Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Διονύσης Μαγουλάς / Γνώμες για την κρίση και την ελληνική διακυβέρνηση





Του Διονύση Μαγουλά πολιτικού επιστήμονα

Η διεθνής οικονομική κρίση της τελευταίας 3ετίας δεν έχει κοινά χαρακτηριστικά σε όλες της τις εκφάνσεις, καθώς εκδηλώθηκε αλλού ως φούσκα των ακινήτων (ΗΠΑ), αλλού ως κράχ του χρηματοπιστωτικού συστήματος (Ιρλανδία), και αλλού ως συνολική κρίση των σαθρών δημοσιονομικών μεγεθών και κοινωνικών μοντέλων (νότια περιφέρεια της Ευρωζώνης και κυρίως Ελλάδα). Κατέληξαν όμως σε έναν κοινό παρονομαστή: την κρίση χρέους.

Η «ελληνική» πλευρά της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης χρέους από τη μεριά της ,έχει εντελώς διαφορετικά οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, από την Αμερικανική ή την Ευρωπαϊκή. Στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν ήταν οι επενδυτικές ακρότητες των -κρατικοποιημένων πια- Ιρλανδικών τραπεζών, ούτε η μεταβίβαση στη λιανική τραπεζική, του Αμερικανικού κρατικού προγραμματισμού για τη λαϊκή στέγη. 


Η κρίση στην Ελλάδα έχει βαθύτερα και πιο μακροχρόνια πολιτικά αίτια. Ο υπέρογκος δανεισμός του Ελληνικού Δημοσίου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, δεν έχει καμία σχέση με την περιστασιακή ανάγκη επιβάρυνσης του Ιρλανδικού κράτους και των υπολοίπων Ευρωπαϊκών όπου αποσκοπούσαν στην εξασφάλιση εγγυήσεων στον λαβωμένο τραπεζικό τους τομέα. Στην Ελληνική περίπτωση ο κρατικός δανεισμός λειτούργησε συχνά ως μέσο άσκησης πολιτικής, με έμφαση στην κατανάλωση αντί  την ανάπτυξη και ,σε συνδυασμό με τα Κοινοτικά Πακέτα Στήριξης της ΕΕ , ανέπτυξε ένα στρεβλό κρατικοδίαιτο μοντέλο τόσο ενός υπέρογκου δημοσίου, όσο που ως αντίληψη «μόλυνε» και τον κομμάτια του ιδιωτικού τομέα.
Αυτός ο ιδιότυπος κρατικοδίαιτος προστατευτισμός κατέστη πολιτικά κυρίαρχος στο πνεύμα του πασοκικού λαϊκισμού της Μεταπολίτευσης. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στα χρόνια της οικονομικής επέκτασης αποτρέπονταν, επειδή το πολιτικό κόστος είτε συνέτριβε εκλογικά τις όποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες εισαγωγής φιλελεύθερου οικονομικού ακτιβισμού (όπως συνέβη το 1990-93) ,είτε διαπραγματεύονταν ,στη βάση της εκατέρωθεν ανοχής πολιτικής ελίτ και δυναμικών κοινωνικών «παικτών αρνησικυρίας» ,τη συμβιβαστική διαχείριση του, τόσο κατά τον Σημιτικό «εκσυγχρονισμό» , όσο -σε σημαντικό βαθμό και κατά τη  νεο-Καραμανλική περίοδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επιβεβλημένες μεταρρυθμίσεις παραπέμπονταν στις «Ελληνικές καλένδες», το ελληνικό Δημόσιο δανειζόταν ως μέλος της Ευρωζώνης με επιτόκια Γερμανίας και η δημιουργική λογιστική υποκαθιστούσε τη προαπαιτούμενη από τη συνθήκη του Μάαστριχτ δημοσιονομική πειθαρχία -υποκρύπτοντας τα ελλείμματα σε πρωτοφανή για Ευρωπαϊκή χώρα επίπεδα. 

Αυτό αποδείχθηκε μοιραίο την ώρα της αμφισβήτησης αξιοπιστίας, μετατρέποντας την Ελλάδα σε «αδύναμο κρίκο» στην Ευρωζώνη -αν και το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα δεν φαινόταν να έχει εκτεθεί έντονα σε άλλα «τοξικά» επενδυτικά προϊόντα, εκτός των Ελληνικών κρατικών Ομολόγων. Σε σημείο οι τράπεζες να κινδυνεύουν πλέον με κρατικοποίηση -και με ο,τι συνεπάγεται αυτή για την φερεγγυότητα, την αξιοπιστία και την ανεξαρτησία τους, αλλά και για την επιβάρυνση των φορολογουμένων. Το ελληνικό μεγάλο και σπάταλο κράτος ήταν το πρόβλημα που συμπαρέσυρε το τραπεζικό σύστημα και την ιδιωτική οικονομία στη περιδίνηση της κρίσης. 

