Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Μεσαία τάξη - γιατί ειναι απαραίτητη, άρθρο στην Καρφίτσα της 20/01/2018


Η παρούσα κυβέρνηση το έχει πει επισήμως και με κάθε τρόπο, ακόμη και για όποιον διατηρούσε ακόμη αμφιβολίες. Δεν  είναι σύμμαχος της μεσαίας τάξης, δεν την ενδιαφέρει η τύχη και η πορεία της, δε νομοθετεί και δεν κυβερνά με βάση τα συμφέροντά της. Πράττει, μάλιστα, ακριβώς το αντίθετο. Την βλέπει ως ακάματο σύνηθες υποζύγιο, ως εύκολο και πρόσφορο χρηματοδότη, ως ταξικό εχθρό που πρέπει να πληρώσει τις επιλογές  της.

Το στρατήγημα διακρίνεται από απλότητα, σχεδόν σοφία αλλά και κυνισμό. «Φορολογούμε μέχρι εξαντλήσεως τη μεσαία τάξη , πετυχαίνουμε τους δημοσιονομικούς στόχους, δίνουμε το περίσσευμα στους πιο αδύναμους» - το είπε σχεδόν έτσι ο ΥΠΟΙΚ κ. Τσακαλώτος.

Αυτή η λογική και ακολούθως οικονομική πολιτική βέβαια έχει κοντά ποδάρια καθώς δεν εμφανίζει στοιχεία διατηρησιμότητας. Δεν συνιστά δηλαδή πολιτική που μπορεί να ακολουθηθεί μεσομακροπρόθεσμα καθώς βρισκόμαστε ήδη στον ένατο χρόνο μνημονιακής διαχείρισης, η φοροδοτική δυνατότητα είναι απολύτως περιορισμένη και η ανάπτυξη εντελώς ασθενική – δεν μπορεί να στηρίξει τη συνέχιση, δεν παράγεται ο απαραίτητος πλούτος, δεν υπάρχει κεφαλαιοποίηση και επένδυση.

Παρά τη σωρεία αλλαγών μέσω μνημονιακών επιταγών και προαπαιτούμενων, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς βάσιμα πως επήλθε κάποιος σημαντικός ανασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου. Αλλαγές σημαντικές υλοποιήθηκαν αλλά η δομή δεν άλλαξε άρδην υπέρ ενός νέου δυναμικού μοντέλου. Το ερώτημα παραμένει, τίθεται έντονα και επιζητεί απάντηση. Ποια θα είναι η θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας; Τι θα παράγει; Θα καταφέρει να ακολουθήσει έστω ασθμαίνοντας τις παγκόσμιες εξελίξεις διατηρώντας τη θέση της στη λίστα με τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου ή θα κατρακυλήσει σε χαμηλότερες θέσεις;

Από τις απαντήσεις που θα δώσει το πολιτικό σύστημα και η εκάστοτε κυβέρνηση αντανακλώντας τη συλλογική βούληση του ελληνικού λαού, θα καθοριστεί εν πολλοίς το τοπίο στην οικονομία και στην κοινωνία.

Θα περάσουμε για παράδειγμα μέσα από διαρθρωτικές αλλαγές σε μία εξωστρεφή οικονομία με στροφή σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους που θα εξάγουν και θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές ή θα συνεχίσουμε έστω με δημοσιονομικούς περιορισμούς το μοντέλο του εσωστρεφούς κορπορατισμού;

Πιο αναλυτικά, ο ιδιόμορφος ελληνικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να έχει παρά μία ιδιόμορφή μεσαία τάξη, με πολλές διαφορές συγκριτικά με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Μέσα από ποιο πλέγμα πολιτικών θα ενισχυθεί ή θα ξαναδημιουργηθεί μεσαία τάξη, απολύτως απαραίτητη για την αστική δημοκρατία και την επάνοδο στην κανονικότητα και την ανάπτυξη της χώρας; Εσωστρεφής κορπορατισμός σημαίνει συνέχιση προνομίων στους insiders, διατήρηση κλειστών επαγγελμάτων και μερική διασφάλιση από τον ανταγωνισμό, προϊόντα και υπηρεσίες μη εμπορεύσιμα διεθνώς και ικανοποίηση – ενσωμάτωση αιτημάτων στο κράτος.

