Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Ν. Κοτζιάς στη Θεσσαλονίκη

Την 29/9/2010 ο Νίκος Κοτζιάς μίλησε στην αίθουσα του Δ.Σ.Θ υπό την αιγίδα της Ν.Ε ΠΑ.ΣΟ.Κ Θεσσαλονίκης. Αν και αυτό το τελευταίο δεν πολυφάνηκε ( λόγω προσέλευσης) οφείλω να ομολογήσω πως ήταν θετικό. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω την τοποθέτηση του Ν. Κοτζιά, μέσα από τα δικά μου αυτιά, όπως εγώ την συγκράτησα και όπως εγώ ιεράρχησα τα βασικότερα.
Αρχικά η κρίση δεν είναι παγκόσμια. Είναι δυτική. Εμείς στη Δύση έχουμε την τάση να βλέπουμε τον κόσμο αλλά και την Ιστορία δυτικοκεντρικά. Μια ματιά στους ρυθμούς ανάπτυξης της Ανατολής αλλά και στα αποθεματικά τους το καταδεικνύει άμεσα. Το 1997 ( κατά την κρίση των χρηματιστηρίων στην Ανατολή) τα αποθεματικά τους συνολικά ανέρχονταν σε 380δις. Σήμερα στην παρούσα κρίση ανέρχονται σε πάνω από 4 τρις. Αυτά τα 4 τρις είναι αυτά που λείπουν από την Δύση σήμερα. Πρόκειται για αποκατάσταση  της Ιστορίας καθώς επί αιώνες (επειδή η Ανατολή έχασε την βιομηχανική επανάσταση αν και η Κίνα προηγούνταν ημών) η Δύση συσσώρευε έναντι των υπολοίπων.
Η Κίνα μπροστά στην δυτική λοιπόν κρίση, είχε δύο επιλογές. Να μικρύνει την οικονομία της, μιας και οι δυτικοί αγοραστές των προϊόντων της έμπαιναν σε φάση λιτότητας ή να ενισχύσει την εσωτερική αγορά. Επέλεξε το δεύτερο, με μεγάλες δημόσιες επενδύσεις και με άνοδο της αγοραστικής δύναμης των Κινέζων. Επέτρεψε την δημιουργία συνδικάτων ( παρακίνησε την δημιουργία) ώστε να έρθει και να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους.
Στα της διαπραγμάτευσης της Ελληνικής πλευράς με τους δανειστές της τώρα. Εγκληματική άγνοια και ανικανότητα των φυσικών προσώπων που ανέλαβαν τις διαπραγματεύσεις, καθώς και πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που από βήματος Βουλής παραδόθηκε και παραιτήθηκε των διαπραγματευτικών χαρτιών της – επιλέγοντας να πάει στο τραπέζι ως πρόβατο επί σφαγή. Επίσης ανικανότητα ανάλυσης του ευρωπαϊκού συσχετισμού δυνάμεων και κατανόησης ορισμένων κεφαλαιωδών αλλαγών κυρίως σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς και τους στόχους τους. Η Γερμανία του 2010 δεν είναι η Γερμανία του 1980 ούτε του 1990, που επιθυμούσε πολιτική ενοποίηση, ομοσπονδιακή Ε.Ε όπως εμείς. Η Γερμανία σήμερα έχει κάνει στροφή στον οικονομικό εθνικισμό, αντιλαμβάνεται τα συμφέροντά της στην Ανατολή, έχει αυξήσει τις εξαγωγές της προς τα εκεί ( αφού ο ευρ. Νότος έχει στραγγίξει) και γενικά νιώθει μάλλον άβολα στο ευρωπαϊκό κοστούμι.
Στα της Ελλάδας. Η κρίση δεν είναι κρίση αμιγώς δημοσιονομική. Δεν λύνεται με λογιστικούς μόνο όρους. Είναι βαθύτερη. Είναι συνολική και αφορά το οικονομικό  μοντέλο της χώρας. Ο κίνδυνος είναι να μετατραπεί σε κρίση της Δημοκρατίας καθώς μάλλον έχει μετατραπεί ήδη σε κρίση πολιτική, κοινωνική και ηθική. Όταν μαυρίζει η ψυχή του λαού/ πολίτη, κάμπτονται  οι αντοχές του από την καθημερινή προσπάθεια και κουράζεται. Δεν μπορεί να μετέχει στα κοινά. Παραιτείται. Δεν ελπίζει – δεν προσμονά. Για αυτό χρειάζεται μία αφήγηση – όπως τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων. Σε παρακινούν , θέλεις να μάθεις το τέλος. Θέλεις το τέλος να είναι καλό. Προσμένεις. Ελπίζεις.
Τραγική η έλλειψη των ελίτ στην ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο πολιτικών ελίτ, αλλά και επιχειρηματικών, δημοσιογραφικών, κοινωνικών. Οι διανοούμενοι αντί της τοποθέτησης προτιμούν κάποιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα για βιοποριστικούς λόγους. Το σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα διαρθρώνεται κάπως έτσι. Το Δημόσιο προσφέρει εγγυήσεις στις τράπεζες. Οι τράπεζες αντί να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία ή να δανειοδοτήσουν τις επιχειρήσεις, χρηματοδοτούν τα εκδοτικά συγκροτήματα, πολλές φορές κόντρα σε κάθε ορθολογική προοπτική. Τα εκδοτικά συγκροτήματα με τους δημοσιογράφους- πιστόλια αναλαμβάνουν την προάσπιση των συμφερόντων των τραπεζιτών ( ούτε καν των τραπεζών αλλά των τραπεζιτών). Παράδειγμα υποκρισίας. Βγαίνουν στις τηλεπαράθυρα δημοσιογράφοι, κουνάν το χέρι στο Δημόσιο για την διαχείριση, τις σπατάλες, τα ελλείμματα και τον ανορθολογισμό. Ποιοι; Αυτοί οι οποίοι τα του οίκου τους τα έχουν κάνει θάλασσα. Χρωστάνε στους πάντες και είναι χρεωμένοι ως εκεί που δεν πάει. Κουνάνε το χέρι στο Δημόσιο, και το Δημόσιο έμμεσα τους αναχρηματοδοτεί μέσω του συστήματος ανωτέρω.
Προτάσεις. Υπάρχουν 10 τρόποι ανάπτυξης καταγεγραμμένοι στην βιβλιογραφία. Ο τρίτος χειρότερος είναι η μείωση μισθών και κοινωνικών δαπανών προς αύξηση της ανταγωνιστικότητας. Πολλοί πιστεύουν πως οι κοινωνικές δαπάνες είναι ένα δαπανηρό και άχρηστο τμήμα του οικονομικού σχεδιασμού ή πως οι κοινωνικές δαπάνες λαμβάνουν χώρα αφού έχουμε περίσσευμα από τις όποιες άλλες ανάγκες. Λάθος. Οι κοινωνικές δαπάνες είναι κατεξοχήν παραγωγικές. Είναι αναγκαίες. Η παιδεία, η υγεία, η ασφάλιση είναι τομείς που προσθέτουν. Προσθέτουν πέρα από λογιστικές αντιλήψεις στην ποιότητα ζωής. Ένα καλό επίπεδο ζωής είναι βασικός συντελεστής της παραγωγικότητας της εργασίας.
Επιμέρους προτάσεις. Για παράδειγμα στην περιοχή των Ιωαννίνων ( τώρα με την μεταρρύθμιση του Καλλικράτη ανάλογα σε όλες τις περιφέρειες της χώρας) όπου υπάρχει μία αρκετά καλή κλινική ( νοσοκομείο;) ορθοπεδικής ιατρικής θα μπορούσε να ακολουθηθεί ένα σχέδιο ανάπτυξης, βασισμένο σε αυτή. Πιο μεγάλο αεροδρόμιο , διασύνδεση με Βαλκάνια και γιατί όχι με βόρεια Αφρική- ανατολική Μεσόγειο και παράλληλη βιομηχανία-βιοτεχνία ιατρικού εξοπλισμού προσανατολισμένου στα ορθοπεδικά εξαρτήματα – εργαλεία. Αυτό παράλληλα με τις κλασσικές παραγωγικές δομές κτηνοτροφίας, γεωργίας και τουρισμού. Δηλαδή με λίγα λόγια εντοπισμός των τοπικών πλεονεκτημάτων και σχεδιασμένη επένδυση σε αυτά, ώστε οι περιφέρειες να αποκτήσουν ειδίκευση στον παγκόσμιο επιμερισμό εργασίας. Το έχουμε ξανακάνει στα τέλη της δεκαετίας του 1950 περίπου, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έφερε από το εξωτερικό τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών μετέπειτα ΚΕΠΕ. Οι ετήσιοι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν δεύτεροι παγκοσμίως πίσω από την Ιαπωνία Εξάλλου δεν είμαστε σαν χώρα το τεράστιο σούπερ μάρκετ που μπορούμε να τα κάνουμε όλα ( αλλά δεν είμαστε και τόσο άχρηστοι για να μην παράγουμε τίποτα) – γεγονός που πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Στα της εξωτερικής πολιτικής τώρα. Μάλλον ανυπαρξία σχεδίου. Τρεις είναι οι διακριτές επιλογές. Αποχωρούμε από Ε.Ε και δυτικές δομές και παλεύουμε μόνοι μας ή μένουμε όπως είμαστε μαζεμένοι στην γωνία μας, εντός αλλά ήσυχοι ή αποφασίζουμε να αναλάβουμε ενεργό ρόλο τουλάχιστον στην περιοχή μας, τουλάχιστον για τα συμφέροντά μας. Έχουμε ρόλο να παίξουμε, τόσο τοπικά όσο και περιφερειακά. Αναδυόμενες δυνάμεις της Ανατολής ( Κίνα, Ινδία) αλλά και ήδη ανεπτυγμένες έχουν κάποια στοιχεία κοινά με εμάς. Έχουν και αυτές οι χώρες πολιτισμό από αρχαιοτάτων χρόνων. Πολιτισμό που τον έχουν εμπεδώσει και τον ζουν καθημερινά. Μας σέβονται για τον ίδιο λόγο. Δεν ήμαστε αποικιοκρατική δύναμη, μετά τον Μ. Αλέξανδρο δεν πολεμήσαμε ποτέ προς τα εκεί εναντίων τους, έχουμε αρχαίο πολιτισμό για γενικά καλές σχέσεις. Μπορούμε δηλαδή να παίξουμε τον ρόλο του δίαυλου επικοινωνίας Δύσης- Ανατολής με πολλαπλά οφέλη για εμάς, τόσο οικονομικά όσο και διαπραγματευτικά για τα δικά μας ανοιχτά εθνικά θέματα. Σε τοπικό επίπεδο να αναλάβουμε διαμεσολαβήσεις, διευθετήσεις και διαιτησίες για ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό – το έχουμε κάνει κατά το παρελθόν. Να γίνουμε δηλαδή μια χώρα χρήσιμη. Ειδάλλως θα μετατραπούμε σε χώρα απροσάρμοστη που έχει προβλήματα με όλους σχεδόν όσους συνορεύει. Αλβανία, Σκόπια, Τουρκία.
Αλλά σε κάθε περίπτωση χρειάζεται σχέδιο. Για παράδειγμα ενώ είμαστε από τους λίγους που δεν έχουμε αναγνωρίσει το νέο καθεστώς του Κοσσόβου σε συμπαράσταση των Σέρβων, οι τελευταίοι μπαίνοντας στον προθάλαμο των ευρωπαϊκών επενδυτικών προγραμμάτων έχουν δώσει όλα τα μεγάλα έργα τους σε τούρκικες κατασκευαστικές αν και η Τουρκία αναγνώρισε πρώτη το νέο καθεστώς. Ακόμα ένα παράδειγμα. Όταν ξέσπασαν στην Κίνα πριν 1,5 περίπου χρόνο αναταραχές ανάμεσα στην κρατική διοίκηση και σε ένα τουρκογενές μουσουλμανικό φύλο ( μου διαφεύγει η ονομασία του) ο Ερντογάν διεθνοποίησε το θέμα και με δηλώσεις του προσπάθησε να τους θέσει υπό την σκέπη του. Την άλλη μέρα ο υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας θα έπρεπε να υπογράφει μνημόνιο συνεργασίας με τον Κινέζο ομόλογό του και σε κοινές δηλώσεις  να καταδικάζουν την ανάμειξη της Τουρκίας σε εσωτερικά ζητήματα ξένου κράτους.

