Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Επάνοδος στην κανονικότητα – μια λανθάνουσα απειλή ( εναλλ. τίτλος : Μείνε πεινασμένος)



Η κόπωση από την μακροχρόνια οικονομική κρίση και η συνεχιζόμενη καταβύθιση του βιοτικού επιπέδου για πάρα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας δημιουργούν την ανάγκη για επιστροφή σε μία κανονικότητα. Η συνεχιζόμενη έκτακτη συνθήκη παύει να λογίζεται εξάλλου ως τέτοια όταν διαρκεί σε μάκρος και γίνεται συνήθεια, έξη.

Το κοινωνικό αίτημα για επάνοδο στην κανονικότητα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως δυνητικά θα μπορούσε να είναι ένδειξη υγείας. Θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως απότοκος μιας διαδικασίας που στα αρχικά στάδιά της είχε την απογοήτευση, ίσως τον θυμό αλλά στα τελευταία τη θέση τους έπαιρνε η εκλογίκευση, η κατανόηση και η δράση.

Μια τέτοια πορεία θα ήταν φυσιολογική, υγιής και ωφέλιμη καθώς θεωρητικά πάντα η κατανόηση και η δράση θα οδηγούσε σε σωρεία αλλαγών ή τουλάχιστον σε ισχυρή απαίτηση από το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικό προσωπικό της χώρας να πράξει ό,τι είναι απαραίτητο για την έξοδο από τη μέγγενη της κρίσης.

Αντί αυτού όμως παρατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης πολύ ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές αντιστάσεις που όχι μόνον δεν επέτρεψαν μια γρήγορη και αποφασιστική πολιτική εξόδου από την κρισιακή συνθήκη, αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την κακοδαιμονία και μονιμοποίησαν την περιδίνηση της χώρας. Αυτή η άσχημη των πραγμάτων τροπή οφείλεται στο πολιτικό «αντιμνημόνιο» αλλά το τελευταίο δεν θα ήταν ικανό να επιφέρει  τέτοια αποτελέσματα εάν κατά τη διάρκεια της προκρισιακής Μεταπολίτευσης η κοινωνική μηχανική δεν ήταν αυτή που ήταν. Κόμματα και δημόσιες πολιτικές υποταγμένα σε μερικότητες, σε ομάδες πίεσης και συμφερόντων, με αποσπασματικές στρατηγικές και συνεχείς παλινδρομήσεις δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν σταθερές διαδικασίες εκσυγχρονισμού και εξέλιξης με αποτέλεσμα αδράνειες και λάθη να πληρωθούν εν τέλει ακριβά.

Η προσπάθεια της παρούσης – εντελώς αποτυχημένης κυβέρνησης – να παρουσιάσει κάποια πρόοδο και ορισμένα απτά επιτεύγματα, σε αντίθεση βέβαια με τη ζώσα πραγματικότητα, επιτείνει το πρόβλημα. Επιχειρείται πλήρης εφησυχασμός της κοινωνίας λόγω μιας δήθεν επαναφοράς στην κανονικότητα. Για παράδειγμα η Ελλάδα βγήκε στις αγορές και τα ομόλογά της είχαν ζήτηση, η ανεργία δείχνουν τα επίσημα στατιστικά ότι μειώνεται, κοινωνικές αντιδράσεις δεν υπάρχουν και ο πρωθυπουργός στην πρωτεύουσα βλέπει μόνο χαμογελαστά πρόσωπα γύρω του.

Δεν είναι όμως αυτή η αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως η χώρα μετά από 7 χρόνια μνημονιακών πολιτικών και 10 σχεδόν σε ύφεση – παγκόσμια θλιβερή πρωτιά- δεν έχει αλλάξει πολλά. Ίσως μόνον τα βασικά, δηλαδή μια διασφάλιση μέσω εξωτερικού καταναγκασμού μιας στοιχειώδους δημοσιονομικής ισορροπίας. Σε μία κοινωνία χαμηλών προσδοκιών πλέον, η στασιμότητα και η κακώς νοούμενη σταθερότητα μπορούν να εκληφθούν ως πρόοδος. Μία δε υποτυπώδης ανάπτυξη ίσως επιχειρηθεί να εορταστεί ως παλλiγενεσία, όμως αυτό είναι βαθύτατα θλιβερό.