Προσαρμογή στις νέες συνθήκες σημαίνει προσδιορισμός της θέσης στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, κίνητρα για συνέργειες, συμπράξεις, διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες και άνοιγμα στον ανταγωνισμό με ωφέλειες και κόστη, επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες με πολλαπλασιαστικά οφέλη, οικονομίες κλίμακας, εξαγωγές κοκ.
Η απολύτως κρίσιμη αυτή τάξη για το παραγωγικό μοντέλο προσδίδει στο τελευταίο χαρακτηριστικά που έχει η ίδια. Αν η μεσαία τάξη της χώρας είναι στελέχη εταιρειών με ιεραρχίες, συναλλαγές, οργανογράμματα, αν δραστηριοποιείται σε τομείς με υπεραξία, αν αμείβεται καλά διότι παράγει προϊόντα και υπηρεσίες αξίας σημαίνει ότι υπάρχει αλλαγή παραδείγματος. Αν παραμείνει μία τάξη ελεύθερων επαγγελματιών και μικροεπιιχειρηματιών, ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας και στελεχών μετρημένων επιχειρήσεων που ευνοούνται από την πολιτική εξουσία σημαίνει ότι παραμείναμε στα ίδια και δεν αλλάξαμε τα κρίσιμα.
Η πρώτη περίπτωση μεσαία τάξης μπορεί να παίξει βαρύνοντα ρόλο υποστηρίζοντας πολιτικές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό, την ανοικτότητα και την ισχυροποίηση των θεσμών, τους σαφείς κανόνες για όλους. Η δεύτερη περίπτωση μεσαίας τάξης – η παλιά γνώριμη- θα επιζητά την κρατική υπερ-ρύθμιση, την προστασία από τον ανταγωνισμό, την προσοδοθηρία, τον μεταπρατικό χαρακτήρα της οικονομίας θα στέλνει τον λογαριασμό στους outsiders.
Είναι σημαντική η ύπαρξη μιας εύρωστης μεσαίας τάξης;
Η ύπαρξη της μεσαίας τάξης είναι απολύτως σημαντική καθώς είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση αλλά και αποτέλεσμα μιας εύρωστης οικονομίας και μιας καλής διακυβέρνησης. Είναι η μεσαία τάξη αυτή που ορίζει εν πολλοίς το καταναλωτικό πρότυπο, τον τρόπο ζωής, που διαμορφώνει και διαχέει σε όλη την κοινωνία βασικές ιδέες και αντιλήψεις. Η ίδια η υπαρξή της είναι απότοκος της ανοδική κοινωνικής κινητικότητας αλλά και βασικός μοχλός διατήρησης σε λειτουργία αυτού του ασανσέρ.
Είναι η μεσαία τάξη που έχοντας ξεφύγει από την ανάγκη μπορεί να συμμετέχει πιο ενεργά και αποφασιστικά στη διακυβέρνηση, να ελέγξει την εξουσία και να εκφράσει και να διεκδικήσει περισσότερα, στον αντίποδα μιας κοινωνίας χαμηλών προσδοκιών. Αν αιτηθεί εκσυγχρονισμό μπορεί να τον επιβάλλει. Στηρίζοντας τον εκσυγχρονισμό και αναλόγως του βαθμού με τον οποίο θα το πράξει θα κριθεί εάν αυτός θα είναι επιδερμικός ή βαθύς, στέρεος ή εύθραυστος.
