Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Για ποια εθνικά θέματα; άρθρο στην ΚΑΡΦΙΤΣΑ της 03/02/2018



Η Ελλάδα έχασε τα χρόνια της κρίσης, αθροιστικά, το 25% του ΑΕΠ της. Στο εξωτερικό έφυγαν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, επιστήμονες και επιχειρήσεις. Το ασφαλιστικό σύστημα έχει χρεοκοπήσει. Οι συνταξιούχοι είναι πλέον όσοι και οι εργαζόμενοι με ό,τι αυτό σημαίνει για κάποιον που αντιλαμβάνεται τα μεγέθη. Το δημογραφικό προφίλ της χώρας βοά πως η Ελλάδα γερνά με ταχύτατους ρυθμούς και ο πληθυσμός της βαίνει μειούμενος. Η ανεργία παραμένει δραματικά υψηλή. Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, μόνο επί ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μειώθηκαν κατά 19% και η μερική απασχόληση έγινε κανόνας έναντι της πλήρους.

Το κοινωνικό κράτος στα πρόθυρα διάλυσης, με νοσοκομεία να υπολειτουργούν, τον ΕΟΠΠΥ να σωρεύει χρέη και να μετακυλύει τα κόστη σε προμηθευτές και πάροχους υπηρεσιών, χειρουργεία να αναβάλλονται και θεραπείες να καθυστερούν. Το αρχικό σχεδιαστικό λάθος του ΕΣΥ, αν και έχουμε φτάσει στο «ως εδώ και μη παρέκει», δεν διορθώνεται καθώς λογής τοπικοί παράγοντες και κοινωνίες απαιτούν νοσοκομειακά κτίρια στα χωριά τους και ας είναι υποστελεχωμένα ως άδεια, αντί ενός νέου αποδοτικότερου σχεδιασμού που θα αναδιάρθρωνε την κατανομή πόρων και προσωπικού. Προνοιακά επιδόματα κόβονται, φόροι εμποδίζουν την κατανάλωση και την επένδυση αλλά το κράτος μεγαλώνει, προσλήψεις γίνονται, το μισθολογικό κόστος αυξάνεται.

Στο μέτωπο του εκπαιδευτικού συστήματος ίδια κατάσταση. Πισωγυρίσμα με την κατάργηση του νόμου Διαμαντοπούλου που στόχευε να εκσυγχρονίσει τα ελληνικά Πανεπιστήμια ακολουθώντας το διεθνές παράδειγμα. Στις υπόλοιπες βαθμίδες, η δημοσιονομική ασφυξία σε συνδυασμό με ιδεοληπτικές προσεγγίσεις και συντεχνιακά αιτήματα διαμορφώνουν μία απελπιστική κατάσταση με τους Έλληνες μαθητές να μην καταγράφουν καλές επιδόσεις σε ανάλογες λίστες κατάταξης.

Η οικονομία της χώρας παρουσιάζει μία κάποια ανάπτυξη σύμφωνα που σύμφωνα με τις προβλέψεις ΔΝΤ και Ευρ. Επιτροπής θα κινηθεί στο 1,6% του ΑΕΠ όταν την ίδια στιγμή Ευρώπη και Ευρωζώνη κινούνται με υψηλά δεκαετίας στο 2,7%. Επιπλέον, η Ελλάδα είναι σήμερα η μόνη χώρα της Ευρώπης που εμφανίζει μεγάλο παραγωγικό κενό (output gap), δηλαδή το πραγματικό ΑΕΠ της κινείται σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο έναντι του δυνητικού ΑΕΠ. Ασθενική ανάπτυξη, εύθραυστη, σε μία περίοδο που εμείς οφείλουμε με ένα μπαράζ αναπτυξιακών ετών να ανακτήσουμε τον χαμένο μας πλούτο. Και αν αναρωτηθούμε πιο βαθιά τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα θα καταλήξουμε πως η χώρα παραμένει απολύτως ευάλωτη στις διακυμάνσεις της παγκόσμιας οικονομίας , όπου μία στασιμότητα ή ύφεση στο κοντινό μέλλον θα μας συμπαρασύρει στον πάτο του βαρελιού. Η αχρείαστη ύφεση του 2015 και 2016 που οφείλεται καθαρά στις πολιτικές εξελίξεις και επιλογές  θα πληρωθεί ακριβά καθώς οι τελευταίες επιβάρυναν δημόσιο χρέος, τραπεζικό σύστημα.