Η πραγματικότητα είναι πως οι πολύ μεγάλες μεταρρυθμίσεις εκκρεμούν ή χειρότερα δεν βρίσκονται καν στο επίκεντρο του διαλόγου. Η χώρα στο νέο συνεχώς εξελισσόμενο και μεταβαλλόμενο διεθνή καταμερισμό εργασίας δεν έχει καμία στρατηγική και καμία στόχευση. Οι νέες γενιές εγκλωβίζονται σε εργασίες χαμηλής εξειδίκευσης, χαμηλών απολαβών και είτε φυτοζωούν είτε μεταναστεύουν. Το κράτος παραμένει βαρύ, δυσκίνητο και κοστοβόρο. Αντί να ωθεί και να συνδράμει στην ανάπτυξη αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο βαρίδι. Κόμματα και πολιτικό προσωπικό πλην εξαιρέσεων συνεχίζουν στα ίδια μοτίβα.

Συμπερασματικά, απομειώνονται και αδυνατίζουν όλοι εκείνοι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μία δημιουργική επανάσταση και μία εξέγερση κατά της στασιμότητας και της μετριότητας. Ξεθωριάζουν οι μνήμες μιας επιτυχημένης συλλογικής προσπάθειας και αποσυνδέεται η ελληνική κοινωνία από την αίσθηση επιτυχίας. Μετατρέπεται σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών.

Για τους λόγους αυτούς έχει πολύ μεγάλη σημασία μία κρίσιμη μάζα πολιτών να μείνει «πεινασμένη» για άνοδο, για επιτυχία, για κατανάλωση. Να διατηρήσει την μνήμη μίας εύρωστης μεσαίας τάξης που καταναλώνει, που γεύεται τους καρπούς της ανάπτυξης και δεν συμβιβάζεται με το κυβερνητικό παρόν.

---------------------------
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ στις 30/7/2017


Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Από άλλον πλανήτη - αρθρο για την εφημεριδα Καρφίτσα 15/7/2017



Από άλλον πλανήτη

Είναι πολλές των περιπτώσεων που ακούγοντας κανείς το λόγο κυβερνητικών στελεχών, αναρωτιέται αν ζούνε σε άλλη χώρα, εκτός Ελλάδας ή ακόμα χειρότερα αν είναι από άλλον πλανήτη. Νομίζει κανείς πως είμαστε αντιμέτωποι με μία συντεταγμένη προσπάθεια από πλευράς τους να βαπτίσουν το κρέας ψάρι καθώς υποστηρίζουν πράγματα απίστευτα, διαστρεβλώνοντας με έναν μοναδικό τρόπο την αλήθεια.

Πριν αναρωτηθούμε πόσους άραγε πείθει αυτή η επιχειρηματολογία και αυτή η διαστρέβλωση, αξίζει να αναρωτηθούμε αν είναι μία κυνική προσπάθεια της παρούσας εξουσίας να θολώσει τα νερά και να καλύψει αποτυχίες και αστοχίες ή μήπως πολλά από αυτά που λένε τα πιστεύουν αυθεντικά;
Και στις δύο περιπτώσεις, είτε δηλαδή τα υποστηρίζουν αυθεντικά είτε είναι προϊόντα συντεταγμένης προπαγάνδας, υπάρχει πρόβλημα καθώς είναι τέτοιο το μέγεθος που χωρίζει την ζώσα πραγματικότητα που τεκμαίρεται η ακαταλληλότητά τους να κυβερνούν τη χώρα.

Είναι από άλλο πλανήτη τελικά οι κυβερνώντες;

Μια πρώτη θετική απάντηση στο ερώτημα θα μπορούσε να υποστηριχθεί καθώς μεγάλα τμήματα του στελεχιακού δυναμικού των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ εμφορούνται από αντιλήψεις παντελώς ξεπερασμένες. Αγνοούν ή υποεκτιμούν τις εξελίξεις δεκαετιών στα θέματα οικονομίας, δημόσιας διοίκησης, ανάπτυξης και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι συνταγές ανάπτυξης που έχουν στο μυαλό τους, οι παραστάσεις των στελεχών, το μοντέλο που διακονούν είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης της δεκαετίας του 60 ή ενός κράτους που έχει πρόσβαση σε πολύ και φτηνό χρήμα. Στην εκπαίδευση τα ίδια και χειρότερα – αποκλίνουμε από το διεθνές παράδειγμα με βήμα ταχύ.