Σταματώ εδώ μια πρώτη μεταφορά της τοποθέτησης του Ν. Κοτζιά. Τα μετέφερα υποκειμενικά, αδικώντας σίγουρα τον ομιλητή.  Παρόλα έκρινα πως είναι σκόπιμη μια παρουσίαση της εισήγησής του. Αναμένω συμπληρωματικές σημειώσεις ως σχόλιο από όποιον βρίσκονταν στο χώρο και θεωρεί πως ξέχασα κάτι σημαντικό ή πως υπέπεσα σε λάθος.

Τέλος για να αυτοδιαφημιστώ δείτε και αυτό : Μεγάλη εικόνα

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΑΤΙ ΡΕ ΜΠΟΥΤΑΡΗ; ( της τσόντας το ανάγνωσμα)

Σηκώθηκα και εγώ την Κυριακή 26/9/2010 να πάω στο Λιμάνι Θεσσαλονίκης, να παρακολουθήσω την πρώτη συνέλευση της πόλης , να δω από κοντά τον Γιάννη Μπουτάρη και να ακούσω την «άλλη» πόλη να μιλά και να τοποθετείται. Ομολογώ πως δεν περίμενα κάτι εξαιρετικό, μιας και σε αυτή την πόλη, για αυτή την πόλη έχουν ειπωθεί τα πάντα από τους πάντες.
Είδα αρκετό κόσμο στο χώρο. Το πλακόστρωτο του Λιμανιού είχε γεμίσει. Η ίδια κατάσταση και μέσα. Η κύρια αίθουσα της εκδήλωσης είχε γεμίσει. Είχα σκεφτεί να πάω κατά τις 12.00, παρά την ένδειξη της ηλεκτρονικής πρόσκλησης που ανέφερε την 11.00 π.μ ως ώρα έναρξης. «Εντάξει μωρέ, ώρα ΠΑ.ΣΟ.Κ… άρα καλές 12.30 θα αρχίσει». Έπεσα έξω. 11.30 είχε αρχίσει η ομιλία-τοποθέτηση. Μπήκα βιαστικά στο κτίριο. Παρά την βιασύνη μου έριξα κλεφτές ματιές στον κόσμο γύρω μου.
Είναι ένα ψώνιο που έχω ( ίσως αντιεπιστημονικό και σίγουρα αναπόδεικτο) να προσπαθώ μέσω της παρατήρησης του κόσμου, των ρούχων του, της αισθητικής του, να κάνω κοινωνικές-ταξικές και πολιτικές αναλύσεις και κατηγοριοποιήσεις. Τα συμπεράσματα αυτής μου της παρατήρησης θα τα κρατήσω για μένα προς ώρας. Ένα μόνο θα πω. Μεσαία τάξη, μορφωμένοι, προοδευτικοί, κοσμοπολίτες – αλλά κάπως πιο μακριά από εμένα, κάπως πιο μακριά από αυτό που θα επιθυμούσα εγώ να δω…
Περνάω τώρα σε μία αποστροφή του Γιάννη Μπουτάρη που με εξόργισε. Αναφερόμενος στην TV100 είπε πως θα πρέπει να είναι πολύχρωμη, αντικειμενική, να έχει ζώνες προγράμματος κ.ο.κ Εκεί κάπου αναφέρει και την ύπαρξη ζωνών πορνό στην δημοτική τηλεόραση και κάπου εκεί εγώ έχω εξοργιστεί.
ΕΞΟΡΓΙΖΟΜΑΙ γιατί επιβεβαιώνεται ένας μύχιος φόβος μου και παράλληλα μία παρατήρηση που έχω κάνει σε ανύποπτο χρόνο. Ποια είναι αυτή; Ότι άνθρωποι σαν τον Μπουτάρη ( και όχι μόνο) και κυρίως όσοι αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί/ εναλλακτικοί/ προοδευτικοί/ υπερβατικοί, έχουν ΜΙΑ ΑΓΩΝΙΑ και ΕΝΑΝ στόχο. ΝΑ ΑΥΤΟΕΠΙΒΑΙΒΕΩΝΟΝΤΑΙ ΩΣ ΤΕΤΟΙΟΙ, ερχόμενοι με τα λεγόμενα και τις πράξεις τους σε αντιπαράθεση με τα πιο συντηρητικά δεξιά στοιχεία. ΠΑΝΩ ΛΟΙΠΟΝ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΟΥΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ δεν διστάζουν ( για να μην πω επιθυμούν σφόδρα) να προκαλέσουν. Να πουν μια ΜΑΛΑΚΙΑ για να κατοχυρώσουν μια σχεδόν καταστατική θέση στην όχθη των προοδευτικών. Να «την πουν» στους νοικοκυραίους εθνικόφρονες και το βράδυ να πάνε για ύπνο ήσυχοι.
Ε ΟΧΙ, δεν είναι αυτός ο στόχος μας! ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΤΙ ΘΑ ΠΑΙΖΕΙ Η TV100. Θέλω να παίζει τσόντες, δεν έχω πρόβλημα με αυτό. Ας έχει στο πρόγραμμά της ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν με νοιάζει. Ας είναι τσόντες, πορνό, ντοκιμαντέρ, Big Brother κ.ο.κ. Με νοιάζει όμως η ευκολία με την οποία πετιούνται ατάκες άσκοπα, που θα κάνουν ζημιά στον τελικό στόχο διότι θα συσπειρώσουν  τους απέναντι. Διότι ευθύς εξαρχής αυτός είναι ο στόχος τους ( αυτών των ατακων).
Ατάκες, λέξεις, προτάσεις που έχουν στόχο να κατοχυρώσουν την θέση αυτού που τις εκφέρει στο προοδευτικό – αριστερό – εναλλακτικό στρατόπεδο τσιγκλίζοντας τους «άλλους» εν τέλει τι υπηρετούν; Υπηρετούν τον στόχο; Σπέρνουν αμφιβολία στους ψηφοφόρους του αντιπάλου , καθιστώντας την πρόταση πιο διεισδυτική σε δικούς τους πολιτικούς χώρους; Φανερώνουν κάποια επιχειρηματολογική υπεροχή ημών έναντι των άλλων; ΟΧΙ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ. Αντιθέτως συσπειρώνουν το αντίπαλο στρατόπεδο και μεταφέρουν την κουβέντα στα βλακώδη αντί των σημαντικών.
Το ίδιο ακριβώς φαινόμενο στα γκρουπούσκουλα της Αριστεράς. Από το Πανεπιστήμιο μέχρι τις συνιστώσες του ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ η ίδια μάστιγα. Νομίζω πως στο μυαλό των ανθρώπων αυτών κυριαρχεί ΜΙΑ εμμονή. « Τι πρέπει να λέμε ώστε να είμαστε Αριστεροί ( ή τουλάχιστον έτσι να μας ονοματίζουν/ αντιλαμβάνονται οι άλλοι) ; « Μη τυχόν και πούμε τίποτε που ακυρώσει την φυσιογνωμία μας» .
Δηλαδή δεν απασχολεί η νίκη στις εκλογές, όσο η καθαρότητα και η διαφοροποίηση από το κατά μέρος κατεστημένο ( δικομματισμός για το κεντρικό πολιτικό σκηνικό – σύστημα κουβελοκοσμοπουλοπαπαγεωργοπουλιστικο για τον Δήμο Θεσσαλονίκης).
Ε ΟΧΙ. ΣΤΑ @@ μου η ΤV100. Εγώ στηρίζω την αλλαγή στο Δήμο. Πρώτα κερδίζω τον Δήμο και μετά βάζω τσόντες. ΠΡΩΤΑ  η νίκη στις εκλογές. Σε τελική ανάλυση ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ το πρόγραμμα της TV100. Εκεί θα διαφοροποιηθούμε; Εκεί υπερέχουμε; Μην τρελαθούμε τελείως… Αν είναι να κινητοποιηθούμε για να αλλάξουμε το δημοτικό κανάλι ( πρέπει να γίνει και αυτό) ας μας το πει ο Μπουτάρης να αράξουμε . Έχει και Champions League
Αν είναι όμως να προτάξουμε ένα συνολικό σχέδιο για την πόλη, αν είναι να δείξουμε εφικτές και δοκιμασμένες λύσεις στους συμπολίτες, αν είναι να αγωνιστούμε για μια πραγματικά «άλλη Θεσσαλονίκη» παρακαλώ πολύ να λείψουν οι ΜΑΛΑΚΙΕΣ που δεν ενδιαφέρουν κανέναν και να επικεντρωθούμε στη ΝΙΚΗ.