Όταν όμως η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εκδηλώθηκε, πολλοί πίστεψαν  αφελώς στην ανάγκη μιας αταβιστικής υιοθέτησης «ξεχασμένων» Κεϊνσιανών μοντέλων ,όπου με την επανεισαγωγή της κρατικής παρέμβασης στην έως τότε «αυτορυθμιζόμενη» οικονομία, θα λυνόταν ασκαρδαμυκτί το πρόβλημα. Τότε εφαρμόστηκαν ποικίλα μοντέλα παρέμβασης της ροής του χρήματος και το τραπεζικό σύστημα, με θηριώδεις κρατικές επενδύσεις και εξαγορές, επιχειρώντας ένα είδος πολιτικής επιβολής στις «αγορές». Τα αποτελέσματα του Νεο-κρατισμού ήταν αποκαρδιωτικά τόσο σε οικονομικό, όσο και σε πολιτικό επίπεδο: Έλλειψη εμπιστοσύνης στις αγορές μηδενική ανάπτυξη με αμείωτη επιδοτούμενη ανεργία, ανάγκη ενός συνεχώς διογκούμενου νέου δανεισμού και μοιραία κρίση αντιπροσώπευσης στη δυτική κοινή γνώμη. 


Η λύση σε αυτή τη σύνθετη οικονομική κρίση, θα μπορούσε να συνοψισθεί μεταξύ της δημοσιονομικής σταθεροποίησης , της ανάπτυξης μέσα από τις μεταρρυθμίσεις που θα αποτελούν εντέλει προαπαιτούμενα στην ενδυνάμωση της Διεθνούς Θεσμοποιήσης -και εν προκειμένω στην Ενιαία Οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης.

Η δημοσιονομική σταθερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την θεσμική υιοθέτηση -αν είναι δυνατόν και Συνταγματικά- ενός «χρυσού κανόνα»  για να μην είναι πλέον δυνατή η διόγκωση των ελλειμμάτων που θα οδηγήσουν σε νέο υπερ-δανεισμό, πριν έρθει η ώρα για το πολυθρύλητο «Ευρω-ομόλογο» . Στην Ελλάδα μια τέτοια θεσμική μεταρρύθμιση θα είχε πολλαπλά θετικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα αν προκύψει συναινετικά, σπάζοντας δογματισμούς και αγκυλώσεις της μεταπολίτευσης καθώς θα αντιμετώπιζε τις παθογένειες της κατασπατάλησης «φθηνού» δημόσιου χρήματος με μακροπρόθεσμη επιβάρυνση για τη χώρα, ενώ θα ανάγκαζε σε εξορθολογισμό το κόστος της δημόσιας διοίκησης (με αποχώρηση του κράτους από αντιπαραγωγικούς τομείς της οικονομίας, μείωση αριθμού Δημοσίων υπαλλήλων, άμεσες ιδιωτικοποιήσεις ΔΕΚΟ ακόμη και εκτός των χρηματιστηριακές διαπραγματεύσεις, περιουσίας)  

Ένα μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος στις βασικές λειτουργίες του, θα δίνει έμφαση στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμοστικότητας σε όλους τους παράγοντες παραγωγής πλούτου (ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα, αγορά εργασίας, επιχειρηματική δραστηριότητα).  
Το επιχειρηματικό περιβάλλον να γίνει ελκυστικό σε επενδύσεις, μέσα από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών και την πάταξη της γραφειοκρατίας. Μόνο έτσι θα έλθει η ανάπτυξη


Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

Νικόλαος Τζήμος / Γνώμες για την κρίση και την ελληνική διακυβέρνηση




Του Νικόλαου Τζήμου πολιτικού επιστήμονα

Τα αίτια της κρίσης έχουν περιγραφεί πλειστάκις και από πολλούς, αυτό που θα άξιζε ίσως να αναφερθεί είναι ορισμένα χαρακτηριστικά της - ερμηνευτικούς άξονες, που, ίσως, ορίσουν την λύση, αλλά και τις επιλογές μιας νέας ελληνικής διακυβέρνησης.
Το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι ίσως, η πλήρης διάψευση του μύθου της "αόρατης χειρός" της οικονομίας που ρυθμίζει την δράση, αλλά και αυτορυθμίζεται. Κι αν στο σκέλος της ρύθμισης ο μύθος διατηρείται, επιβεβαιώνοντας τόσο την μαρξική παραδοχή περί πρωταρχικότητας του εποικοδομήματος όσο και την Κλιντονιανή φράση "Είναι η οικονομία ανόητε". Ως προς το σκέλος της "αυτορρύθμισης", είναι πέρα για πέρα διαψευσμένος, καθώς "οι αγορές" μοιάζουν με παίκτη ο οποίος ποντάρει στην καταστροφή του. 
            Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η αποσπασματικότητα των αντίρροπων/ αντισταθμιστικών δράσεων από την πλευρά των κυβερνήσεων, για λόγους εθνικής εσωτερικής πολιτικής.
            Το τρίτο χαρακτηριστικό, και αυτό που τείνουμε να λησμονούμε, είναι η παγκόσμια διάστασή της. Και είναι παγκόσμια όχι γιατί αφορά χώρες σε όλο τον κόσμο, αλλά γιατί η διασύνδεση, η αλληλεξάρτηση και η αλληλοδιείσδυση των οικονομιών είναι άνευ προηγουμένου.
Μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία χρειάζεται αντίστοιχης κλίμακας παρεμβάσεις, και ενδεχομένως μια "μερική αποπαγκοσμιοποίηση", όπως γράφει ο  Γεράσιμος Μοσχονάς, και αντισταθμιστικές δράσεις: "πράσινος" φόρος στα εξαγώγιμα βιομηχανικά προϊόντα των αναπτυσσόμενων οικονομιών για την προστασία του περιβάλλοντος, φόρος Τόμπιν για τον έλεγχο των χρηματοπιστωτικών κινήσεων και την χρηματοδότηση αναπτυξιακών δράσεων στον αναπτυσσόμενο κόσμο, και - γιατί όχι - φόρος που θα επιβαρύνει όσα προϊόντα παράγονται από μη σύμφωνες με την (ευρωπαϊκή, κατά τα ψέματα) εργατική νομοθεσία. Πρωτοβουλίες αμοιβαία προστατευτικές και επωφελείς για τον πλανήτη, για τις αναπτυγμένες αλλά και τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Προτάσεις σχεδόν ρομαντικές, δεδομένων των εσωτερικών εθνικών αντιδράσεων σε κάθε (μέταρ)ρυθμιστική προσπάθεια (αντιδράσεις του Κόμματος τους Τσαγιού ή η διαχείριση της ελληνικής κρίσης χρέους από την κα Μέρκελ).
Σε αυτό το πλαίσιο οι δυνατότητες της, όποιας, ελληνικής κυβέρνησης είναι περιορισμένες. περιορίζονται έτι περισσότερο και από την χρόνια αδυναμία του ελληνικού κράτους: την δημιουργία και την λειτουργία μιας αξιόπιστης και αποτελεσματικής Δημόσιας Διοίκησης. Αυτό είναι το διακύβευμα του μέλλοντος, για την χώρα. Ταπεινό αλλά τεράστιο, "μικρό" αλλά τιτάνιο, δεδομένο που δεν υπάρχει στην ελληνική πολιτική εξίσωση.
Η μεταρρύθμιση του κράτους δεν αρκεί, απαιτείται αλλαγή του τύπου ανάπτυξης, βασισμένη σε νέες διαγενεακές, έμφυλες και κοινωνικές ισορροπίες, αλλά και δημοσιονομική σταθεροποίηση. Απαιτείται μια διακυβέρνηση, που θα εδράζει την ηθική και αξιακή της υπεροχή στην πολιτική της στρατηγική και τον προγραμματισμό της. Διακυβέρνηση κανονικότητας και όχι έκτακτης ανάγκης και εξαιρέσεων.
Δυστυχώς, η κατάσταση της χώρας και η αλληλεξάρτησή της με το παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον είναι τέτοια που η οφειλόμενη πρωταρχικότητα στις αλλαγές αυτές δεν μπορεί να διεκδικήσει την αποκλειστικότητα των δράσεων.
Ταυτόχρονα και παράλληλα οφείλουμε να αποφασίσουμε ποιά  θέση θέλουμε για την χώρα μας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και πώς θα το πετύχουμε. "Ανάκαμψη" και "επανεκκίνηση" δεν χρειάζεται το χρεοκοπημένο μοντέλο της παροχής κακών υπηρεσιών, του "βολέματος στο δημόσιο"  και του "τσιμέντο να γίνει". Ούτε μπορούμε να συνεχίζουμε να επιβραβεύουμε και να χρηματοδοτούμε την ήσσονα προσπάθεια στους χώρους εκπαίδευσης. 
            Οι οπαδοί της "αόρατης χειρός" θα πουν ότι αυτά είναι υπόθεση της οικονομίας, και ότι η ελληνική καχεξία οφείλεται ακριβώς στην ενασχόληση του κράτους. Θα μπορούσε να είναι αυτή η απάντηση, ωστόσο ο ελληνικός καπιταλισμός και οι επιχειρηματικές ελίτ, δεν μπόρεσαν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, "να ενταχθούν δυναμικά στον διεθνή-ευρωπαϊκό ανταγωνισμό".
     Καθίσταται, λοιπόν, επιτακτική η εγκαθίδρυση ενός "Έξυπνου Κράτους", όπως σημειώνει ο Γιάννης Βούλγαρης, που θα αυξήσει την παραγωγικότητα, θα βελτιώσει της περιβαλλοντικές συνθήκες και θα μειώσει την επισφάλεια της εργασίας μέσω της συνεχούς, συντονισμένης και θεσμοθετημένης συνεργασίας των κρατικών θεσμών και των επιχειρηματικών συμφερόντων, αναλαμβάνοντας και το αντίστοιχο ρίσκο. 
            Άφησα για το τέλος την ευρωπαϊκή διάσταση. Η ενεργός συμμετοχή είναι αναγκαία όχι μόνο για να συνεχίσουμε να ελπίζουμε ότι θα αλλάξουμε την Ελλάδα αλλά και για να πείσουμε τους ωφελημένους της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης (εταίρους και μη) να πληρώσουν για τη επιβίωση των ζημιωμένων.