Πολιτικά, η ύπαρξη της μεσαίας τάξης διασφαλίζει την αποδοκιμασία των άκρων, ενισχύει τις πολιτικές δυνάμεις της συναίνεσης και της συνεννόησης, αφαιρεί εκρηκτική ύλη από την κοινωνική διαπάλη καθώς μπορεί να παίξει και το ρόλο του αμορτισερ, εκτονώνοντας πιέσεις και απαιτεί ως αναγκαία συνθήκη ευημερίας και ανάπτυξης τη σταθερότητα, την ομαλότητα, τη συνέχεια και την πρόοδο – κυρίως ως αύξηση της κατανάλωσης.
Τι κάνει η σημερινή κυβέρνηση;
Η σημερινή κυβέρνηση υλοποιεί έναν σχεδιασμό βασισμένο στο στενό κομματικό συμφέρον χωρίς να εξετάζει τις προοπτικές της χώρας. Μόνο όπου και όταν αυτές διασταυρώνονται με το στενό δικό της συμφέρον υπάρχει πιθανότητα να πράξει ορθά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ενεργεί και πολιτεύεται με στόχο την συνέχιση της υποστήριξης από απολύτως συγκεκριμένες ομάδες της κοινωνίας, στην προσπάθειά της να παραμείνει σε θέσεις εξουσίας ή αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στοχεύει όπως είδαμε ρητά στη στήριξη των κατώτερων οικονομικά στρωμάτων μέσα από μία ατελέσφορη επιδοματική πολιτική και στη στήριξη εκείνων των τμημάτων της μεταπολιτευτικής μεσαίας τάξης που ευνοήθηκαν και ευνοούνται από το παρόν status quo, καθώς είτε επλήγησαν λιγότερο είτε καθόλου από την οικονομική κρίση. Φοβικοί insiders και απομεινάρια της άλλοτε μεγάλης μεσαίας τάξης και οικονομικά αδύναμοι διαμορφώνουν την πολιτική και κομματική συμμαχία του σχηματισμού ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Και αν για τα αδύναμα στρώματα το καρότο είναι τα διάφορα επιδόματα, για τους insiders της μεσαίας τάξης είναι το κλείσιμο του ματιού με ρυθμίσεις στον αντίποδα του μνημονίου. Ρυθμίσεις, εξυπηρετήσεις, προσλήψεις, χάρες, μείωση ωραρίου, αποκήρυξη πραγματικής αξιολόγησης, δέσμευση για μηδενικές απολύσεις, εκπλήρωση συνδικαλιστικών και συντεχνιακών αιτημάτων - κάτω από το ραντάρ - είναι η υπόσχεση της εξουσίας. «Ψηφίστε εμάς που σας εξυπηρετούμε και όσο μπορούμε νοιαζόμαστε για σας και τα συμφερόντά σας γιατί αν έρθουν άλλοι θα χάσετε και αυτά.»