Υ.Γ 1 Αντιλαμβάνομαι την διαφορά σε βάθος του να είσαι ΠΑ.ΣΟ.Κ και του να είσαι αριστεροεναλλακτικός. Ο πρώτος στοχεύει στην εξουσία ( με πολλές υποχωρήσεις, στρογγυλοποιήσεις και συμβάσεις) – ο δεύτερος στοχεύει στην κατοχύρωση της θέσης του στον πολιτικό άξονα 


Y.Γ 2 Στηρίζω σκληρά

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Το δυστύχημα να είσαι κεντροαριστερός


Τόσο διαφορετικές αναλύσεις και προσεγγίσεις, όσο για το ζήτημα του μνημονίου και της ασκούμενης πολιτικής, δεν νομίζω να ξανασυναντήσουμε. Βρισκόμαστε πιθανόν μπροστά σε μία τεράστια διαιρετική τομή που δημιουργείται και που ίσως καθορίσει το πολιτικό σκηνικό για αρκετά χρόνια. Η στοίχιση δυνάμεων δεν είναι ακόμη ευδιάκριτη, αλλά τα αποτελέσματα της πολιτικής αρχίζουν να γίνονται.
Δυστύχημα να είναι κανείς σήμερα κεντροαριστερός στην Ελλάδα. Προσωπικά νιώθω διχασμένη προσωπικότητα. Μέρα με την μέρα αλλάζω στάση, θέση για τα πράγματα, οπτική. Την μία φαίνεται να αντιλαμβάνομαι την κρισιμότητα της κατάστασης που μας οδήγησε στην τρόικα, να αποδέχομαι κάποιες μεταρρυθμίσεις ως από καιρό αναγκαίες, να δίνω ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, να λέω μέσα μου « μπόρα είναι, θα περάσει». Δεν σας κρύβω ότι πολλά από τα πραχθέντα μου φαίνονται ορθολογικά, μερικά δε των επιχειρημάτων ακλόνητα. Λογικά επιχειρήματα. Αληθής περιγραφή της πραγματικότητας και των καταστάσεων.
Αληθής όμως ή αληθοφανής. Γνωρίζουμε τα πάντα ή μέρος αυτών; Παρουσιάζονται αντικειμενικά τα νούμερα, οι αριθμοί, οι προθέσεις; Τι γίνεται με σειρά αναλύσεων που μιλούν για ξεπούλημα; Που μιλούν για μεσομακροπρόθεσμο  μαρασμό και εν τέλει οικονομικό θάνατο; Με αυτούς που υποστηρίζουν πως έτσι ( με το μνημόνιο) εξυπηρετούμε τους πιστωτές σε βάρος του λαού; Με αυτούς που συνδυάζουν την οικονομία με την γεωπολιτική και διαβλέπουν καθίζηση; Με αυτούς που διαπιστώνουν το πασιφανές. Ότι δηλαδή προβαίνουμε σε πάγιες ρυθμίσεις που ξεθεμελιώνουν το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά και τα ασφαλιστικά δικαιώματα και διαμορφώνουν ένα περιβάλλον ευνοϊκό για το κεφάλαιο σε βάρος της εργασίας;
Ξαναγίνομαι πολιτικά ορθός και ξανακοιτώ τα νούμερα. Κατρακυλήσαμε στην ανταγωνιστικότητα, υπάρχει τεράστια σπατάλη χρήματος σε αντιπαραγωγικές ενέργειες. Το πελατειακό σύστημα ζει και βασιλεύει έστω και περιοριζόμενο. Οι συντεχνίες είναι υπαρκτές και ζητούν την κρατική προστασία – προστασία της θέσης τους και του εισοδήματός τους, αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους.
Ακούω όμως πάλι μιαν άλλη φωνή – μίγμα λογικής και λιγότερο συναισθήματος – να μου ψιθυρίζει ένα πάγιο ερώτημα της πολιτικής. Ένα ερώτημα  που αν το απαντήσεις μπορείς να βάλεις πρόσημο στις ασκούμενες πολιτικές. «Δες ποιος ωφελείται, δες ποιος κερδίζει»; Κερδίζει η μεσαία τάξη; Μάλλον όχι. Κερδίζουν τα ασθενέστερα λαϊκά στρώματα; Όχι. Κερδίζει η νέα γενιά; Προς ώρας όχι; Αναδιατάσσεται το οικονομικό και επιχειρηματικό σκηνικό, το κεφάλαιο ευνοείται τρομακτικά και η μεταφορά πλούτου είναι και μεγάλη και βίαιη υπέρ του.
Μα τότε τι σκεφτόμαστε ακόμη; Τι μας κρατά ακόμη και δεν ανατρέπουμε τα πάντα. Προσωπικά με κρατά η ανυπαρξία μιας συνολικά δομημένης αντιπρότασης. Η απουσία μιας κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας ικανής να κυβερνήσει. Ικανής να εκφράσει τις πλατιές μάζες. Μιας πολιτικής δύναμης που θα αποτελεί την προοδευτικότερη πρόταση εξουσίας. Και οι τρεις λέξεις χρειάζονται. Και προοδευτική, και πρόταση ( με αρχή μέση και τέλος) και εξουσίας ( απαραίτητος στόχος).
Όσοι έσπευσαν με μιας να βγούνε στο πολιτικό αντάρτικο προσποιούμενοι την νέα Εθνική Αντίσταση δεν με ικανοποιούν. Ξέρουμε το παρελθόν, τα πρόσωπα και τα πιθανά κίνητρα. Η Δεξιά του Σαμαρά δεν με πείθει με τίποτα. Για την Αριστερά έφτασε η στιγμή αλλά αποδεικνύεται ανέτοιμη. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ κεντροποιείται και χάνει αρκετά από τα προοδευτικά αριστερά χαρακτηριστικά του. Η περσινή του νίκη φαντάζει σήμερα ως ένα γκολ των σοσιαλιστών κόντρα στη ροή του ευρωπαϊκού αγώνα.
Μόνη λύση η αναμονή. Όχι παθητική αναμονή. Αγωνιστική αναμονή και επιμέρους τοποθέτηση αναλόγως των πολιτικών. Προς το παρόν αποσπασματικά – αναμένοντας τα μεγάλα αφηγήματα. Να διαφυλάξουμε την προοδευτικότητα αλλά και τον ρεαλισμό μας.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Μνημόνιο - εκλογές και εξελίξεις