Να ιεραρχήσουμε

Στο σημείο που βρίσκεται η χώρα πρέπει πολίτες και πολιτικό σύστημα, πολιτικό προσωπικό να ορίσουν προτεραιότητες, να ιεραρχήσουν ανάγκες και να πράξουν αναλόγως. Υπάρχει μεγαλύτερο εθνικό ζήτημα από την οικονομία αυτή τη στιγμή; Υπάρχει πιο σημαντικό πρόβλημα από την οικονομική καχεξία και αδυναμία της χώρας αυτήν την περίοδο;

Όταν αναφερόμαστε στην οικονομία και κάνουμε λόγο για απολύτως απαραίτητες αλλαγές σε κράτος, για μεταρρυθμίσεις και για λειτουργικούς εκσυγχρονισμούς πολλοί δυσανασχετούν. Οι λέξεις και το περιεχόμενό τους βέβαια έχουν βιαστεί κατ’ επανάληψη αλλά αυτό δεν αποτελεί άλλοθι για κανέναν μας.

Όμως ας αναλογιστούμε λίγο ψύχραιμα. Μέσα από ποιόν δρόμο η Ελλάδα θα πατήσει ξανά στα πόδια της; Πως θα διασφαλίσει την εθνική της ασφάλεια απέναντι σε μία αναθεωρητική δύναμη που παραγγέλνει F35 πολεμικά αεροσκάφη και πυραύλους S400; Πως θα μπορέσει να διατηρήσει τον συσχετισμό ισχύος;

Πως θα προσελκύσει άμεσες ξένες επενδύσεις ώστε να στηθούν επιχειρήσεις και να δημιουργηθούν δουλειές στους τομείς εκείνους που πρέπει και χρειαζόμαστε πραγματικά; Στους διεθνώς δηλαδή εμπορεύσιμους τομείς που είτε είναι εξαγωγικοί είτε υποκαθιστούν μέρος των εισαγωγών;
Πως θα ανακτήσει το απολεσθέν της κύρος, διπλωματικό κεφάλαιο και οικονομική ισχύ ώστε να επηρεάζει προς όφελός της τις εξελίξεις;

Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα πρέπει να υπάρξει ένα καλά δομημένο σχέδιο. Με κραυγές και διαμαρτυρίες δεν γίνεται τίποτα. Ποτέ δεν έγινε άλλωστε.


Εθνικά δίκαια ή εθνικά συμφέροντα;

Στο ερώτημα αυτό απάντησε πριν δεκαετίες ο πολιτικός που διπλασίασε εδαφικά την Ελλάδα και την κατέστησε σημαντικό γεωπολιτικό παίκτη βγάζοντάς της από την αφάνεια και την αναξιοπρέπεια της καθυστέρησης και των ταπεινώσεων.

«Δεν υπάρχουν εθνικά δίκαια παρά μόνον εθνικά συμφέροντα» είπε ο Ελευθέριος Βενιζέλος αλλά δυστυχώς έχουμε κατακλιστεί από πολιτικούς που έκαναν καριέρα επί των εθνικών δικαίων. Από ένα πολιτικό προσωπικό που άγεται και φέρεται, δεν μπορεί να ηγηθεί, δεν μπορεί να αντισταθεί σε πρόσκαιρες σειρήνες και επιλέγει να κινηθεί στη φορά του ρεύματος και όχι κόντρα σε αυτό.

Αιτία της ανωτέρω παράθεσης της φράσης του Ελευθερίου Βενιζέλου είναι το γεγονός πως στο «Μακεδονικό ζήτημα» που επανέκαμψε στην επικαιρότητα, πολιτικοί και κόμματα παρά τις ρητές και διατυπωμένες θέσεις τους επί σειρά ετών, θέσεις που ειρήσθω εν παρόδω ήταν και εθνική γραμμή, υπαναχώρησαν μπροστά στο πραγματικά πολυπληθές συλλαλητήριο. Βέβαια όλοι έχουν δικαίωμα στην αλλαγή θέσης, αρκεί αυτό να γίνεται ρητά, συντεταγμένα, φανερά και με επιχειρηματολογία. Αρκεί αυτή η αλλαγή να οδηγεί ρεαλιστικά σε καλύτερα αποτελέσματα και όχι να αφήνει απλά τη λήθη των δεκαετιών να ηρεμίσει τα πνεύματα.