Τα προτάγματα αυτά, και όχι προτάσεις όπως θα ήθελε ο οικοδεσπότης, δεν μπορούν να μεταφραστούν σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις. Οι προτάσεις καθορίζονται από τις συλλογικότητες, υπάρχουσες και νέες, από τον τρόπο δόμησής τους, την πολιτική τους ταυτότητα και τις πολιτικές-κοινωνικές συμμαχίες που θα χτίσουν τα κόμματα. Αυτό όμως είναι υπόθεση άλλου άρθρου.
                                                                                                                                                                    

Ή θα είναι ευρωπαϊκή ή δεν θα υπάρξει - Η προοπτική της σοσιαλδημοκρατίας



 ''Αφιερώνω αυτό το κείµενο στον Νίκο Θέµελη που το πρόβληµα της ανανέωσης του σοσιαλδηµοκρατικού οράµατος τον απασχολούσε σε όλη του την πολιτική καριέρα.''


Σοσιαλισµός στην πολιτική θεωρία σηµαίνει υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου πα-ραγωγής µε µη επαναστατικά, δηµοκρατικά µέσα.

Ο Νίκος Μουζέλης
mouzelis.gr
Στον σοσιαλισµό ο στόχος είναι η αλλαγή των σχέσεων παραγωγής, το πέρασµα από µια κατάσταση όπου τα µέσα παραγωγής ελέγχονται από άτοµα που επιδιώκουν τη µεγιστοποίηση του κέρδους σε µια κατάσταση όπου τα µέσα παραγωγής θα ελέγχονται, όχι από το κράτος, αλλά από τους άµεσους παραγωγούς, οργανωµένους στη βάση κυρίως συνεταιριστικών αρχών. Από αυτή την άποψη ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε τα άλλα ευρωπαϊκά κόµµατα που αποκαλούνται σοσιαλιστικά έχουν, τουλάχιστον µεσοπρόθεσµα, ένα σοσιαλιστικό πρόγραµµα κοινωνικής αλλαγής – αφού ο βασικός τους στόχος δεν είναι η κατάργηση αλλά ο εξανθρωπισµός του καπιταλισµού.
Το βασικό διακύβευµα
Αρα το σηµερινό διακύβευµα δεν είναι το µέλλον του σοσιαλισµού αλλά αυτό της σοσιαλδηµοκρατίας. Είναι δυνατή µια σοσιαλδηµοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σήµερα;

Μιας καπιταλιστικής κοινωνίας οργανωµένης κατά τέτοιον τρόπο που να επιτυγχάνεται ο συνδυασµός υψηλής παραγωγικότητας στον οικονοµικό χώρο, κοινωνικής συνοχής/δικαιοσύνης στον κοινωνικό και ουσιαστικής δηµοκρατίας στον πολιτικό χώρο; Στη λεγόµενη «χρυσή εποχή της σοσιαλδηµοκρατίας» (1945-1975) αυτός ο τριπλός στόχος επετεύχθη σε έναν µεγάλο βαθµό.

Με τη δηµιουργία του κράτους πρόνοιας στις βορειοδυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας όχι µόνο πολιτικά αλλά και κοινωνικοοικονοµικά δικαιώµατα βλέπουµε να διαχέονται από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραµίδας (T. H. Marshal). Στην πρώιµη µεταπολεµική περίοδο επετεύχθη µια µοναδική ισορροπία µεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ισορροπία που εξαφανίστηκε στη δεκαετία του ‘70.

Η νεοφιλελεύθερη παγκοσµιοποίηση
Πράγµατι, µε το απότοµο άνοιγµα των παγκόσµιων χρηµατοπιστωτικών αγορών η παραπάνω σχετική ισορροπία δύναµης µεταξύ των δύο βασικών κοινωνικών εταίρων αντικαταστάθηκε από µια συνεχώς εντεινόµενη ανισορροπία. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσµιοποίηση των επόµενων δεκαετιών οδήγησε όχι στη συρρίκνωση του κράτους-έθνους αλλά στην άµβλυνση της αυτονοµίας του.

Το κράτος δεν µπορεί πια, όπως στην προηγούµενη περίοδο, να ελέγχει εντός των εθνικών συνόρων τις κινήσεις του κεφαλαίου. Οι νέες τεχνολογίες, σε συνδυασµό µε το παγκόσµιο νεοφιλελεύθερο θεσµικό πλαίσιο, έκαναν δυνατή την πρωτοφανή κινητικότητα του κεφαλαίου.