Το μνημόνιο, η τρόικα και το επιβληθέν πρόγραμμα που ακολουθεί η κυβέρνηση, καλώς κακώς μονοπωλεί την πολιτική ζωή της χώρας. Κινδυνεύουμε να χωριστούμε σε μνημονιακούς και αντιμνημονιακούς, ωσάν να ζούμε μια άλλη περίοδο εικονομαχίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, όπου κάθε υποψήφιος πρέπει πρώτα να απαντήσει με ποιους είναι. Λες και στην Άνω-Ραχούλα που συνενώθηκε με την Κάτω, το μείζον είναι αυτό.
Αλλά τίποτε πλέον δεν κάνει εντύπωση. Θεωρώ μάλιστα πως αυτό το δίλημμα, αυτό το ερώτημα βολεύει. Βολεύει τους πάντες. Εξηγούμαι. Αντί λοιπόν μία δημοτική παράταξη, ένα επιτελείο, μια κομματική οργάνωση - που στηρίζει τις πρώτες, να ασχοληθούν με την κατάρτιση ενός προγράμματος, ενός τουλάχιστον μεσοπρόθεσμου σχεδίου για τον τόπο τους, τοποθετούνται ενάντια στο μνημόνιο, λένε και κάνα δύο τετριμμένα μεταπολιτευτικά λογάκια και ξεχύνονται στο κυνήγι της ψήφου με τους γνωστούς όρους του 1950.
Και άντε η Αριστερά και οι εκφάνσεις της δικαιολογημένα κρατούν αυτήν την στάση. Δεν θα μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά. Άντε και μερίδα του ΠΑ.ΣΟ.Κ επίσης δεν νιώθει άνετα με την ασκούμενη πολιτική και εκ φύσεως και ιστορικής διαδρομής αντιδρά. Αλλά το να βλέπουμε κομματικούς Δημάρχους ή υποψήφιους Δημάρχους με την στήριξη της Νέας Δημοκρατίας να επικεντρώνουν τις δυνάμεις τους για να αναδείξουν σε κεντρικό διακύβευμα των εκλογών το μνημόνιο είναι τουλάχιστον αστειότητα.
Ξεπερνώντας το μνημονικό δίλημμα, ενδιαφέρον είχαν οι διαβουλεύσεις εντός ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ σχετικά με τον υποψήφιο περιφερειάρχη Αττικής που τελικά θα επέλεγαν. Νομίζω ότι εκείνες της μέρες, σε εκείνα τα κομματικά γραφεία παίχτηκε ένα παιχνίδι από το άμεσο μέλλον. Πέραν της γνωστής καμαρίλας, των προσωπικών φιλοδοξιών Αλέκου και Αλέξη, της μάχης για την σφραγίδα και το μαγαζί και όλα τα συναφή ζητήματα κάθε μικρόκοσμου, νομίζω ότι συγκρούστηκαν ταυτόχρονα και δύο πολιτικές προσεγγίσεις.
Από την μία οι υποστηρικτές της επιλογής του Αλέξη Μητρόπουλου ( μιας πασοκογενούς υποψηφιότητας ) θεωρούν ότι κάνοντας άνοιγμα στην αριστερά (;) του ΠΑ.ΣΟ.Κ θα απεγκλωβίσουν λαϊκές μάζες και θα επιτύχουν την όσμωση των δύο χώρων. Κατηγορούν δε τον Αλέκο Αλαβάνο για όψιμο ανδρεοπαπανδρεισμό, τόσο υφολογικά όσο και πολιτικά. Από την άλλη οι υποστηρικτές του Αλαβάνου πιστεύουν ότι η μόνη ορθή στρατηγική είναι η διεμβόληση του ΠΑ.ΣΟ.Κ με μια αριστερή υποψηφιότητα, που θα ριζοσπαστικοποιήσει τον κόσμο αυτό, παίρνοντας σαν παράδειγμα τις εθν.εκλογές του 2007. Είναι γεγονός πως η συγκεκριμένη περιφέρεια ενδείκνυται για διεξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων και εφαρμογή πολιτικών στρατηγικών.
 Υπάρχουν σωστές σκέψεις και στις δύο πλευρές αλλά το συμπέρασμα είναι άλλο και αποδεικνύεται καθημερινά. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ κατέχει μονίμως μια κεντρικότητα στο πολιτικό σύστημα. Όλα και όλοι κινούνται γύρω από αυτό, προσπαθούν να το διεμβολήσουν, να το στριμώξουν, να το τεμαχίσουν κ.ο.κ. Βέβαια αυτό είναι γνωστό από το 1977. Τώρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και για αυτό καθώς «κεντροποιείται». Φαίνεται να χάνει την επαφή του με τα λαϊκά στρώματα που το στήριζαν ιστορικά και τοποθετούνταν εμφατικά αριστερότερα του Κέντρου – φαίνεται παράλληλα να παραμένει κυρίαρχο σε ένα πολιτικό σύστημα που όμως βρίσκεται σε πτώση. Η διεθνής συγκυρία εξάλλου δεν το ευνοεί. Η νίκη του, το 2009 ήταν ένα γκολ των σοσιαλιστών ενάντια στη ροή του αγώνα.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

Ανάπτυξη με θεσμική φαντασία Τoυ ΓΙΑΝΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ


Μπαίνουμε στον πιο δύσκολο χειμώνα της Μεταπολίτευσης, μετά ίσως το 1975. Η Ελλάδα βεβαίως και πάλι δεν θα πεθάνει, αλλά σίγουρα θα δοκιμαστεί σκληρά. Ήδη η κρίση έχει εισέλθει σε νέα φάση. Αναλόγως, μετατοπίζονται οι «αυθόρμητες» ερμηνείες και ο δημόσιος λόγος.
Στην προηγούμενη φάση, επίκεντρο ήταν πρωτίστως ο δημόσιος τομέας και τα εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων. Ο ένοχος ήταν δαχτυλοδεικτούμενος και καταδικαστέος για μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης: το αναποτελεσματικό και διογκωμένο κράτος, η «προνομιούχα» και παρασιτική δημοσιοϋπαλληλία. Τώρα η ύφεση γίνεται πιο αισθητή στον ιδιωτικό τομέα: οι τράπεζες πληρώνουν την κατάρρευση των κρατικών ομολόγων στις διεθνείς αγορές, ένας αυξανόμενος αριθμός (μικρο)επιχειρήσεων κλείνουν ή δοκιμάζονται, καθώς ήταν εξοπλισμένες για τον καλό μόνο καιρό και συνηθισμένες σε ένα καθεστώς φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής. 

Ασφάλεια στην απασχόληση
Στην προηγούμενη φάση, το κοινωνικό κόστος αφορούσε κατά μεγάλο μέρος τα εισοδήματα των δημοσίων υπαλλήλων, πράγμα κοινωνικά υποφερτό, μια και έχουμε πάντα την ασφάλεια της μόνιμης απασχόλησης. Τώρα, η ύφεση χτυπά είτε τους μικροεπιχειρηματίες και τους καταστηματάρχες είτε, ακόμα χειρότερα, τους αδύναμους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που στερούνται κάποιο αξιόλογο δημόσιο δίχτυ ασφάλειας. Κοντολογίς, η ύφεση εκδηλώνεται άμεσα σε όλες τις πτυχές του ελληνικού καπιταλισμού. 

Οι μέγιστες ευθύνες του κρατικού- κομματικού- συνδικαλιστικού κατεστημένου παραμένουν, αλλά είναι πλέον εμφανές ότι Δημόσιο και Ιδιωτικό, Κράτος και Αγορά συμπαρασύρονται στον ίδιο χορό. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι η οικονομική επιδείνωση, ακόμα και αν κινείται μέσα στις προβλεπόμενες παραμέτρους, έχει δώσει τροφή σε έναν νέο γύρο «αντιμνημονικής εκστρατείας» στον οποίο συναντώνται αυθεντικές οικονομικές-κοινωνικές αγωνίες με μικροκομματικές σκοπιμότητες. Κοινωνικοί πρωταγωνιστές του νέου γύρου εμφανίστηκαν οι εκπρόσωποι της μικρής επιχειρηματικότητας, αλλά η Ν.Δ. πλειοδοτεί, στοχεύοντας τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου γύρου, οπότε θα χρειαστεί ενίσχυση από την παραδοσιακή Αριστερά. 

Ποιος θα πατήσει το «γκάζι»; 
Μοτίβο της τωρινής κριτικής είναι η «ανάπτυξη». Λέξη-κλειδί στις συνθήκες της ύφεσης, τόσο ώστε η πληθωριστική χρήση της να μας κάνει επιφυλακτικούς. Χρειάζεται να ρωτάμε: τι εννοεί αυτός που την επικαλείται; Ανάπτυξη πώς, πότε, με ποια μέσα, με τι στόχους; Γιατί πρέπει να ξεχωρίζουμε τα λόγια και τις προθέσεις. 

Υπάρχει κατ΄ αρχάς μια δημαγωγική πολιτικάντικη επίκληση της ανάπτυξης που χρησιμοποιείται απλώς για αντιπολιτευτικούς λόγους. Σαν η χώρα να μπορούσε να πετύχει τη δημοσιονομική σταθεροποίηση αποφεύγοντας το πικρό ποτήρι της λιτότητας, πατώντας απλώς το «γκάζι» της ανάπτυξης. Στο ερώτημα «πώς», η δημαγωγία μετατρέπεται σε αερολογία και οικονομική φαιδρότητα. Μια άλλη άποψη ταυτίζει την ανάπτυξη με την ενίσχυση της ζήτησης και τη φορολογική ελάφρυνση, μεταφράζοντάς την στο επιγραμματικό «ρίξτε λεφτά στην αγορά». Αυτήν εξέφρασαν κυρίως οι εκπρόσωποι του (μικρο)επιχειρηματικού κόσμου. Η κριτική μπορεί να είναι χρήσιμη γιατί κρατά σε εγρήγορση τους σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής όταν αποφασίζουν το μείγμα περικοπής δαπανών- αύξησης εσόδων για τη δημοσιονομική εξυγίανση. Επιπλέον, αναδεικνύει τις καθυστερήσεις της κυβέρνησης (π.χ. στην προώθηση του ΕΣΠΑ, τον αναπτυξιακό νόμο, την ανασυγκρότηση των Εφοριών κ.λπ.). Ώς εκεί όμως. 

Το μείγμα μπορεί να διαφοροποιηθεί κάπως αλλά όχι πολύ, η κυβερνητική δράση μπορεί να βελτιωθεί αρκετά έως πολύ, αλλά η ανάγκη επιστροφής της χώρας και των τραπεζών στις διεθνείς αγορές περιορίζει ασφυκτικά, αν δεν αποκλείει, τη γενναία ενίσχυση της ρευστότητας. Γιατί τελικά «λεφτά δεν υπήρχαν». 