Το κράτος δεν μπορεί στη νέα συνθήκη να ενσωματώσει και να ικανοποιήσει τα λογής κοινωνικά, συντεχνιακά, επιχειρηματικά αιτήματα όπως παλαιότερα. Ως εκ τούτου ο κάτοχος της εξουσίας δεν μπορεί να ενεργήσει όπως παλαιότερα. Η απόλυτη κυριαρχία του κράτους έχει διαχυθεί ούτως ή άλλως  σε πολλαπλά επίπεδα καθώς το περιβάλλον είναι διεθνοποιημένο. Δεν μπορεί καμία εθνική κυβέρνηση να καθορίσει μονομερώς και απόλυτα όλα τα πεδία όπως παλαιότερα ή όπως θα επιθυμούσε.

Ειδικά στον τομέα της οικονομίας, η παραγωγή πλούτου, η ανάπτυξη, η μεγέθυνση είναι μια διαδικασία σύνθετη, με πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς αλλά και πάρα πολλές δυνατότητες, απαιτείται σχέδιο. Απαιτείται σωρεία αλλαγών σε κράτος και οικονομία, μεταρρυθμίσεις. Απαιτείται εκσυγχρονισμός της διοίκησης, φορολογική σταθερότητα, λογική φορολογία, προσέλκυση επενδύσεων, τραπεζική δραστηριότητα και χρηματοδότηση της οικονομίας κλπ. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δημιουργικές δυνάμεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλματα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, απαιτείται ταυτόχρονα  ισχυρή κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση κ.ο.κ. Δεν αρκεί να λέμε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελμα στρεφόμενοι σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες ( ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούμε μια ποιο τρόπο μπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η μετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραμμένης πυραμίδας είναι ο στόχος.

Τι κάνουν, αφού δεν κάνουν αυτά που πρέπει;

Αντί να επιχειρήσουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και των απαιτήσεων, προτιμούν με έναν ωμά κυνικό τρόπο να «πουλάνε τρέλα» παρουσιάζοντας μια εικόνα της πραγματικότητας εντελώς αβάσιμη.  Ομιλούν σαν να είναι τουρίστες που μόλις προσγειώθηκαν στη χώρα ή εξωγήινοι.

Δεν έχουν καν το άγος της αποτυχίας τους, περιχαρείς περιδιαβαίνουν ανά την επικράτεια εκμεταλλευόμενη την μηδενική αντίδραση μιας αποκαμμωμένης κοινωνίας. 

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Το δικό μας '' υπουργικό συμβούλιο'' ,άρθρο για την εφημερίδα Καρφίτσα 17/6/2017



Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα ξεκίνησε ως κρίση δανεισμού το 2009, καθώς η χώρα για να συνεχίσει ως είχε έπρεπε να δανειστεί 300 δις μέσα σε μία τετραετία, ποσό που ισούταν με το δημόσιο χρέος της εκείνη τη στιγμή. Το προφίλ χρέους της ήταν κάκιστο και οι υποχρεώσεις της χώρας συγκεντρωμένες και πυκνές, εντός ενός μικρού χρονικού διαστήματος. Ό,τι και αν πιστεύει κανείς, όπου και αν αποδίδει τις ευθύνες, σε κόμματα ή πρόσωπα, αυτή είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Το μέγεθος της κρίσης βέβαια ήταν τόσο μεγάλο, τα ποσά που απαιτούνταν για τη διάσωση της χώρας και την αποφυγή της χρεωκοπίας τεράστια, που δεν υπήρχε μαγική συνταγή. Όποιον δρόμο και αν επιλέγαμε αυτός θα εμπεριείχε δραματικές περικοπές και βίαιη πτώση εισοδημάτων και κρατικών δαπανών. Η αρχική οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε κοινωνική, σε πολιτική και μετά βεβαιότητας μπορούμε να υποστηρίξουμε πως άγγιξε κάθε τομέα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής της χώρας.



Σε αυτά τα χρόνια αναζητήθηκαν και συζητήθηκαν λύσεις, προτάχθηκαν και αναπαράχθηκαν απόψεις, έγιναν αναλύσεις, επιχειρήθηκαν αλλαγές, υποστηρίχθηκαν μεταρρυθμίσεις, εμφανίστηκαν αντιστάσεις και δυνάμεις αδράνειας, εκστομίστηκαν υποσχέσεις. Οι εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο ήταν ραγδαίες και σαρωτικές. Δοκιμάστηκαν κόμματα σοσιαλιστικά, δεξιά, αριστερά, εκσυγχρονιστικά και λαϊκιστικά. Υπήρξε έντονος κομματικός ανταγωνισμός, πολιτικοποίηση ( άσχετα με την ποιότητα αυτής) και συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις.