Κάθε φορά που συνδικαλιστικές οργανώσεις ή σοσιαλδηµοκρατικές κυβερνήσεις προσπαθούν να το ελέγξουν, αυτό αποδρά σε χώρες όπου η εργασία είναι φθηνή, οι συνθήκες εργασίας πρωτόγονες και η εργατική νοµοθεσία ανύπαρκτη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βλέπουµε την εκτίναξη των ανισοτήτων, την ανεργία να παραµένει σε υψηλά επίπεδα ακόµη και σε περιόδους οικονοµικής ανάκαµψης, τη σταδιακή συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την πιο γενική περιθωριοποίηση ενός σηµαντικού µέρους του πληθυσµού. Σε αυτό το ζοφερό σκηνικό οι σοσιαλδηµοκρατικές στρατηγικές έχουν ελάχιστες ελπίδες επιτυχίας. ∆εν είναι λοιπόν περίεργο ότι κεντροαριστερές κυβερνήσεις, είτε αυτές αποκαλούνται σοσιαλιστικές είτε σοσιαλδηµοκρατικές, αναγκάζονται να ακολουθούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές (π.χ. οι κυβερνήσεις Μπλερ και Μπράουν στη Βρετανία). Και βέβαια αυτό ισχύει ακόµη περισσότερο για µικρές χώρες, όπως η Ελλάδα, που στη σηµερινή συγκυρία είναι αδύνατον να υλοποιήσει ένα νεο-σοσιαλδηµοκρατικό πρόγραµµα. Και αυτό όχι µόνο γιατί ο υπερδανεισµός την οδηγεί στην απόλυτη αδυναµία εξεύρεσης πόρων, αλλά και γιατί σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο όπου κυριαρχεί ο νεοφιλελεύθερος φονταµενταλισµός της κυρίας Μέρκελ η σοσιαλδηµοκρατική προοπτική εξαφανίζεται. Ο Τρότσκι, στη διαµάχη που είχε µε τον Στάλιν, υποστήριζε ότι σοσιαλισµός/κοµµουνισµός σε µία µόνο χώρα είναι ουτοπία. Το ίδιο µπορεί να ισχυριστεί κανείς για τη σοσιαλδηµοκρατία σήµερα. Σοσιαλδηµοκρατία σε µία µόνο χώρα δεν είναι εφικτή όταν αυτή είναι αναγκασµένη να επιβιώσει µέσα σε ένα νεοφιλελεύθερο ευρωπαϊκό και παγκόσµιο σύστηµα.

Η ευρωπαϊκή προοπτική
Στη σηµερινή συγκυρία, αν οι σοσιαλδηµοκρατικές προοπτικές της χώρας µας είναι ανύπαρκτες, µπορεί κανείς να πει το ίδιο για την Ευρωπαϊκή Ενωση στο σύνολό της; Σε αυτό το επίπεδο νοµίζω ότι οι προοπτικές ενός σοσιαλδηµοκρατικού µετασχηµατισµού είναι καλύτερες. Και αυτό όχι γιατί οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές ελίτ έχουν σοσιαλδηµοκρατικούς προσανατολισµούς, αλλά γιατί συστηµικές πιέσεις αναγκάζουν, κυρίως τη Γερµανία, να προχωρήσει σε µια λιγότερο νεοφιλελεύθερη και περισσότερο σοσιαλδηµοκρατική διακυβέρνηση της Γηραιάς Ηπείρου.

Βέβαια η θατσερικής κοπής γερµανίδα καγκελάριος θέλει πρώτα την επιβολή δηµοσιονοµικής σταθερότητας και άγριας λιτότητας στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και µετά, πιθανώς, τη δηµιουργία ευρωοµολόγου. Αυτή η πολιτική όµως σηµαίνει την επιδείνωση της ύφεσης και την εντεινόµενη αδυναµία των υπερχρεωµένων χωρών να µειώσουν το χρέος τους. Είναι γι’ αυτόν κυρίως τον λόγο που οι αγορές δεν πείθονται από τα προτεινόµενα ηµίµετρα των Μέρκελ και Σαρκοζί. Αρα πολύ σύντοµα οι τελευταίοι µπορεί να αναγκαστούν να αντιµετωπίσουν το εξής δίληµµα: ευρωοµόλογο εδώ και τώρα ή διάλυση της ΟΝΕ. Νοµίζω ότι οι δύο µεγάλες δυνάµεις της ΕΕ σίγουρα δεν θέλουν την αποδόµηση του ευρωπαϊκού εγχειρήµατος. Αρα είναι πιθανό το ευρωοµόλογο να είναι προ των πυλών. Η αποδοχή του ευρωοµολόγου θα σηµάνει ένα σηµαντικό βήµα για τον, µερικό έστω, έλεγχο των αγορών, ένα βήµα προς µια Ευρώπη που δεν θα ελέγχεται, όπως σήµερα, από τον καπιταλισµό-καζίνο. Ενα βήµα δηλαδή για µια πιο σοσιαλδηµοκρατική ευρωπαϊκή διακυβέρνηση.

Καπιταλισµός µε ανθρώπινο πρόσωπο
Συµπερασµατικά, αν η πολιτικοοικονοµική ενοποίηση της Ευρώπης προχωρήσει και πάρει σοσιαλδηµοκρατική τροπή, τότε οι πιθανότητες ενός σοσιαλδηµοκρατικού προγράµµατος σε εθνικό επίπεδο αυξάνονται. Επιπλέον, µια σοσιαλδηµοκρατικά προσανατολισµένη, πολιτικά και οικονοµικά ενωµένη ΕΕ σίγουρα θα καταστεί σοβαρός παίκτης στην παγκόσµια κοινωνικοοικονοµική αρένα. Σε αυτή την περίπτωση η Ευρώπη θα µπορούσε να δηµιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη ενός παγκόσµιου καπιταλισµού µε ανθρώπινο πρόσωπο.