Στρατηγική αναβάθμιση
Εναντι της προσχηματικής επίκλησης της ανάπτυξης, αλλά και της εναγώνιας έκκλησης «ρίξτε λεφτά στην αγορά», επείγει να διαμορφώσουμε μια πραγματική στρατηγική με στόχο την αναβάθμιση της χώρας στον διεθνή ανταγωνισμό σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Αυτό δεν αποτελεί φυγή από τη σημερινή σκληρή πραγματικότητα. Ενας σαφέστερος αναπτυξιακός προσανατολισμός καθιστά πολιτικά πιο ανεκτή τη δύσκολη περίοδο που θα διανύσουμε. Είτε το πούμε σουμπετεριανά «δημιουργική καταστροφή», είτε μαρξιστικά «απαξίωση ενός μέρους του κεφαλαίου», είτε απλώς χριστιανικά «κοιλάδα των δακρύων», δεν θα βγούμε από την κρίση με τις ίδιες τράπεζες, τους ίδιους μικρομεσαίους, τους ίδιους ελεύθερους επαγγελματίες, ούτε το ίδιο ελπίζουμε εκπαιδευτικό σύστημα ή τα ίδια ΜΜΕ. 

Εθνικό μνημόνιο
Με αυτή την έννοια χρειαζόμαστε ένα εθνικό μνημόνιο ανάπτυξης. Εθνικό με την έννοια της εθνικής απόφασης, της δικής μας θέλησης, και μιας ορισμένης εθνικής συναίνεσης στους στόχους και στα βασικά εργαλεία. Μνημόνιο με την έννοια της δέσμευσης σε μακροχρόνιους μεν, συγκεκριμένους όμως στόχους και επιλογές. Αναπτυξιακή στρατηγική δεν είναι ασφαλώς ένας «αναπτυξιακός νόμος» που μοιράζει επιδοτήσεις, μπορεί και χρήσιμες. Χρειαζόμαστε μια νέα «εικόνα» για τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, τα υπαρκτά και τα ενδεχόμενα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. 

Δεν είναι λίγες οι προτάσεις, οι ιδέες και οι υποδείξεις των ειδικών από όλο το πολιτικό φάσμα, που διαβάζουμε ή ακούμε. Κινούνται στο τετράγωνο: περιορισμός και εξορθολογισμός του κράτους- διαφοροποίηση των πηγών εσόδων του με την αξιοποίηση της κρατικής ιδιοκτησίας και των συμμετοχών- προσέλκυση μεγάλων άμεσων ξένων επενδύσεων- επιτάχυνση του ΕΣΠΑ. 

Μεταπολιτευτικός κρατισμός
Υποστηρίζω ότι πέρα από τις οικονομικές-κοινωνικές υποδείξεις και επιλογές, χρειάζεται να αναστοχαστούμε τα θεσμικά εργαλεία. Ο μεταπολιτευτικός κρατισμός έχει απαξιωθεί, το διογκωμένο αναποτελεσματικό κράτος πρέπει να περιοριστεί, αλλά, από την άλλη, η φιλελεύθερη προσδοκία ότι η ιδιωτική επιχειρηματικότητα μπορεί να ορίσει τις συντεταγμένες του νέου προτύπου ανάπτυξης στην Ελλάδα, είναι αυταπάτη. 

Η κρίση έδειξε και τον περιορισμένο δυναμισμό μεγάλου μέρους των ελληνικών επιχειρήσεων. Μια στρατηγική ανάπτυξης χρειάζεται ένα νέο μείγμα κράτουςαγοράς, δημόσιου- ιδιωτικού, με βαρύνοντα επιτελικό, ρυθμιστικό και διευθυντικό ρόλο του κράτους. Οπως η οικονομία είναι σε έκτακτη ανάγκη, έτσι και οι θεσμοί πρέπει να κινηθούν σε έκτακτες συνθήκες. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί για το σύνολο του κρατικού μηχανισμού. Οι προσπάθειες του κ. Ραγκούση είναι εντυπωσιακές, οι διακηρύξεις του Πρωθυπουργού δείχνουν επίσης βούληση για μεταρρύθμιση του Κράτους, αλλά το σύστημα είναι βαθιά άρρωστο, τα αποτελέσματα των συνολικών μεταρρυθμίσεων θα αργήσουν να φανούν, ενώ η θεωρία και η πρακτική μάς έχουν δείξει ότι η παθογένεια του υπάρχοντος μηχανισμού μεταδίδεται και στις ανανεωτικές προσπάθειες. Γι΄ αυτό άλλωστε η κυβέρνηση σχεδιάζει έκτακτες διαδικασίες επιτάχυνσης για τις πιθανές μεγάλες ξένες επενδύσεις. Εκτακτες διαδικασίες
Χρειαζόμαστε όμως πολύ περισσότερα. Μπορούμε να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε ένα πυκνότερο, έστω πρόσκαιρο, αναπτυξιακό δίκτυο θεσμικών κέντρων ήεπιχειρησιακών ομάδων για τη διεκπεραίωση ειδικών αναπτυξιακών στόχων με έκτακτες διαδικασίες και ρυθμίσεις; Ειδικών αναπτυξιακών στόχων ή συγκεκριμένων έργων σε εθνικό επίπεδο και σε κάθε Περιφέρεια, επιλεγμένων για το δυναμικό και πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που θα έχουν, είτε άμεσα είτε σε στρατηγικό χρόνο; Χρειάζεται βεβαίως θεσμική φαντασία, ικανοί και έντιμοι ειδικοί και ένα απόθεμα κοινωνικής εμπιστοσύνης προς αυτούς. Δύσκολο. Ισως όμως ανακαλύψουμε έκπληκτοι ότι η Ελλάδα μπορεί να εμπιστευτεί περισσότερο τα στελέχη της από τους θεσμούς της. Αν βεβαίως η πολιτική ηγεσία τα προστατέψει από τις ανθρωποφαγικές επιθέσεις των διαφόρων ΜΜΕ που θα χρησιμοποιηθούν από τα θιγόμενα συμφέροντα. 


Μπορούμε να φανταστούμε και να σχεδιάσουμε ένα πυκνότερο, έστω πρόσκαιρο, αναπτυξιακό δίκτυο θεσμικών κέντρων ή επιχειρησιακώνομάδων για τη διεκπεραίωση ειδικών αναπτυξιακών στόχων με έκτακτες διαδικασίες και ρυθμίσεις;
Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στοΤμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας  




Από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΜΙΧΑΛΗ ΣΠΟΥΡΔΑΛΑΚΗ Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010


* Χωρίς κοινωνικές συμμαχίες
αναζητά στήριξη από δυνάμεις,
που θα του είναι χρήσιμες την επόμενη ημέρα
Τη συνέντευξη πήρε
ο Πάνος Λάμπρου
Συμπληρώθηκαν 36 χρόνια από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ. Από το αρχικό σχήμα του 1974 μέχρι το ΠΑΣΟΚ του 2010 υπάρχει τεράστια απόσταση. Ή μήπως μας φαίνεται σήμερα έτσι;Υπάρχει συνέχεια, υπάρχουν και μεγάλες διαφορές. Όταν το ΠΑΣΟΚ ξεκινάει την πορεία του, έχει τέσσερα θεμελιώδη συνθήματα, που εγγράφονται στο γενετικό του υλικό. Τα συνθήματα της λαϊκής κυριαρχίας, εθνικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, δημοκρατικής διαδικασίας, που ήταν μεν γενικόλογα, συγκροτούσαν όμως, ένα εν δυνάμει αριστερό κίνημα. Αριστερό και μάλιστα της ανανεωτικής αριστεράς, με την έννοια ότι έθετε το ζήτημα της συμμετοχής...
 
Λέγανε μάλιστα τότε ότι ο Παπανδρέου έκλεβε τα συνθήματα του ΚΚΕ Εσωτερικού. Δεν μου αρέσει αυτή η διατύπωση, αλλά σιγά σιγά έφτιαχνε τη δική του πολιτική παρουσία στη δημόσια ζωή του τόπου. Υπό αυτή την έννοια, το ΠΑΣΟΚ, οικοδομείται με ένα ηγεμονικό τρόπο, διαμορφώνει και επιβάλει τη δική του πολιτική ατζέντα. Ποια ήταν τα μεγάλα διακυβεύματα της Μεταπολίτευσης; Το πρώτο, το σημαντικότερο θα έλεγα, ήταν το ζήτημα του εκδημοκρατισμού και του εκσυγχρονισμού των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Το ΠΑΣΟΚ, κυρίως, βεβαίως και η αριστερά, αλλά κυρίως το ΠΑΣΟΚ με τον όγκο του, συμβάλλει αποφασιστικά σε αυτό το στόχο. Είναι η πρώτη φορά, με εξαίρεση μια περίοδο της ΕΔΑ, που το ΠΑΣΟΚ προβάλει το μοντέλο του κόμματος μαζών. Η δεύτερη φάση ήταν η περίοδος με την περίφημη αλλαγή. Το αίτημα της αλλαγής το είχαν και άλλες δυνάμεις, αλλά το ΠΑΣΟΚ καταφέρνει να το πραγματώσει. Πολύ σύντομα, όμως, με την άνοδό του στην εξουσία, περίπου το 1984, εγκαταλείπει ορισμένες από τις καταστατικές του δεσμεύσεις. Ήδη έχει εγκαταλείψει τη δημοκρατική διαδικασία, καθώς είχαν υπάρξει αρκετές ρήξεις και διαγραφές. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος. Με το άρθρο 4, φαίνεται ότι το νεανικό κυβερνών κόμμα, εγκαταλείπει βασικές αρχές και επιχειρεί να ελέγξει τις κοινωνικές πιέσεις που δέχεται. Μπορεί να μην εφαρμόστηκε το άρθρο 4, αλλά είναι η πρώτη φορά, που διατυπώνεται ρητά ότι αλλαγή σημαίνει συσσώρευση. Έχουμε, λοιπόν, μια σταδιακή μετατόπιση του ΠΑΣΟΚ. Αφήνει την κοινωνία και στρέφεται προς το κράτος και τα προτάγματά του. Στην πορεία, καταλήγει στην απόλυτη γραφειοκρατικοποίηση, στη διαφθορά, αλλά και σε κρατικές αντιστάσεις έναντι των αιτημάτων των κινημάτων της εποχής. Στη συνέχεια, έρχεται η κρίση στο τέλος της δεκαετίας του ΄80 και ξαναπιάνει το νήμα, όταν επανέρχεται στην εξουσία το 1993, όπου, πλέον, ανοίγει ο δρόμος στον εκσυχρονισμό που είναι το νέο πρόταγμα. Είναι μια πορεία, που το ΠΑΣΟΚ, από κόμμα έκφρασης λαϊκών συμφερόντων -έστω με θολό και στρεβλό τρόπο-, μετατρέπεται σε κόμμα που τα προτάγματά του ταυτίζονται με αυτά του κράτους.
Χωρίς κοινωνικές συμμαχίες
Την περίοδο εκείνη δεν έχει το ΠΑΣΟΚ κοινωνικές αναφορές; Έχει, αλλά είναι διαφορετικές. Έχει αναφορές στους νικητές... Είναι αναφορές στα ανερχόμενα, στα δυναμικά κοινωνικά στρώματα. Φεύγει από τους μη προνομιούχους, αλλά πάει στη δυνατή, στην ισχυρή Ελλάδα, με ό,τι αυτό σημαίνει.
 