Πέραν όμως των εξελίξεων στο πολιτικό πεδίο, υπήρξε ανάλογη κινητικότητα στις μίκρο-κλίμακες; Η κρίση άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα; Ο οικογενειακός προγραμματισμός άλλαξε προτεραιότητες; Μαζεύτηκαν γύρω από το οικογενειακό τραπέζι τα μέλη να συναποφασίσουν για τις επόμενες ενέργειές τους; Προσοχή! Δεν αναφερόμαστε στην αναπόφευκτη μείωση της κατανάλωσης και των περιορισμό των εξόδων. Αυτό είναι δεδομένο πως έγινε. Αναφερόμαστε σε σχέδια αναδιάταξης όλου του οικονομικού σχεδίου μιας οικογένειας, διευρυμένης ή μονογονεϊκής, ενός ζευγαριού, ενός ατόμου;  Μεταβλήθηκαν οι στάσεις και οι αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την προηγούμενη εποχή;  

Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Είναι λογικό και αποδοτικό μια οικογένεια να δαπανά πολλές χιλιάδες ευρώ για να σπουδάσει το παιδί σε ένα ελληνικό ΤΕΙ ή ΑΕΙ σε μία επαρχιακή πόλη για να αποκτήσει έναν αμφιβόλου αξίας τίτλο σπουδών; Είναι λογικό να συνεχίζουμε αδιάλειπτα την επιλογή σπουδών που μπορεί παλαιότερα να εξασφάλιζαν ανοδική κοινωνική κινητικότητα αλλά πλέον έχουν κορεστεί; Είναι λογικό να μένουν αναξιοποίητα ακίνητα – ένα εξοχικό, ένα πατρικό στο χωριό, ένα χωράφι – τη στιγμή που υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες και η κυριότητα των οποίων επιφέρει επιβαρύνσεις; Δεν θα ήταν ορθότερο να πωληθούν και με τα χρήματα να επιχειρηθεί μία προσπάθεια δημιουργίας μίας δουλειάς/ επιχείρησης/ επένδυσης; Είναι λογικό να υπάρχουν ( όπου υπάρχουν) ακριβά στη χρήση οχήματα και να μην αντικαθίστανται από φθηνότερα; Είναι λογικό η μείωση των εσόδων να υπομένεται στωικά χωρίς προσπάθεια αναπλήρωσής τους; Εν ολίγοις είναι λογικό να προτιμάται η περιουσία αντί του εισοδήματος;

Η λογική και η κουλτούρα της υπομονής, του «μπόρα είναι θα περάσει», η λογική πως το ζήτημα είναι χρονικό και το πέρασμα του χρόνου θα αποκαταστήσει τη ζημία είναι μία λογική παραίτησης και εκτός αυτού δεν οδηγεί στην ανάκαμψη. Ανάκαμψη ατομική, οικογενειακή αλλά και ευρύτερα συλλογική. Δεν θα αλλάξουν τα πράγματα, δεν θα βελτιωθούν αν δεν αλλάξουμε και εμείς.

Διαβάζοντας κάποιος αυτές τις γραμμές ενδεχομένως να εκνευριστεί. Μπορεί να σκεφτεί χίλιες σωστές παρατηρήσεις, να επικαλεστεί τις δυσκολίες, την ανεργία, την υπερχρέωση, την εξυπηρέτηση δανείων, την πτώση στην αγορά των ακινήτων, την πτώση των αξιών των αυτοκινήτων και πολλά άλλα. Σε όλα αυτά θα έχει δίκιο. Όμως ας σκεφτεί αναλογικά. Ας δει ότι αυτά το 2011- 2012 ήταν ευκολότερα ενώ τώρα πιο δύσκολα.

Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν πως πέραν των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων σε κράτος και οικονομία που αποφασίζονται και υλοποιούνται ( ή όχι) από τις πολιτικές ηγεσίες , εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι αποφάσεις των πολιτών. Αν το κομπόδεμα θα επενδυθεί σε μία παραγωγική μίκρο-επένδυση ή θα μείνει στο στρώμα παίζει ρόλο, έχει αποτύπωμα. Μία αλλαγή εργασίας από έναν τομέα διεθνώς μη εμπορεύσιμο σε έναν διεθνώς εμπορεύσιμο βοηθά τόσο το άτομο όσο και την οικονομία. Μία σωστή επιλογή σπουδών μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικό εισόδημα.

Οι μεταρρυθμίσεις στο οικογενειακό σχέδιο λοιπόν είναι και ζήτημα του οικογενειακού συμβουλίου και μπορούν και πρέπει να συζητηθούν στο κυριακάτικο τραπέζι. Αυτό είναι το δικό μας υπουργικό συμβούλιο που αποαφσίζει.