Αυτή όμως δεν είναι μία συμμαχία που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα στο επιθυμητό μέλλον. Είναι συμμαχία διατήρησης, είναι συμμαχία τροχοπέδη, είναι συμμαχία και πολιτική υπέρ των λίγων.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Κόµµα χωρίς σπονδυλική στήλη – εξουσιαστικός κυνισµός – χώρα χωρίς µέλλον - άρθρο για την εφημερίδα Καρφίτσα 30/12/2017


Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόµµα ευπροσάρµοστο. Χωρίς σπονδυλική στήλη. Χωρίς ισχυρό αξιακό φορτίο, χωρίς αναφορές, χωρίς αναστολές. Σήµερα, στην αυγή του 2018 τίποτα δεν θυµίζει τον αντιµνηµονιακό ΣΥΡΙΖΑ, τις υποσχέσεις του, την ορµή, την ευκολία των λόγων, τον εδαφικοποιηµένο ακτιβισµό του και την προγραµµατική του πρόταση. Η ηγετική οµάδα από το καλοκαίρι του 2015 – ίσως και νωρίτερα, προ δηµοψηφίσµατος – αντιλήφθηκε πως σχεδόν τίποτε από τα υλικά οικοδόµησης εκείνου του κράµατος αντιµνηµονιακής διαµαρτυρίας, µεταπολιτευτικής επαναφοράς και διάχυτης αντιµεταρρύθµισης δεν θα µπορούσε να φανεί χρήσιµο στην πορεία.
Αντιλήφθηκαν πως στον κόσµο των ενηλίκων και των κυβερνήσεων, µαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Σε κοινωνία όπου είναι πλειοψηφικό το φαινόµενο της παρατεταµένης ανηλικότητας, το να ανέλθεις στην εξουσία σε καιρό κρίσης, τάζοντας στους πάντες τα πάντα και εκµεταλλευόµενος τις τραγικές αποτυχίες των προηγούµενων, δεν φαντάζει τόσο δύσκολο. Βέβαια το κόστος αυτής της βίαιης αλλά ρηχής ωρίµανσης είναι τεράστιο. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό στο µέσο Έλληνα και ψηφοφόρο στην πλήρη του έκταση. Ιδιαίτερα σε µία κοινωνία που είναι «µαλωµένη» µε τους αριθµούς, τους πίνακες, τα στοιχεία, τις προβλέψεις, τις προβολές και τη στατιστική, οποιαδήποτε προσπάθεια αποτίµησης ή σύγκρισης καταλήγει στο βολικά απλό «έλα µωρέ, όλοι ίδιοι ήταν» ή στο «και αυτοί περικόπτουν και οι άλλοι περιέκοψαν (µισθούς συντάξεις)» ή στο « τουλάχιστον αυτός διαπραγµατεύτηκε».
Η συνολική αποτίµηση του έξαλλου πρώτου εξαµήνου έχει γίνει από ειδήµονες περί της οικονοµίας αλλά η ζηµία είναι σίγουρη και βεβαιωµένη. Επιβάρυνση στο δηµόσιο χρέος, βαρύτατο πλήγµα στο τραπεζικό σύστηµα, επιπλέον υφεσιακά έτη, εικόνα αστάθειας και µετεωρισµού της χώρας κοκ. Από εκείνη όµως την περίοδο, όπως προείπαµε, δεν έχει αποµείνει τίποτε. Με περίσσια ευκολία ο πρωθυπουργός και η οµάδα του έκαναν στροφή 180 µοιρών και αποδέχθηκαν κάθε πιθανό ή απίθανο µέτρο που προτάθηκε στο τρίτο – αµιγώς δικό τους – µνηµόνιο. Από τον µαξιµαλισµό της περήφανης διαπραγµάτευσης στην απρόσκοπτη αποδοχή των πάντων χρειάστηκε πολύ µικρό χρονικό διάστηµα. Η µεταστροφή που έγινε διεθνώς γνωστή ως kolotoumpa και µνηµονεύεται ακόµη από διεθνή ΜΜΕ συµπύκνωσε όλα τα νοήµατα.
Είναι ωρίµανση ή κυνισµός;
Πολλοί χαιρέτισαν αυτή τη µεταστροφή ως µια κοµβική µεταστροφή και χαιρέτισαν και τον Αλέξη Τσίπρα ως έναν νέο ηλικιακά, ρεαλιστή, ευρωπαϊστή πρωθυπουργό που λογικεύεται και στέκεται στο ύψος των ευθυνών και των περιστάσεων. Φωνές και γραφίδες στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό προσπαθούν εναγωνίως να πείσουν το εκάστοτε ακροατήριο πως τα πράγµατα στην υπόθεση της Ελλάδας πάνε καλά – η χώρα βρίσκεται στο σωστό δρόµο. Για δικούς τους λόγους ο καθείς. Οι του εξωτερικού για