Συνοψίζοντας

Πρώτο -το σημαντικότερο εθνικό θέμα είναι η οικονομία και η ανόρθωσή της. Όλα τα άλλα έπονται, όλα τα άλλα καθορίζονται από τις επιδόσεις μας σε αυτό. Εκεί είναι η πραγματική ισχύς των κρατών κυρίως.

Δεύτερο – για να λυθεί αυτό το εθνικό πλέον ζήτημα χρειάζεται σχέδιο, βούληση για αλλαγές, ιεράρχηση και αποφασιστικότητα. Οι λαοσυνάξεις, τα συλλαλητήρια και οι διαμαρτυρίες παίζουν πάντα κάποιον ρόλο αλλά επουδενί δεν μπορουν και δεν πρέπει να χαράξουν την στρατηγική( για κάθε ζήτημα).

Τρίτο – το πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί να ηγηθεί δεν μπορεί και να βγάλει την χώρα από την κρίση. Πολιτικό προσωπικό που δεν μπορεί να πει την αλήθεια, δεν μπορεί να εναντιωθεί στο θυμικό και δεν μπορεί να εκπονήσει και να ακολουθήσει ένα σχέδιο, δεν είναι κατάλληλο. Οι αποφάσεις θα είναι δύσκολες και οι συγκρούσεις σφοδρές.

Τέταρτο – τα εθνικά συμφέροντα υπηρετούνται καλύτερα και αποδοτικότερα όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Ρεαλισμός, ηγεσία, πολίτες με συναίσθηση και θέληση. 

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Μεσαία τάξη - γιατί ειναι απαραίτητη, άρθρο στην Καρφίτσα της 20/01/2018


Η παρούσα κυβέρνηση το έχει πει επισήμως και με κάθε τρόπο, ακόμη και για όποιον διατηρούσε ακόμη αμφιβολίες. Δεν  είναι σύμμαχος της μεσαίας τάξης, δεν την ενδιαφέρει η τύχη και η πορεία της, δε νομοθετεί και δεν κυβερνά με βάση τα συμφέροντά της. Πράττει, μάλιστα, ακριβώς το αντίθετο. Την βλέπει ως ακάματο σύνηθες υποζύγιο, ως εύκολο και πρόσφορο χρηματοδότη, ως ταξικό εχθρό που πρέπει να πληρώσει τις επιλογές  της.

Το στρατήγημα διακρίνεται από απλότητα, σχεδόν σοφία αλλά και κυνισμό. «Φορολογούμε μέχρι εξαντλήσεως τη μεσαία τάξη , πετυχαίνουμε τους δημοσιονομικούς στόχους, δίνουμε το περίσσευμα στους πιο αδύναμους» - το είπε σχεδόν έτσι ο ΥΠΟΙΚ κ. Τσακαλώτος.

Αυτή η λογική και ακολούθως οικονομική πολιτική βέβαια έχει κοντά ποδάρια καθώς δεν εμφανίζει στοιχεία διατηρησιμότητας. Δεν συνιστά δηλαδή πολιτική που μπορεί να ακολουθηθεί μεσομακροπρόθεσμα καθώς βρισκόμαστε ήδη στον ένατο χρόνο μνημονιακής διαχείρισης, η φοροδοτική δυνατότητα είναι απολύτως περιορισμένη και η ανάπτυξη εντελώς ασθενική – δεν μπορεί να στηρίξει τη συνέχιση, δεν παράγεται ο απαραίτητος πλούτος, δεν υπάρχει κεφαλαιοποίηση και επένδυση.

Παρά τη σωρεία αλλαγών μέσω μνημονιακών επιταγών και προαπαιτούμενων, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα πως επήλθε κάποιος σημαντικός ανασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου. Αλλαγές σημαντικές υλοποιήθηκαν αλλά η δομή δεν άλλαξε άρδην υπέρ ενός νέου δυναμικού μοντέλου. Το ερώτημα παραμένει, τίθεται έντονα και επιζητεί απάντηση. Ποια θα είναι η θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας; Τι θα παράγει; Θα καταφέρει να ακολουθήσει έστω ασθμαίνοντας τις παγκόσμιες εξελίξεις διατηρώντας τη θέση της στη λίστα με τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου ή θα κατρακυλήσει σε χαμηλότερες θέσεις;

Από τις απαντήσεις που θα δώσει το πολιτικό σύστημα και η εκάστοτε κυβέρνηση αντανακλώντας τη συλλογική βούληση του ελληνικού λαού, θα καθοριστεί εν πολλοίς το τοπίο στην οικονομία και στην κοινωνία.