Ενας σοσιαλδηµοκρατικού τύπου παγκόσµιος καπιταλισµός είναι η αναγκαία, αν όχι και ικανή, προϋπόθεση για την πορεία προς τον σοσιαλισµό. Αυτό όµως είναι θέµα της longue durèe (η έννοια της µακράς διάρκειας του Braudel). ∆εν είναι κάτι που η δική µας γενιά, ούτε µάλλον αυτή των παιδιών µας πρόκειται να βιώσει.

Ο κ. Νίκος Μουζέλης είναι οµότιµος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSE. 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 

Εξοδος από τον λαϊκισµό και τον εθνικισµό - άρθρο γνώμης του Ανδρέα Πανταζόπουλου

Η ουσιαστική σύγκλιση Κεντροαριστεράς και Κεντροδεξιάς, Σοσιαλιστών και Φιλελευθέρων, όχι µόνο στο πεδίο της οικονοµίας, είναι ένα από τα σηµαντικότερα θέµατα που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσµα και της παγκοσµιοποίησης. Αυτή η κεντρώα σύγκλιση έδωσε τη δυνατότητα για την ανάπτυξη στα άκρα του πολιτικού φάσµατος λαϊκιστικών κινηµάτων και κοµµάτων που ανέλαβαν να ενσαρκώσουν τις δικές τους εναλλακτικές απαντήσεις στον κεντρώο µεταµορφισµό τού «κατεστηµένου». Η εξέλιξη αυτή επηρέασε ιδιαίτερα την Αριστερά, σοσιαλιστική και µη, η οποία είδε µεγάλο τµήµα του λαϊκού της ακροατηρίου να στρέφεται και προς τα δύο άκρα. Την ίδια µάλιστα στιγµή που η κεντρώα µετεξέλιξη των Σοσιαλιστών, η µεσοστρωµατική τους αγκύρωση, επικεντρωµένη κυρίως σε αξιακές θεµατικές, δεν έβαλε τα θεµέλια µιας µακρόπνοης ηγεµονίας που να µεταφράζεται σε εκλογικές πλειοψηφίες.

Σήµερα, εν µέσω ευρωπαϊκής και παγκόσµιας οικονοµικής κρίσης, αλλά και κοινωνικής απονοµιµοποίησης αρκετών εθνικών πολιτικών συστηµάτων, η στρατηγική τού φιλελεύθερου κεντρισµού µοιάζει να συναντά τα όριά της, πλαγιοκοπούµενη από αυτούς τους λαϊκισµούς και, σε ορισµένες περιπτώσεις, από οµότροπες αυθόρµητες κινητοποιήσεις. Λαϊκισµοί και κινητοποιήσεις που παρά τις ενίοτε διαφορετικές αφετηρίες τους µοιάζουν να συγκλίνουν και να προάγουν ένα είδος κλεισίµατος στον εθνικό εαυτό, διεκδικώντας ένα δικαίωµα στον «προστατευτισµό».

Η έδρα του προβλήµατος είναι από ποια θέση, από ποιο τόπο, σκέφτεται τον κόσµο η σοσιαλιστική αριστερά. Ενα από τα κεντρικά ερωτήµατα είναι το ακόλουθο: Οι αµετάθετες ουµανιστικές της αξίες παραπέµπουν αυτοµάτως, και ανεξαρτήτως συγκυρίας, σε µια άµεση βολονταριστική τους µετάφραση στο πεδίο της πολιτικής; Το απαραίτητο φιλελεύθερης προέλευσης «άνοιγµα» στο «άλλο» και στο «διαφορετικό» δεν ισοδυναµεί όµως µε την προσχώρηση στον πλανητικό οικονοµικό υπερφιλελευθερισµό. Υπό προϋποθέσεις µπορεί να εξυπηρετείται από µια νέα διαλεκτική εθνικού και παγκόσµιου. Η σηµερινή κρίση των υπερεθνικών συσσωµατώσεων, η διεθνής χρηµατιστική κρίση, είναι µία µόνον όψη τους, η ευρωπαϊκή κρίση µια άλλη, κλητεύει έναν αναστοχασµό του εθνικού πεδίου άσκησης της πολιτικής ως πρωτογενούς αφετηρίας, το οποίο οφείλει να συνδιαλέγεται δηµιουργικά µε τις οικουµενιστικές αξίες. Η σοσιαλιστική αριστερά πληρώνει σήµερα το αντίτιµο µιας παρανόησης. Την τελευταία εικοσαετία υπέταξε τις αντοχές, τους εθνικούς ρυθµούς άσκησης της πολιτικής, στην επίκληση αφηρηµένων αξιών που δεν µπορούσαν να αποκτήσουν κοινωνικό πρόσωπο.