να εδραιώσουν την πεποίθηση πως υπάρχει σταθεροποίηση και πως η χώρα µας περνά σε φάση κανονικότητας, αποκρύπτουν λάθη (τους), καθησυχάζουν κοινοβούλια και κοινή γνώµη άλλων χωρών και µεταθέτουν τα προβλήµατα στο µέλλον. Οι του εσωτερικού µπορεί να αµείβονται από το γκουβέρνο ποικιλοτρόπως ή να γνωρίζουν πως µόνον µε αυτή την κυβέρνηση βρίσκονται εντός παιγνίου. Το ερώτηµα όµως παραµένει. Είναι ωρίµανση ή κυνισµός αυτό που επιδεικνύει η ηγετική οµάδα του ΣΥΡΙΖΑ και το πρωθυπουργικό επιτελείο;
Είναι κυνισµός µεταµφιεσµένος σε ωρίµανση. Έχουν αποδεχθεί τα πάντα, ακόµη και µέτρα που καµία άλλη κυβέρνηση δεν θα αποδεχόταν καθώς βασίζονται σε µία άβουλη κοινοβουλευτική οµάδα που δεν δεσµεύεται από καµία υπόσχεση παρά από την θέληση για παραµονή στην εξουσία και στην κόπωση της κοινωνίας που µετά την διάψευση του αντιµνηµονιακού µύθου δεν έχει κουράγιο να επενδύσει καµία προσδοκία πουθενά, ούτε όµως να διαµαρτυρηθεί. Είναι κυνισµός διότι δεν πιστεύουν αυθεντικά σε κανένα µεταρρυθµιστικό πρόγραµµα. Το αποδέχονται εργαλειακά. Το έχουν ενσωµατώσει σε µία κοµµατική- εκλογική στρατηγική που πιθανολογεί έξοδο στις αγορές το καλοκαίρι του 2018, σχετική ευκολία διορισµών πασπαλισµένων µε εφάπαξ επιδόµατα.Είναι κυνισµός διότι γνωρίζουν πως αυτό που πράττουν δεν έχει στοιχεία διατηρησιµότητας παρά εξυπηρετεί το κοµµατικό αφήγηµα «έξοδος από την κρίση». Υπερφορολογούν τη µεσαία τάξη σε ανυπόφορο βαθµό, δηµιουργούν υπερπλεονάσµατα και ακολούθως τα διαµοιράζουν σε φτωχοποιηµένα στρώµατα εξαγοράζοντας τη στήριξή τους. Προσλήψεις, στο δηµόσιο, επιδόµατα, πόλωση και αµφιλεγόµενη έξοδος στις αγορές. Δίνουν µε λίγα λόγια ψάρι στον πεινασµένο αλλά δεν µαθαίνουν στον κόσµο να ψαρεύει.  Η παραγωγή πλούτου, η ανάπτυξη, η µεγέθυνση είναι µια διαδικασία σύνθετη, µε πολύ συγκεκριµένους περιορισµούς αλλά και πάρα πολλές δυνατότητες, απαιτείται σχέδιο. Απαιτείται σωρεία αλλαγών σε κράτος και οικονοµία, µεταρρυθµίσεις. Απαιτείται εκσυγχρονισµός της διοίκησης, φορολογική σταθερότητα, λογική φορολογία, προσέλκυση επενδύσεων, τραπεζική δραστηριότητα και χρηµατοδότηση της οικονοµίας κλπ. Τη στιγµή που πρέπει να µειωθεί το κράτος, να γίνουν ιδιωτικοποιήσεις, να απελευθερωθούν δηµιουργικές δυνάµεις της αγοράς, να ανοίξουν τα κλειστά επαγγέλµατα, να λειτουργήσει ο ανταγωνισµός, απαιτείται ταυτόχρονα  ισχυρή κρατική παρέµβαση σε νέα πεδία. Ρυθµιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους, στόχευση, διοικητική µεταρρύθµιση κ.ο.κ. Δεν αρκεί να λέµε πως 1.000.000 πολίτες πρέπει να αλλάξουν επάγγελµα στρεφόµενοι σε διεθνώς εµπορεύσιµα προϊόντα και υπηρεσίες (ή σε άλλα που θα υποκαθιστούν τις εισαγωγές) αλλά να δούµε µε ποιο τρόπο µπορεί να υποβοηθηθεί αυτή η µετάβαση. Εδώ το κράτος έχει ρόλο. Φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδοµές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισµού – αυτά είναι υποθέσεις του κράτους. Αναστροφή της ανεστραµµένης πυραµίδας είναι ο στόχος.Αν ασχολούνταν µε αυτά, θα λέγαµε πως ωρίµασε. Στόχος όµως δεν είναι µία αλλαγή σελίδας για τη χώρα και η µετάβαση σε µία κανονικότητα που θα συνδυάζεται µε επαναπροσδιορισµό της θέσης της χώρας στο διεθνή καταµερισµό εργασίας αλλά η επανεκλογή ή τουλάχιστον η διατήρηση του ΣΥΡΙΖΑ ως κόµµα εξουσίας.