Θα περάσουμε για παράδειγμα μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές σε μία εξωστρεφή οικονομία με στροφή σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους που θα εξάγουν και θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές ή θα συνεχίσουμε έστω με δημοσιονομικούς περιορισμούς το μοντέλο του εσωστρεφούς κορπορατισμού;

Πιο αναλυτικά, ο ιδιόμορφος ελληνικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να έχει παρά μία ιδιόμορφή μεσαία τάξη, με πολλές διαφορές συγκριτικά με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Μέσα από ποιο πλέγμα πολιτικών θα ενισχυθεί ή θα ξαναδημιουργηθεί μεσαία τάξη, απολύτως απαραίτητη για την αστική δημοκρατία και την επάνοδο στην κανονικότητα και την ανάπτυξη της χώρας; Εσωστρεφής κορπορατισμός σημαίνει συνέχιση προνομίων στους insiders, διατήρηση κλειστών επαγγελμάτων και μερική διασφάλιση από τον ανταγωνισμό, προϊόντα και υπηρεσίες μη εμπορεύσιμα διεθνώς και ικανοποίηση – ενσωμάτωση αιτημάτων στο κράτος.

Προσαρμογή στις νέες συνθήκες σημαίνει προσδιορισμός της θέσης στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, κίνητρα για συνέργειες, συμπράξεις, διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες και άνοιγμα στον ανταγωνισμό με ωφέλειες και κόστη, επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες με πολλαπλασιαστικά οφέλη, οικονομίες κλίμακας, εξαγωγές κοκ.
Η απολύτως κρίσιμη αυτή τάξη για το παραγωγικό μοντέλο προσδίδει στο τελευταίο χαρακτηριστικά που έχει η ίδια. Αν η μεσαία τάξη της χώρας είναι στελέχη εταιρειών με ιεραρχίες, συναλλαγές, οργανογράμματα, αν δραστηριοποιείται σε τομείς με υπεραξία, αν αμείβεται καλά διότι παράγει προϊόντα και υπηρεσίες αξίας σημαίνει ότι υπάρχει αλλαγή παραδείγματος. Αν παραμείνει μία τάξη ελεύθερων επαγγελματιών και μικροεπιιχειρηματιών, ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας και στελεχών μετρημένων επιχειρήσεων που ευνοούνται από την πολιτική εξουσία σημαίνει ότι παραμείναμε στα ίδια και δεν αλλάξαμε τα κρίσιμα.
Η πρώτη περίπτωση μεσαία τάξης μπορεί να παίξει βαρύνοντα ρόλο υποστηρίζοντας πολιτικές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό, την ανοικτότητα και την ισχυροποίηση των θεσμών, τους σαφείς κανόνες για όλους. Η δεύτερη περίπτωση μεσαίας τάξης – η παλιά γνώριμη- θα επιζητά την κρατική υπερ-ρύθμιση, την προστασία από τον ανταγωνισμό, την προσοδοθηρία, τον μεταπρατικό χαρακτήρα της οικονομίας θα στέλνει τον λογαριασμό στους outsiders.
Είναι σημαντική η ύπαρξη μιας εύρωστης μεσαίας τάξης;
Η ύπαρξη της μεσαίας τάξης είναι απολύτως σημαντική καθώς είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση αλλά και αποτέλεσμα μιας εύρωστης οικονομίας και μιας καλής διακυβέρνησης. Είναι η μεσαία τάξη αυτή που ορίζει εν πολλοίς το καταναλωτικό πρότυπο, τον τρόπο ζωής, που διαμορφώνει και διαχέει σε όλη την κοινωνία βασικές ιδέες και αντιλήψεις. Η ίδια η υπαρξή της είναι απότοκος της ανοδική κοινωνικής κινητικότητας αλλά και βασικός μοχλός διατήρησης σε λειτουργία αυτού του ασανσέρ.