Η ελληνική περίπτωση αν και εγγράφεται σε αυτό το πλαίσιο διατηρεί ωστόσο την προσίδια φυσιογνωµία της. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να αντλήσει διδάγµατα από αυτή τη σοσιαλδηµοκρατική εκτροπή, την ίδια στιγµή που βρίσκεται αντιµέτωπο µε θηριώδεις αρχαϊσµούς που κυριαρχούν στην κοινωνία. Μια ορισµένη επιστροφή στις ρίζες θα λειτουργήσει ασφαλώς ως επικύρωση του καθ’ ηµάς εθνικολαϊκισµού, ενώ µια άρνησή του αποτελεί «απόδειξη» της πλήρους ενσωµάτωσης στον αδηφάγο «νεοφιλελευθερισµό». Πώς να κατασκευάσεις ένα αξιόπιστο «εθνικό αφήγηµα» εξόδου από µια κρίση όταν τα προνοµιακά κοινωνικά σου ερείσµατα κολυµπάνε στον λαϊκισµό, τον εθνικισµό, στη δαιµονολογική συνωµοσιολογία, σε αρκετές περιπτώσεις και στην ξενοφοβία; Και όταν αυτά τα δεινά ενισχύονται από τα αποτελέσµατα της διεθνούς κρίσης; ∆εν φαίνεται να υπάρχει άλλος δρόµος από έναν άνωθεν βολονταρισµό που δεν θα εξαντλείται σε ατοµικές πρωτοβουλίες, αλλά θα κατανοεί την ούτως ή άλλως συνθετότητα αυτών των προβληµάτων στο έδαφος µιας εµµένουσας ελληνικής κακοδαιµονίας.

Η οποία δεν είναι µόνο «οικονοµική». Η σηµερινή οικονοµική της όψη επιβάλλει µια πολιτισµική της αναπλαισίωση, την κατανόησή της ως πολιτικοπολιτισµικό πρόβληµα. Για αυτήν την υστέρηση από τον «δυτικό κανόνα», η σοσιαλιστική Aριστερά στην Ελλάδα δεν έχει εσχάτως δώσει καµία άξια λόγου µάχη, απορροφηµένη από τα κρίσιµα επείγοντα της καθηµερινότητας. Σίγουρα, από µια τέτοια µάχη θεµελίων, µια µάχη µε τις καθηλωτικές νοοτροπίες και αντιδραστικά φαντασιακά, δεν µπορεί κάποιος να προσδοκά άµεσα αποτελέσµατα. Ωστόσο, είναι µια µάχη που µεσοπρόθεσµα θα µπορούσε να αρχίσει να δίνει καρπούς, και να συγκροτεί την «ιδεολογική» βάση για νέα ευαίσθητα κοινωνικά υποκείµενα, ικανά να επεξεργάζονται καινοτόµες εναλλακτικές και προγράµµατα. Αν ισχύει η διαπίστωση ότι η «Αριστερά» είναι υπόθεση και διανοουµένων και πολιτικών, είναι τουλάχιστον κρίµα, ενώπιον του επείγοντος των οικονοµικών προβληµάτων, να αφεθεί η πολιτικο-πολιτισµική µάχη στους κατεστηµένους διαχειριστές νοήµατος τύπου Ναόµι Κλάιν και Λεπέν. 

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι 
επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήµης στο Αριστοτέλειο 
Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης. 



Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Απόψεις για την οικονομική κρίση και την ελληνική διακυβέρνηση


   Η παγκόσμια οικονομική κρίση και η πολυεπίπεδη ελληνική, μονοπωλούν το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται λίγο ή πολύ με την πολιτική και την οικονομία. Στα πλαίσια αυτά το blog θα φιλοξενήσει άρθρα με τις απόψεις νέων ανθρώπων, επιστημόνων.  
   Είναι μια ιδέα που είχα εδώ και καιρό. Παρατηρώ ότι αρκετοί εκφράζονται μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά εκεί ο χώρος είναι περιορισμένος. 
   Ελπίζω να υπάρξει ανταπόκριση. Ελπίδα μου είναι να δεχτούν την πρότασή μου άτομα από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, με διαφορετική ιδεολογία. 
   Όσοι δεχτούν να παραθέσουν τις απόψεις τους θα πρέπει να περιοριστούν σε 700 λέξεις. Το θέμα είναι ευρύ και αποτυπώνεται στην εικόνα. " Τί πιστεύετε για την παγκόσμια οικονομική κρίση; Ποιά ή πρότασή σας για την ελληνική διακυβέρνηση ( ή τί θα κάνατε εσείς αν κυβερνούσατε);" 
    Ξεκινώ να στέλνω προσκλήσεις...