Η σημερινή εικόνα του ΠΑΣΟΚ, είναι η λογική συνέχεια;  Η κρίση, του δίνει τη δικαιολογία -αυτό δείχνουν τα μέτρα και ο τρόπος που αυτά ελήφθησαν- να εγκαταλείψει πλήρως οποιοδήποτε κοινωνικό έρεισμα. Δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ή να έχει αναφορά σε κάποια οιωνεί κοινωνική συμμαχία, στην οποία θα στηρίξει αυτή την πολιτική. Άλλωστε, είναι τόσο πολωμένα τα πράγματα ανάμεσα σε μια ολιγομελή πολιτική, αλλά κυρίως οικονομική ελίτ, με το σύνολο της κοινωνίας, που δεν μπορείς να ισχυρισθείς ότι υπάρχουν κάποια, έστω, κοινωνικά στηρίγματα. Δεν μπορείς να μιλήσεις για καλοβολεμένους δημοσίους υπαλλήλους, για υψηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα, ή για μικροεμπόρους. Ουσιαστικά στηρίζεται σε μια πολύ στενή ολιγαρχική ελίτ, την οποία φαίνεται ότι εξυπηρετεί. Στην πραγματικότητα, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να νομιμοποιήσει τις λύσεις, που αυτή η ελίτ επιλέγει ως διέξοδο από την κρίση. Βεβαίως, το ΠΑΣΟΚ, επιχειρεί να απευθυνθεί στην κοινωνία και για αυτό αναφέρεται σε τέταρτο δρόμο ή υπερχρησιμοποιεί τα ΜΜΕ...
 
Μπορεί, όμως, η επιλογή αυτή να καλύψει στη σημερινή εποχή το κενό κοινωνικών συμμαχιών; Νομίζω πως όχι. Διαφορετικά θα πρέπει να πετάξουμε ό,τι γνωρίζαμε.
Οι κοινωνικές αντιδράσεις
Και πώς εξηγείς ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις είναι -επιεικώς το λέω- υποτονικές;  Δεν μπορεί κανείς να περιμένει αυτοματισμούς κοινωνικών αντιδράσεων.
 
Άρα, εκτιμάς ότι αυτές θα προκύψουν. Είναι δεδομένο. Η κοινωνική αντίδραση πάει πάντα, χέρι-χέρι με ένα όραμα πολιτικής διεξόδου και ιδεολογικής νομιμοποίησης. Αυτή τη στιγμή η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μπορεί να βρει διέξοδο διότι οι δίαυλοι πολιτικής έκφρασης είναι παλαιού τύπου, κάνουν πολιτική με βάση παλαιές διαιρετικές τομές...
 
Του τύπου, πρόοδος – συντήρηση;Όχι, μόνο. Είναι μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, που στη σημερινή συγκυρία σημαίνει κάτι συγκεκριμένο. Αυτό, όμως, μετά το μνημόνιο έχει αλλάξει. Σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες δεν φαίνονται, θέλω να πως το εξής. 
 
Λες ότι απλώς δεν φαίνονται.  Οι πραγματικές κοινωνικές συνέπειες της κρίσης δεν έχουν φανεί. Οι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, έχουν αισθανθεί την κρίση στην τσέπη και τον προϋπολογισμό τους, το πολύ εδώ και τρεις μήνες. Δεν έχουμε δει τις δευτερογενείς και, πολύ περισσότερο, τις τριτογενείς κοινωνικές συνέπειες από την ύφεση. 
 
Ας υποθέσουμε ότι οι κοινωνικές αντιδράσεις θα προκύψουν στην πορεία. Γιατί, όμως, εντός του ΠΑΣΟΚ δεν έχουν υπάρξει φωνές, που να δυσκολεύουν την κυβέρνηση; Έχει να κάνει με το ότι το ΠΑΣΟΚ έχει μετεξελιχθεί σε κρατικό φορέα και άρα, λοιπόν, γιατί κάποιος να αυτοαπολυθεί από τη δουλειά του;Κρατικό κόμμα ναι, κρατικός φορέας με την έννοια της απόλυσης από τη δουλειά του, δεν θα το έλεγα, αν και μέσα σε αυτό υπάρχει αλήθεια. Η πορεία του ΠΑΣΟΚ προς το κράτος, συνοδεύεται από μια αποδιοργάνωση του κομματικού ιστού, που στήριξε την άνοδο στην εξουσία, αλλά και τη διαχείρισή της. Μιλάμε, πλέον, για “ανοιχτό”, για “ηλεκτρονικό κόμμα”. Και επειδή μιλάμε για “ηλεκτρονικό κόμμα”, να πούμε ότι μόλις το 1/3 των τοπικών οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ διαθέτει τηλέφωνο! Δηλαδή, όλο αυτό είναι ένα ψευδές κατασκεύασμα. Δεν λειτουργούν οι οργανώσεις, δεν λειτουργούν τα όργανα... Πριν λίγες ημέρες είχαμε τη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου. Το παλαιό ΠΑΣΟΚ είχε Κεντρική Επιτροπή, παρότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πάντα τον έλεγχο της κατάστασης. Ήταν, όμως, όργανο του κόμματος. Το Εθνικό Συμβούλιο, όμως, το οποίο είναι τεράστιο, δυσλειτουργικό, καλείται μόνο για εντυπώσεις ή για να επικυρώσει αποφάσεις που έχουν ήδη παρθεί.
Ο ανασχηματισμός
Πώς είδες τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης;
Ο ανασχηματισμός δείχνει ουσιαστικά ότι το ΠΑΣΟΚ το μόνο που φαίνεται να φοβάται, ως πολιτική αντιπολίτευση, είναι η εσωκομματική αντιπολίτευση. Άρα καίγεται το χαρτί του ανασχηματισμού, που ενδεχομένως θα ήταν χρήσιμο σε μια εποχή, που η κυβέρνηση θα είχε πρόβλημα σοβαρό για να προλάβει την εσωκομματική αντιπολίτευση. Βάζει το 1/3 των βουλευτών της κυβέρνησης, ανατρέποντας τις παλιές εξαγγελίες για μικρό και ευέλικτο κυβερνητικό σχήμα. Ο ανασχηματισμός, που δείχνει και τον απόλυτο κρατικό προσανατολισμό του ΠΑΣΟΚ, είναι το πρώτο βήμα για την αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας της κυβέρνησης, που σε συνδυασμό με τον Καλλικράτη θα είναι και ο νέος διαχειριστικός τρόπος της πολιτικής εξουσίας. Ισχυρό πρωθυπουργικό γραφείο, μια εξουσία που θα είναι στο απυρόβλητο της λαϊκής διεκδίκησης. Και την όποια λαϊκή διεκδίκηση θα την κατευθύνουν στην Περιφέρεια, η οποία, όμως, δεν θα έχει πόρους για να ανταποκριθεί στα κοινωνικά αιτήματα. Άρα, Καλλικράτης και οβάλ γραφείο χαλυβδώνουν και προστατεύουν το σκληρό πυρήνα της πολιτικής εξουσίας και διαμορφώνουν μια σχέση κόμματος – κοινωνίας, που το κόμμα είναι μέσα στο κράτος, διαχειρίζεται την κρατική εξουσία και εξαιτίας αυτού θα προσφεύγει στο λαϊκό παράγοντα για επικύρωση και μόνο προειλημμένων αποφάσεων. Αυτό δεν θα μπορέσει να το κάνει. Είναι τέτοιες οι αντιφάσεις της κρίσης, αλλά και η απουσία κοινωνικών ερεισμάτων, που δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη συναίνεση. Και φοβούμαι ότι θα καταφύγει στον αυταρχισμό. Δεν μπορείς να μιλάς για κοινωνική δικαιοσύνη με νεοφιλελεύθερες επιλογές και πρακτικές. Δεν μπορείς να μιλάς για απελευθέρωση με ελαστικοποίηση και ανεργία και να είσαι και ενάντια στα συνδικάτα^ ακόμα και σε αυτά τα συνδικάτα. 
 