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Άβολες αλήθειες και βολικά ψέματα, άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΡΦΙΤΣΑ της 16/12/2017


Στα οκτώ χρόνια μνημονιακής καθοδήγησης και διαχείρισης των πραγμάτων, έχουν γίνει αρκετές αλλαγές. Σίγουρα όμως δεν έχουν γίνει όλες, σίγουρα δεν έχουν υλοποιηθεί οι μεταρρυθμίσεις και απολύτως βέβαιη είναι η συνολική απροθυμία μας – κοινωνίας και πολιτικού συστήματος – να υιοθετήσουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα αλλαγών, να το θεωρήσουμε επιλογή και όχι υποχρέωση.

Η χρονική διάρκεια των μνημονίων είναι επαρκές αποδεικτικό πως δεν θέλουμε να αλλάξουμε παρά μόνο ελάχιστα και επιδερμικά. Οι υπόλοιπες χώρες που υπάχθηκαν σε ανάλογα προγράμματα οικονομικής στήριξης και μεταρρύθμισης, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν καταφέρει να απεμπλακούν με καλές μάλιστα προοπτικές. Ανακτούν τάχιστα μέρος του απολεσθέντος ΑΕΠ τους, συνοδεύουν τις επιλογές τους από ένα κύμα καλόν ειδήσεων που επηρεάζουν τόσο τις λεγόμενες «αγορές» όσο όμως και την εσωτερική ψυχολογία ενισχύοντας τις ενδογενείς δυνάμεις να τραβήξουν μπροστά.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό και η Ελλάδα, είτε σε φάση ανόδου και ανάπτυξης, είτε καθόδου, παραμένει ένα παράδειγμα κατ’ εξαίρεση; Γιατί δεν μπορούμε να συγχρονιστούμε και να προδιαγράψουμε μία λίγο πολύ κοινή μοίρα με τους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς;

Οι λόγοι του ελληνικού εξαιρετισμού είναι πολλοί και αγγίζουν ακόμη και πολιτισμικά αίτια, ίσως θρησκευτικά, σίγουρα ιστορικά. Όμως αν ανατρέξουμε τόσο πίσω και τόσο βαθιά θα αποκοπούμε από τις ανάγκες του παρόντος.

Αρχικά, η μη κατανόηση της κρίσης, η αδυναμία αντίληψης των βασικών αιτιών της ελληνικής χρεοκοπίας, η ανάπτυξη καταφανώς βλακωδών επιχειρημάτων στο δημόσιο διάλογο, ο αρνητισμός, η συνωμοσιολογία, ο άκρατος λαϊκισμός εδραίωσαν την πεποίθηση πως «το μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι η κρίση το μνημόνιο». Με ευθύνη κομμάτων και πολιτικών συσκοτίστηκε η αλήθεια και ο συνασπισμός  πολιτικών και κοινωνικών συμφερόντων που βρίσκεται πίσω από την κατάρρευση κατάφερε να επιβιώσει μέχρι σήμερα, αλλάζοντας κόμματα, κυβερνήσεις, ρητορική.

Αναπτύχθηκαν τόσα πολλά βολικά ψέματα που η διατύπωση αληθειών κατέστη το λιγότερο άβολη. Για παράδειγμα, ακόμη και σήμερα που η αντιμνημονιακή πλατφόρμα έχει καταρρεύσει, πόσοι Έλληνες δέχονται ότι μία βασική αιτία της χρεοκοπίας ήταν η πλουσιοπάροχη, πέραν κάθε φαντασίας και δυνατότητας επιδότηση του ασφαλιστικού συστήματος;