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Ουκ έστιν αριθμός

Το παρόν δημοσιεύτηκε στην ενημερωτική ιστοσελίδα KilkisToday.gr


Ποιό είναι το Ελληνικό Πανεπιστήμιο του 2011 το γνωριζουν αρκετοί. Σίγουρα όχι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας αλλά οι γνώστες δεν παύουν να είναι αρκετοί. Σε ποιό βάθος γνωρίζουν τα προβλήματα του Πανεπιστημίου αυτοί που έχουν εικόνα δεν το γνωρίζουμε. Είναι ζητούμενο.
Μέσα και γύρω από το ελληνικό Πανεπιστήμιο όμως κινούνται χιλιάδες άνθρωποι. Φοιτητές, καθηγητές, διοικητικοί υπάλληλοι, υπάλληλοι καθαριότητας, βιβλιοπώλες, καταστήματα φωτοτυπικών, καφέ, μπαρ, κέντρα διασκέδασης, ταξιδιωτικά τουριστικά γραφεία, μαγαζιά εστίασης, ταχυφαγεία, ιδιοκτήτες διαμερισμάτων, μεσίτες, πολιτικά κόμματα και πολλοί άλλοι έχουν να κάνουν με το ελληνικό Πανεπιστήμιο. Αυτή η απαρίθμηση όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με το ελληνικό Πανεπιστήμιο είναι ενδεικτική και έχει την αξία της όσο προχωράμε στην υπόθεση της μεταρρύθμισής του.
Είναι δεδομένο ότι κάθε μεταρρύθμιση αλλάζει μία κατάσταση. Επεμβαίνει δυναμικά ως αποτέλεσμα πολιτικής βούλησης και αλλάζει τα προϋπάρχοντα και τα δεδομένα. Είναι επίσης λογικό ότι κάθε μεταρρύθμιση κρύβει πίσω της αντιλήψεις, ιδεολογίες, προτιμήσεις, αναλύσεις και αξιοποίηση και του διεθνούς παραδείγματος. Ιδιαίτερα αυτό το τελευταίο σε καιρό παγκοσμιοποιημένης οικονομίας έχει εναν βαρύνοντα λόγο.
Αναμενόμενες είναι επίσης οι αντιδράσεις απέναντι σε μία μεταρρύθμιση. Αντιδράσεις που γεννιούνται για τους ίδιους ακριβώς λόγους που γεννάν την ανάγκη για μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Λόγοι ιδεολογίας, αντιλήψεων, προτιμήσεων, αξιολογήσεων και διαφορετικών ιεραρχήσεων.
Όσοι αντιδρούν σε μία συγκεκριμένη μεταρρύθμιση χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες. Πρώτοι αυτοί που απορρίπτουν την ιδέα της μεταρρύθμισης και προκρίνουν την συνέχιση του καθεστώτος. Δεύτεροι αυτοί που ναι μεν αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας αλλά διαφωνούν κάθετα με την προτεινόμενη.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχει αξία να δούμε την δεύτερη κατηγορία αντιδρώντων, μιας και η πρώτη κρίνεται εκτός τόπου και χρόνου, καθώς ειναι πλέον κοινό μυστικό οτι κάτι πρέπει να αλλάξει στο ελληνικό Πανεπιστημίο. Σε αυτή λοπόν την κατηγορία ανθρώπων που επιθυμούν μια ‘’άλλη’’ μεταρρύθμιση χωρούν αρκετοί. Η ‘’άλλη’’ μεταρρύθμιση είναι τόσο ευρεία που χωρά έναν υπέρμαχο του σοβιετικού εκπαιδευτικού μοντέλου ταυτόχρονα με ένα προπαγανδιστή της πλήρους ιδιωτικοποίησης. Άρα για να προσεγγίσουμε την ‘’άλλη’’ μεταρρύθμιση πρέπει να χρησιμοποιήσουμε κάποιες σταθερές. Να ορίσουμε έναν στόχο. Να προχωρήσουμε με κάποιες συντεταγμένες.
Αν βρισκόμασταν σε ομαλές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες θα έπρεπε να ακολουθούσαμε αυτόν τον δρόμο. Δηλαδή πρόταση, αντιπρόταση, διάλογος και συνδιαμόρφωση. Θα αντιτείνει όμως κάποιος πως δεν πρέπει η σημερινή έκτακτη συνθήκη να καθιερώσει πάγιες ρυθμίσεις, ιδιαίτερα σε έναν τομέα όπως αυτός της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Το πρόβλημα βρίσκεται όμως ακριβώς εδώ. Δηλαδή ακόμα και σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής ηρεμίας ποτέ δεν κατάφεραν οι εμπλεκόμενοι να πράξουν το απαραίτητο. Ουκ έστιν αριθμός εθνικών διαλόγων, προτασεων, κυβερνητικών προσπαθειών, φοιτητικών αντιδράσεων, πρυτανικών ενστάσεων, καταλήψεων. Μια κατάσταση που σέρνεται αρκετά χρόνια και που αδικεί τις επιδόσεις του ελληνικού Πανεπιστημίου.
   Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως η ανάγκη ή η αίσθηση ανάγκης για μεταρρύθμιση ξεπερνα τις όποιες ενστάσεις και αντιπροτάσεις, βάσιμες ή μη. Γεγονός για το οποίο μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουν και όσοι αντιδρούν σήμερα. Διότι η όλη επιχειρηματολογία τους ειναι διαχρονικα επαναλαμβανόμενη με αποτέλεσμα να πάθουν ότι ο βοσκός στο παραμύθι με τον λύκο. Εξάλλου η προτεινόμενη μεταρρύθμιση δεν ξερω αν ισούται με ‘’λύκο’’ για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.