Είναι η μεσαία τάξη που έχοντας ξεφύγει από την ανάγκη μπορεί να συμμετέχει πιο ενεργά και αποφασιστικά στη διακυβέρνηση, να ελέγξει την εξουσία και να εκφράσει και να διεκδικήσει περισσότερα, στον αντίποδα μιας κοινωνίας χαμηλών προσδοκιών. Αν αιτηθεί εκσυγχρονισμό μπορεί να τον επιβάλλει. Στηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό και αναλόγως του βαθμού με τον οποίο θα το πράξει θα κριθεί εάν αυτός θα είναι επιδερμικός ή βαθύς, στέρεος ή εύθραυστος.
Πολιτικά, η ύπαρξη της μεσαίας τάξης διασφαλίζει την αποδοκιμασία των άκρων, ενισχύει τις πολιτικές δυνάμεις της συναίνεσης και της συνεννόησης, αφαιρεί εκρηκτική ύλη από την κοινωνική διαπάλη καθώς μπορεί να παίξει και το ρόλο του αμορτισερ, εκτονώνοντας πιέσεις και απαιτεί ως αναγκαία συνθήκη ευημερίας και ανάπτυξης τη σταθερότητα, την ομαλότητα, τη συνέχεια και την πρόοδο – κυρίως ως αύξηση της κατανάλωσης.
Τι κάνει η σημερινή κυβέρνηση;
Η σημερινή κυβέρνηση υλοποιεί έναν σχεδιασμό βασισμένο στο στενό κομματικό συμφέρον χωρίς να εξετάζει τις προοπτικές της χώρας. Μόνο όπου και όταν αυτές διασταυρώνονται με το στενό δικό της συμφέρον υπάρχει πιθανότητα να πράξει ορθά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ενεργεί και πολιτεύεται με στόχο την συνέχιση της υποστήριξης από απολύτως συγκεκριμένες ομάδες της κοινωνίας, στην προσπάθειά της να παραμείνει σε θέσεις εξουσίας ή αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στοχεύει όπως είδαμε ρητά στη στήριξη των κατώτερων οικονομικά στρωμάτων μέσα από μία ατελέσφορη επιδοματική πολιτική και στη στήριξη εκείνων των τμημάτων της μεταπολιτευτικής μεσαίας τάξης που ευνοήθηκαν και ευνοούνται από το παρόν status quo, καθώς είτε επλήγησαν λιγότερο είτε καθόλου από την οικονομική κρίση. Φοβικοί insiders και απομεινάρια της άλλοτε μεγάλης μεσαίας τάξης και οικονομικά αδύναμοι διαμορφώνουν την πολιτική και κομματική συμμαχία του σχηματισμού ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Και αν για τα αδύναμα στρώματα το καρότο είναι τα διάφορα επιδόματα, για τους insiders της μεσαίας τάξης είναι το κλείσιμο του ματιού με ρυθμίσεις στον αντίποδα του μνημονίου. Ρυθμίσεις, εξυπηρετήσεις, προσλήψεις, χάρες, μείωση ωραρίου, αποκήρυξη πραγματικής αξιολόγησης, δέσμευση για μηδενικές απολύσεις, εκπλήρωση συνδικαλιστικών και συντεχνιακών αιτημάτων - κάτω από το ραντάρ - είναι η υπόσχεση της εξουσίας. «Ψηφίστε εμάς που σας εξυπηρετούμε και όσο μπορούμε νοιαζόμαστε για σας και τα συμφερόντά σας γιατί αν έρθουν άλλοι θα χάσετε και αυτά.»

Αυτή όμως δεν είναι μία συμμαχία που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο επιθυμητό μέλλον. Είναι συμμαχία διατήρησης, είναι συμμαχία τροχοπέδη, είναι συμμαχία και πολιτική υπέρ των λίγων.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Κόµµα χωρίς σπονδυλική στήλη – εξουσιαστικός κυνισµός – χώρα χωρίς µέλλον - άρθρο για την εφημερίδα Καρφίτσα 30/12/2017


Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόµµα ευπροσάρµοστο. Χωρίς σπονδυλική στήλη. Χωρίς ισχυρό αξιακό φορτίο, χωρίς αναφορές, χωρίς αναστολές. Σήµερα, στην αυγή του 2018 τίποτα δεν θυµίζει τον αντιµνηµονιακό ΣΥΡΙΖΑ, τις υποσχέσεις του, την ορµή, την ευκολία των λόγων, τον εδαφικοποιηµένο ακτιβισµό του και την προγραµµατική του πρόταση. Η ηγετική οµάδα από το καλοκαίρι του 2015 – ίσως και νωρίτερα, προ δηµοψηφίσµατος – αντιλήφθηκε πως σχεδόν τίποτε από τα υλικά οικοδόµησης εκείνου του κράµατος αντιµνηµονιακής διαµαρτυρίας, µεταπολιτευτικής επαναφοράς και διάχυτης αντιµεταρρύθµισης δεν θα µπορούσε να φανεί χρήσιµο στην πορεία.
Αντιλήφθηκαν πως στον κόσµο των ενηλίκων και των κυβερνήσεων, µαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Σε κοινωνία όπου είναι πλειοψηφικό το φαινόµενο της παρατεταµένης ανηλικότητας, το να ανέλθεις στην εξουσία σε καιρό κρίσης, τάζοντας στους πάντες τα πάντα και εκµεταλλευόµενος τις τραγικές αποτυχίες των προηγούµενων, δεν φαντάζει τόσο δύσκολο. Βέβαια το κόστος αυτής της βίαιης αλλά ρηχής ωρίµανσης είναι τεράστιο. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό στο µέσο Έλληνα και ψηφοφόρο στην πλήρη του έκταση. Ιδιαίτερα σε µία κοινωνία που είναι «µαλωµένη» µε τους αριθµούς, τους πίνακες, τα στοιχεία, τις προβλέψεις, τις προβολές και τη στατιστική, οποιαδήποτε προσπάθεια αποτίµησης ή σύγκρισης καταλήγει στο βολικά απλό «έλα µωρέ, όλοι ίδιοι ήταν» ή στο «και αυτοί περικόπτουν και οι άλλοι περιέκοψαν (µισθούς συντάξεις)» ή στο « τουλάχιστον αυτός διαπραγµατεύτηκε».
Η συνολική αποτίµηση του έξαλλου πρώτου εξαµήνου έχει γίνει από ειδήµονες περί της οικονοµίας αλλά η ζηµία είναι σίγουρη και βεβαιωµένη. Επιβάρυνση στο δηµόσιο χρέος, βαρύτατο πλήγµα στο τραπεζικό σύστηµα, επιπλέον υφεσιακά έτη, εικόνα αστάθειας και µετεωρισµού της χώρας κοκ. Από εκείνη όµως την περίοδο, όπως προείπαµε, δεν έχει αποµείνει τίποτε. Με περίσσια ευκολία ο πρωθυπουργός και η οµάδα του έκαναν στροφή 180 µοιρών και αποδέχθηκαν κάθε πιθανό ή απίθανο µέτρο που προτάθηκε στο τρίτο – αµιγώς δικό τους – µνηµόνιο. Από τον µαξιµαλισµό της περήφανης διαπραγµάτευσης στην απρόσκοπτη αποδοχή των πάντων χρειάστηκε πολύ µικρό χρονικό διάστηµα. Η µεταστροφή που έγινε διεθνώς γνωστή ως kolotoumpa και µνηµονεύεται ακόµη από διεθνή ΜΜΕ συµπύκνωσε όλα τα νοήµατα.
Είναι ωρίµανση ή κυνισµός;
Πολλοί χαιρέτισαν αυτή τη µεταστροφή ως µια κοµβική µεταστροφή και χαιρέτισαν και τον Αλέξη Τσίπρα ως έναν νέο ηλικιακά, ρεαλιστή, ευρωπαϊστή πρωθυπουργό που λογικεύεται και στέκεται στο ύψος των ευθυνών και των περιστάσεων. Φωνές και γραφίδες στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό προσπαθούν εναγωνίως να πείσουν το εκάστοτε ακροατήριο πως τα πράγµατα στην υπόθεση της Ελλάδας πάνε καλά – η χώρα βρίσκεται στο σωστό δρόµο. Για δικούς τους λόγους ο καθείς. Οι του εξωτερικού για να εδραιώσουν την πεποίθηση πως υπάρχει σταθεροποίηση και πως η χώρα µας περνά σε φάση κανονικότητας, αποκρύπτουν λάθη (τους), καθησυχάζουν κοινοβούλια και κοινή γνώµη άλλων χωρών και µεταθέτουν τα προβλήµατα στο µέλλον. Οι του εσωτερικού µπορεί να αµείβονται από το γκουβέρνο ποικιλοτρόπως ή να γνωρίζουν πως µόνον µε αυτή την κυβέρνηση βρίσκονται εντός παιγνίου. Το ερώτηµα όµως παραµένει. Είναι ωρίµανση ή κυνισµός αυτό που επιδεικνύει η ηγετική οµάδα του ΣΥΡΙΖΑ και το πρωθυπουργικό επιτελείο;
