να είναι επωφελής αν μπορέσει να παντρέψει τα θετικά των δύο αφηγημάτων.

   Βέβαια προκύπτει το ερώτημα γιατί να μην προσπαθήσουμε αυτό το πάντρεμα των δύο αφηγημάτων εντός των δυτικών δομών. Οι απαντήσεις εδώ είναι πολλές. Και για να συννενοούμαστε  θα πρέπει να ονοματοδοτήσουμε αυτά τα δύο αφηγήματα έστω κάνοντας μία χαλαρή εννοιολογική προσέγγιση. Από την μία λοιπόν το εκσυγχρονιστικό και από την άλλη το ελληνικοκεντρικό αφήγημα. Πίσω στο ερώτημα πάλι και στην απάντησή του. Γιατί λοιπόν να μην παντρέψουμε αυτά τα δύο αφηγήματα και να αποκομίσουμε οφέλη;

   Απαντώ υποκειμενικά γνωρίζοντας το πεπερασμένο των γνώσεών μου και των αναλυτικών μου ικανοτήτων. Διότι οι ατζέντες αυτών των δύο αφηγημάτων πρώτον συγκροτούν διαφορετικές νοοτροπίες στη βάση δηλαδή στους πολίτες. Δεύτερον διότι ακόμη και όταν δεν έχουν αποκλίνουσες ατζέντες τίθεται θέμα προτεραιοτήτων. Τρίτον διότι δεν υπάρχουν καθαρές πλειοψηφίες υπέρ της μιας ή της άλλης με αποτέλεσμα να γίνονται βήματα και μετά να αναιρούνται.

   Το δράμα της ελληνική κοινωνίας οφείλεται και σε αυτό ο εγγενές χαρακτηριστικό της. Ίσως αυτός  ο δυισμός της είναι ψευδεπίγραφα αντιθετικός αλλά εφόσον διαμορφώνει εν μέρει την κοινωνική πραγματικότητα σε σειρά ζητημάτων που απασχολούν, τότε εκλαμβάνεται ως τέτοιος. Και όσο κανείς σήμερα δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα αφήγημα συνεκτικό, όσο κανείς δεν ορίζει μία ατζέντα ώστε να δημιουργηθεί το αφήγημα αυτό τόσο θα περιπλανόμαστε σαν πένητες και θα κινδυνεύει η καταστατική μας θέση στη Δύση. Στον σκληρό της πυρήνα και όχι στην περιφέρεια οπού στο κάτω κάτω ανήκουμε γεωγραφικά.