Αυτές τις ημέρες είχαμε από την πλευρά της κυβέρνησης δύο πολιτικές κινήσεις. Την πρώτη τη σχολιάσαμε. Η δεύτερη ήταν η ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων. Συζητήθηκαν αρκετά και εντός του ΠΑΣΟΚ τρεις υποψηφιότητες. Της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, αλλά και της Πελοποννήσου. Ήταν έξυπνες επιλογές από την πλευρά του Παπανδρέου; Νομίζω ότι ήταν πανέξυπνες. Διότι αν η ανάλυσή μας έχει δόση αλήθειας, το ΠΑΣΟΚ οδηγείται σε αδιέξοδο. Συνεπώς, πρέπει να αναδιατάξει και το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Και αυτό το κάνει με πολύ έξυπνο τρόπο. Τι πρέπει να κάνει στη συγκυρία; Πρέπει πρώτα απ΄ όλα να βγάλει από την ατζέντα το επίδικο, που είναι το μνημόνιο, επίδικο που ανοίγει κοινωνικές συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, ενδεχομένως και κινητοποιήσεις. Να αποπολιτικοποιήσει τις εκλογές και να αφαιρέσει από τη συζήτηση τον Καλλικράτη, που είναι ο διαχειριστικός, διοικητικός μηχανισμός, που θα στηθεί για την εφαρμογή του μνημονίου. Επιλέγει το ΠΑΣΟΚ για την Αθήνα έναν υποψήφιο, ο οποίος δεν έχει αυτοδιοικητικά χαρακτηριστικά, αλλά δίνει τη δυνατότητα στο συμβολικό επίπεδο να πραγματοποιήσει συμμαχία με μια οιωνεί αριστερή δύναμη, η οποία θα του είναι χρήσιμη την επόμενη ημέρα. 
 
Και δείχνει ότι δεν είναι απομονωμένο. Βέβαια. Επίσης, προχωρά σε ανίερες συμμαχίες, όπως αυτή με τον ΛΑΟΣ και σε άλλο επίπεδο με τον κύκλο της Ντ. Μπακογιάννη. Άρα, μέσα από αυτές τις διεργασίες φαίνεται να συμβάλει στην αναδιάταξη, για το μέλλον, του πολιτικού σκηνικού και την ίδια στιγμή να εξασφαλίζει τους όρους, ώστε να εμφανιστεί το μνημόνιο ως φυσικό φαινόμενο. Ταυτόχρονα, με τις κινήσεις αυτές φιλοδοξεί να μην εισπράξει την όποια φθορά. Αλλά αυτό είναι το τελευταίο, παρόλο που πολλοί δημοσιογράφοι το έβαλαν ως πρώτο. Το σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι με τις συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, το ΠΑΣΟΚ φωτογραφίζει το μέλλον του πολιτικού σκηνικού, όπως θα το ήθελε η ηγεσία του. Ένα μέλλον, που ουσιαστικά θα έχει πολιτικές δυνάμεις χωρίς κοινωνικές αναφορές, πολιτικές δυνάμεις, που θα διαχειρίζονται μια απολύτως μεταμοντέρνα πολιτική σκηνή. Αυτό, όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις κοινωνικές συνέπειες, τις οποίες προφανώς θα έχει η εφαρμογή του μνημονίου. Όποιος δεν λάβει υπόψη του τον κοινωνικό παράγοντα, δεν μπορεί παρά αυτός να τον εκδικηθεί αργά ή γρήγορα. Ο υπαινιγμός αυτός δεν σημαίνει ότι οι λαϊκές κινητοποιήσεις θα έχουν, οπωσδήποτε, με την παλαιά ορολογία προοδευτική και, ακόμα περισσότερο, αριστερή προοπτική. Θα έχουν, όμως, πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά.

Από την Εφημερίδα Εποχή

Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί Μπουτάρη – Γιατί τώρα




Αρκετοί Θεσσαλονικείς – με την πολύ ευρεία έννοια του όρου               ( κάτοικοι, δημότες αλλά και κάτοικοι των όμορων δήμων) – περίμεναν την απόφαση του πρωθυπουργού σχετικά με την στήριξη υποψήφιου δημάρχου. Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του κ. Γκιουλέκα αρκετά νωρίτερα, αλλά και η δυστοκία κάποιων αξιόλογων εγχειρημάτων συνεννόησης της αντιπολίτευσης διέγραφαν ζοφερό το μέλλον της πόλης. Η ανησυχία ήταν έκδηλη, ο προβληματισμός μεγάλος και η πολυδιάσπαση γεγονός. Ας δούμε όμως πως όλα μπορούν να αλλάξουν.
Έχω την εντύπωση πως κάπου εκεί μετά το 2004 και την επικράτηση της Δεξιάς, μια τάση άρχισε να διαμορφώνεται στην πόλη. Μία τάση που δεν άντεχε την κατρακύλα αυτή, μια τάση που δεν χωρούσε στα εθνικοπατριωτικά παραληρήματα, μια τάση που ήθελε κάτι άλλο. Στο ευρωπαϊκό περιβάλλον ήδη είχαν εμφανιστεί πόλεις, με πολλές αναλογίες με την δική μας, να έχουν κάνει άλματα. Βέβαια θα πει κανείς πως σε μια περίοδο συνολικής κατρακύλας της χώρας, πώς εσύ ( εγώ) ζητάς από την Θεσσαλονίκη να προοδεύσει; Το ζητώ , όπως το ζητώ μετ’ επιτάσεως και σήμερα, παρά την οικονομική κρίση και τις δημοσιονομικές δυσκολίες. Αυτή η τάση δεν ήταν συνεννοημένη ούτε συντεταγμένη. Δεν ήταν κομματική. Ένιωθα όμως την ύπαρξή της στα μάτια μερικών ανθρώπων. Περνώντας από  χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του δημάρχου Παπαγεωργόπουλου, καταμεσήμερο με μπουζούκια και λαϊκούς τραγουδιστές, από εθνικές εορτές και σημεία διανομής δωρεάν ελληνικών σημαιών, παρατήρησα πως κάποιοι περνούσαν από το απέναντι πεζοδρόμιο. Κάποιοι, περνώντας από εκεί κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά, με μια ενδόμυχη απογοήτευση. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με πολλών τέτοιων ανθρώπων. Κατάλαβα σε πρώτη φάση ότι μπορεί να είμαστε λίγοι αυτοί που διαφωνούμε – αλλά τουλάχιστον υπάρχουμε. Μια συνωμοτική συνεννόηση λάμβανε χώρα στα πεζοδρόμια της Τσιμισκή…
Σύντομα έφτασε η ώρα των εκλογών. Η ιστορία εκείνης της δημοτικής μάχης είναι λίγο πολύ γνωστή. Λάθη επί λαθών χάρισαν το Δήμο πάλι στη Δεξιά, έδωσαν τετραετή παράταση στον κ. Παπαγεωργόπουλο και βύθισαν όλους εμάς στην απογοήτευση. Και επειδή βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου μόνο κόμματα, ηγέτες και αποφάσεις απαξιώνονται θα ήθελα σε αυτό το σημείο να υπενθυμίσω ένα μεγάλο λάθος του υποψήφιου Δημάρχου που θα στηρίξω πολιτικά, του κ. Μπουτάρη. Μετά το εντυπωσιακό 16% που συγκέντρωσε η παράταξή του στον πρώτο γύρο των εκλογών και με τον κ. Παπαγεωργόπουλο να μην κατορθώνει να ξεπεράσει το 42% ( εκλογικό όριο που έδινε τη νίκη απευθείας) έκανε μια ατυχέστατη δήλωση. Δήλωση που πιστεύω πως και ο ίδιος κατάλαβε ότι ήταν άδικη, σκληρή, λανθασμένη πολιτικά. Τελικά το καθεστώς πρόσθεσε άλλα τέσσερα χρόνια στην πλάτη του και εμείς άλλα τέσσερα χρόνια φαγούρας.
 Αυτή την τετραετία τα βλέμματα έγιναν φωνές. Οι φωνές έγιναν ρεύμα. Οι συνωμοτικές συνεννοήσεις, ανοιχτές διαβουλεύσεις. Η Χρύσα Αράπογλου έφερε εις πέρας το αντιπολιτευτικό της καθήκον. Δεν ξέρω αν το έπραξε μόνη της η παράταξή της ή σε συνεργασία με τις υπόλοιπες της αντιπολίτευσης, αλλά από το blog αυτό θέλω να την ευχαριστήσω για τις μάχες της. Νομίζω δε ότι το έλλειμμα στο ταμείου του Δήμου, αυτή το αποκάλυψε. Αν κάνω λάθος, δηλώνω εξαρχής συγνώμη.
Όλα αυτά τα χρόνια, αυτά τα τέσσερα χρόνια έγινε κάτι στη Θεσσαλονίκη; Είδαμε κάποια βελτίωση στην ποιότητα ζωής, στην καθαριότητα, στο κυκλοφοριακό; Όχι. Είδαμε όμως ένα νέο δημαρχιακό μέγαρο στο παραλιακό μέτωπο της πόλης. Είναι μεγάλο. Είναι μπετόν. Είναι ακριβό ( χρησιμοποιώ το «είναι» και όχι το ήταν, διότι δεν έχει αποπληρωθεί ακόμη) και σίγουρα δεν είναι προτεραιότητα για την πόλη. Γνωστά πράγματα αυτά θα μου πείτε. Δεν κομίζουν τίποτε νέο. Πιθανό, αλλά είχα την ανάγκη « να τα πω και εγώ»…
Περνώντας στο πιο πολιτικό κομμάτι των σκέψεών μου, δηλώνω εξαρχής πως δεν έχω μελετήσει τον προγραμματικό λόγο του κ. Μπουτάρη και της παράταξής του. Θα γίνει και αυτό. Θα ήθελα εντούτοις να μείνω λίγο στο κομμάτι της αισθητικής των δύο επιλογών για την πόλη, που επίτηδες την εντάσσω στην πολιτική σφαίρα. Έχουμε από την μία τοπικούς άρχοντες (δήμαρχο, νομάρχη, μητροπολίτη) με ένα συγκεκριμένο στυλ. Δεν είναι ίδιοι. Ο καθένας τους καλύπτει με τον λόγο του και την στάση του μια συντηρητική έκφανση. Ο λαϊκός κ. Ψωμιάδης, παιδί του λαού, απλός, πατριώτης, υπερήφανος Μακεδόνας, κοινωνικός, μονίμως καταγγέλων το αθηνοκεντρικό κράτος, ο τσαλακωμένος που δεν διστάζει να γελοιοποιηθεί. Από την άλλη ο κ. Παπαγεωργόπουλος, ο ατσαλάκωτος, ο υπέρμετρα κομματικός ο μπουρζουάς αλλά επίσης καταγγέλων το αθηνοκεντρικό κράτος όταν κυβερνά το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τέλος ο μητροπολίτης Άνθιμος, ίσως ο μόνος μητροπολίτης που έχει πάρει μετάθεση- προαγωγή από την Μητρόπολη Αλεξανδρούπολης στην εδώ. Για αυτόν ουδέν σχόλιον. Οι εκπομπές τύπου «Ελληνοφρένεια» και «Ράδιο Αρβύλα» τα έχουν πει και δείξει όλα. Που θέλω να καταλήξω. Η τριάδα αυτή, όσο και αν φαίνεται διαφορετική πατάει και συντηρεί ένα κοινό υπόστρωμα. Έχει κοινά στοιχεία.
1.      Είναι κομματικά Δεξιοί. Ψηφίζουν μονοκούκι Νέα Δημοκρατία.
2.      Είναι κοινωνικά συντηρητικοί. Σε πλείστα όσα παραδείγματα κοινωνικών ζητημάτων έχουν κάνει τοποθετήσεις εκκινώντας από τις πλέον συντηρητικές θέσεις ( μετανάστες, ιθαγένεια κοκ)
3.      Είναι εθνικιστές-πατριδοκάπηλοι, με θέσεις τύποις  πατριωτικές, που τις συμβιβάζουν όταν κυβερνά η ΝΔ και τις ενθυμούνται όταν κυβερνά το ΠΑ.ΣΟ.Κ
4.      Είναι τοπικιστές και ενισχύουν το αίσθημα της αδικίας των βορειοελλαδιτών. Καταγγέλλουν τον αθηνοκεντρισμό για να κρύψουν την δική τους ανικανότητα.
5.      Είναι αισθητικά αστείοι. Απέχουν παρασάγκας από τον μέσο κάτοικο της πόλης ( αν υφίσταται τέτοιος) και από τις ανάγκες του.
Αυτά είναι τα κοινά τους χαρακτηριστικά, που εντοπίζω εγώ παρά τις φαινομενικές διαφορές τους.  Πάνω σε αυτά έχουν χτίσει ένα ισχυρό μπλοκ εξουσίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επισημαίνω δε, για μία ακόμη φορά, πως δεν προβαίνω σε πολιτική και προγραμματική ανάλυση, αλλά σε μερικά αισθητικής φύσεως ζητήματα. Για πολλά από τα δεινά της πόλης εξάλλου, ευθύνεται η προοδευτική δημοκρατική παράταξη, όχι τόσο γιατί δεν έκανε μεγάλα έργα, όσο γιατί επέτρεψε την σταδιακή διολίσθηση της βόρειας Ελλάδας σε πιο συντηρητικές θέσεις. Δεν έδωσε εκείνες τις πολιτικές μάχες, ούτε εξήγησε πολιτικά τις αλλαγές στον κόσμο των αρχών του 1990 ( θέμα για άλλη ανάρτηση αυτό)…
Σήμερα, επανερχόμενοι στα του Δήμου, έχουμε μπροστά μας τον κ. Γκιουλέκα. Ενός υποψήφιου Δημάρχου κομματικού έως εκεί που δεν πάει. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Κακό είναι όμως που προσπαθεί να κοροϊδέψει τους πολίτες δηλώνοντας την ανεξαρτησία του. Έχει και αυτός το σύνολο των ανωτέρω χαρακτηριστικών, μερικά εκ των οποίων σε υπερθετικό βαθμό.
Κλείνω εδώ μια πρώτη τοποθέτηση. Θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη. Θα προσπαθήσω να πείσω έστω και έναν για τη χρησιμότητα της ψήφου στον κ. Μπουτάρη. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω το διακύβευμα των εκλογών έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι. 

Τρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010

Πόλεμος αξιών στο δήμο Θεσσαλονίκης

                                     

Η ημερομηνία δημοτικών εκλογών πλησιάζει. Δυστυχώς όμως απουσιάζει ο προγραμματικός λόγος των υποψήφιων δημάρχων και των δημοτικών παρατάξεων. Ιδιαίτερα στον δήμο Θεσσαλονίκης η προεκλογική περίοδος μοιάζει να μην έχει ξεκινήσει. Θα πει κανείς ότι είναι νωρίς. Ίσως ναι, ίσως όχι.
Είναι νωρίς ακόμη αν πιστεύει κανείς πως σε 2 περίπου μήνες θα καταφέρει να σχεδιάσει, να αναπτύξει και να παρουσιάσει σχέδιο για την πόλη. Είναι νωρίς για όποιον νομίζει ότι μπορεί να καταφέρει στο ίδιο διάστημα να βρει υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους, να ξεδιπλώσει την πρότασή του και να φανερώσει τα προτερήματά της έναντι των άλλων. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους που υπολογίζουμε σε πραγματικό χρόνο είναι αργά.
Τί σημαίνει όμως ότι είναι αργά; Σημαίνει ότι η προεκλογική περίοδος μάλλον (εάν κρίνουμε από την ανθρωπογεωγραφία των υποψήφιων δημάρχων) θα μετατραπεί σε μάχη αξιών. Από την μία πλευρά ο κ. Γκιουλέκας, συνεχιστής της δημοτικής κυριαρχίας της Δεξιάς στο δήμο και από την άλλη μια πλειάδα ενδιαφερομένων, αυτοχαρακτηριζόμενων  προοδευτικών. Σε έναν προνομιακό για την Δεξιά δήμο, λόγω εκλογικής γεωγραφίας, η επιλογή πολέμου αξιών είναι ιδανική. Οι αριθμοί ευνοούν τον πολιτικό χώρο αυτό.
Τί θα έθετε σε αμφισβήτηση αυτήν την κυριαρχία; Μια πολιτική πρόταση αλλαγής, με προγραμματική πληρότητα, επεξεργασμένη, οραματική αλλά και ρεαλιστική. Άνθρωποι που να την πιστεύουν, να έχουν εργαστεί πάνω σε αυτή, να έχουν τη δυνατότητα να την παρουσιάσουν επαρκώς, να πείσουν και να συσπειρώσουν γύρω τους δημότες από περισσότερους του ενός κομματικούς χώρους. Δύσκολο το εγχείρημα και χρονοβόρο.
Στην περίπτωση που η μάχη για τον δήμο μετατραπεί σε πόλεμο αξιών, θα παρακολουθήσουμε ένα χιλιοπαιγμένο έργο. Από την μια, μία πρόταση δεξιά, συντηρητική, εθνικοπατριωτική, με αναφορές στην εκκλησία, στο μακεδονικό, τον Μ. Αλέξανδρο και από την άλλη, πολυδιάσπαση και αναμασήματα, εκκλήσεις και αναφορές στην πρόοδο, τον κοσμοπολιτισμό, την άλλη Θεσσαλονίκη, την εναλλακτική κ.ο.κ. Ο νικητής πιθανότατα να είναι ο κ . Γκιουλέκας, μιας και αυτό που εκφράζει το εκφράζει πιο αυθεντικά και πιο συγκροτημένα. Χαμένη παραμένει η πόλη, αλλά αυτό καταπώς φαίνεται δεν απασχολεί κομματικά επιτελεία και τοπικούς παράγοντες.
Αφού λοιπόν δεν υπάρχει χρόνος για προγραμματική συμφωνία, παρουσίαση και συγκρότηση του πολυδιασπασμένου χώρου της Κεντροαριστεράς τί απομένει; Ήττα; Παράδοση άνευ όρων; Πιθανόν, εκτός εάν. Εκτός εάν, έστω την ύστατη στιγμή, υποχωρήσουν υποψήφιοι δήμαρχοι, εισακούσουν τις κραυγές απόγνωσης τα κομματικά επιτελεία, παραμεριστούν εγωισμοί και αντιπαλότητες και δημιουργηθεί μέτωπο. Μέτωπο απέναντι στο μοντέλο διοίκησης που εδώ και χρόνια έχει καθηλώσει την πόλη. Μέτωπο με (έστω θολά) προγραμματικά στοιχεία από τον χώρο της οικολογίας, της Κεντροαριστεράς και Αριστεράς, με στοιχεία από κινήσεις πολιτών. Συνοθήλευμα και ευκαιριακή συμπόρευση θα πουν πολλοί. Ίσως ναι, ίσως όχι. Εφόσον λοιπόν η προγραμματική πληρότητα και συμφωνία είναι δύσκολο να επιτευχθεί, ο πόλεμος αξιών κερδίζεται με την προϋπόθεση της συμπόρευσης.
Παρηγοριά η δέσμευση ορισμένων υποψήφιων δημάρχων πως την δεύτερη Κυριακή θα στηρίξουν τον αντίπαλο του κ. Γκιουλέκα. Έστω στον δεύτερο γύρο λοιπόν, αρκεί κανείς να μην πάει για ψάρεμα.