Είναι κυνισµός µεταµφιεσµένος σε ωρίµανση. Έχουν αποδεχθεί τα πάντα, ακόµη και µέτρα που καµία άλλη κυβέρνηση δεν θα αποδεχόταν καθώς βασίζονται σε µία άβουλη κοινοβουλευτική οµάδα που δεν δεσµεύεται από καµία υπόσχεση παρά από την θέληση για παραµονή στην εξουσία και στην κόπωση της κοινωνίας που µετά την διάψευση του αντιµνηµονιακού µύθου δεν έχει κουράγιο να επενδύσει καµία προσδοκία πουθενά, ούτε όµως να διαµαρτυρηθεί. Είναι κυνισµός διότι δεν πιστεύουν αυθεντικά σε κανένα µεταρρυθµιστικό πρόγραµµα. Το αποδέχονται εργαλειακά. Το έχουν ενσωµατώσει σε µία κοµµατική- εκλογική στρατηγική που πιθανολογεί έξοδο στις αγορές το καλοκαίρι του 2018, σχετική ευκολία διορισµών πασπαλισµένων µε εφάπαξ επιδόµατα.Είναι κυνισµός διότι γνωρίζουν πως αυτό που πράττουν δεν έχει στοιχεία διατηρησιµότητας παρά εξυπηρετεί το κοµµατικό αφήγηµα «έξοδος από την κρίση». Υπερφορολογούν τη µεσαία τάξη σε ανυπόφορο βαθµό, δηµιουργούν υπερπλεονάσµατα και ακολούθως τα διαµοιράζουν σε φτωχοποιηµένα στρώµατα εξαγοράζοντας τη στήριξή τους. Προσλήψεις, στο δηµόσιο, επιδόµατα, πόλωση και αµφιλεγόµενη έξοδος στις αγορές. Δίνουν µε λίγα λόγια ψάρι στον πεινασµένο αλλά δεν µαθαίνουν στον κόσµο να ψαρεύει.  Η παραγωγή πλούτου, η ανάπτυξη, η µεγέθυνση είναι µια διαδικασία σύνθετη, µε πολύ συγκεκριµένους περιορισµούς αλλά και πάρα πολλές δυνατότητες, απαιτείται σχέδιο. Απαιτείται σωρεία αλλαγών σε κράτος και οικονοµία, µεταρρυθµίσεις. Απαιτείται εκσυγχρονισµός της διοίκησης, φορολογική σταθερότητα, λογική φορολογία, προσέλκυση επενδύσεων, τραπεζική δραστηριότητα και χρηµατοδότηση της οικονοµίας κλπ. Τη στιγµή που πρέπει να µειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δηµιουργικές δυνάµεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλµατα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισµός, απαιτείται ταυτόχρονα  ισχυρή κρατική παρέµβαση σε νέα πεδία. Ρυθµιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική µεταρρύθµιση κ.ο.κ. Δεν αρκεί να λέµε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελµα στρεφόµενοι σε διεθνώς εµπορεύσιµα προϊόντα και υπηρεσίες (ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούµε µε ποιο τρόπο µπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η µετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδοµές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισµού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραµµένης πυραµίδας είναι ο στόχος.Αν ασχολούνταν µε αυτά, θα λέγαµε πως ωρίµασε. Στόχος όµως δεν είναι µία αλλαγή σελίδας για τη χώρα και η µετάβαση σε µία κανονικότητα που θα συνδυάζεται µε επαναπροσδιορισµό της θέσης της χώρας στο διεθνή καταµερισµό εργασίας αλλά η επανεκλογή ή τουλάχιστον η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόµµα εξουσίας.