Πόσοι γνωρίζουν ότι η δαπάνη για το ασφαλιστικό, μετά το 2010 διευρύνθηκε, ασχέτως αν μειώθηκε η δαπάνη κατ' άτομο διότι δεν έγιναν ουσιαστικές αλλαγές, εισήλθαν 800.000 νέοι συνταξιούχοι και μειώθηκαν τα εισοδήματα από εργασία με τις περικοπές των μισθών και την ανεργία; Πόσοι αποδέχονται ότι το μισθολογικό κόστος του δημοσίου διπλασιάστηκε την τεευταί πενταετία προ κρίσης; Πόσοι δέχονται ότι οι δαπάνες υγείας εκτινάχθηκαν, ότι το ελληνικό κοινωνικό κράτος ήταν από τα πιο γενναιόδωρα στις αρχές της δεκαετίας του 2000 άσχετα αν η γενναιοδωρία του αυτή δεν κατευθύνονταν σε όσους είχαν πραγματικά ανάγκη λόγω αστοχίας; Πόσοι αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορεί να στηριχθεί επ’ άπειρο ένα βορειοαμερικάνικο μοντέλο κατανάλωσης και διαβίωσης πάνω σε ένα βαλκανικό μοντέλο παραγωγής; Πόσοι προβληματίστηκαν για τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, για την συνεχή, επί σειρά ετών, απώλεια θέσεων στην ανταγωνιστικότητα, για τα συνεχόμενα θηριώδη ελλειμματικά εμπορικά ισοζύγια, για τη συντεχνιακή δομή της οικονομίας, για τον ισχυρό ρόλο των ομάδων πίεσης και των ομάδων συμφερόντων, για την αδυναμία χάραξης δημόσιων πολιτικών, για το διαρκώς αυξανόμενο έλλειμμα;

Ο κατάλογος των λαθών και των παραλείψεων δεν έχει τελειωμό και αν σκεφτεί κανείς ότι όλα αυτά αθροιστικά ήρθαν στην επιφάνεια μαζί λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης – όπου επαναξιολογήθηκαν εκ νέου χώρες και δυνατότητες – φτάνουμε στο λογικό συμπέρασμα ότι κάποιο πακέτο διάσωσης που θα συμπεριλάμβανε δραστικές περικοπές και υποχρεώσεις αλλαγών ήταν μονόδρομος.

Όλη η ευθύνη ήταν ενδογενής; Όχι, ευθύνη έχει και η αρχιτεκτονική της ΟΝΕ αλλά και σε δεύτερη φάση η τρόικα καθώς σειρά μέτρων ήταν καταφανώς ατελέσφορά, με μεγάλο κοινωνικό κόστος και ταυτόχρονα προϊόντα ιδεολογικών εμμονών.

Εάν όμως για αυτές τις βασικές πρωταρχικές παραδοχές χρειαζόμαστε 7 – 8 χρόνια ( και αυτό αμφίβολο διότι δεν είμαστε σίγουροι πως σήμερα συγκεντρώνουν την πλειοψηφία αυτές) πόσο χρόνο θα χρειαστούμε για να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε τα απαραίτητα;

Ποια θα είναι η κρίσιμη μάζα πολιτών που θα πάρει πάνω της την υπόθεση της υπέρβασης της κρίσης; Ποιες θα είναι οι πολιτικές δυνάμεις που θα δράσουν στοχοπροσυλωμένα προς αυτή την κατεύθυνση;

Το καθοδικό σπιράλ στο οποίο είμαστε εγκλωβισμένοι δεν έχει τέλος. Η ψευδαίσθηση σταθεροποίησης αφαιρεί από τη δημόσια σφαίρα το καθεστώς του επείγοντος και μπορεί να οδηγήσει σε αδικαιολόγητο εφησυχασμό. Οι ασθενικοί ρυθμοί ανάπτυξης που ίσως επιτευχθούν δεν είναι αρκετοί. Η χώρα για να ορθοποδήσει στοιχειωδώς και να καλύψει μέρος του χαμένου εισοδήματος χρειάζεται μπαράζ πετυχημένων αναπτυξιακά ετών ώστε να ενισχυθούν εισοδήματα και απασχόληση.

Από την άλλη, ακόμη και ο τρόπος όμως με τον οποίο επιτυγχάνεται αυτή η ασθενική ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμος. Η ανάπτυξη αυτή δεν έχει στοιχεία διατηρισιμότητας καθώς βασίζεται στην εξάντληση της φοροδοτικής ικανότητας και σε περιοριστικά μέτρα ασταθή. Πλαισιώνεται δε από κυβέρνηση που είναι επιρρεπής στην αύξηση δαπανών και λάτρης του προηγούμενου «μεταπολιτευτικού μοντέλου».

Συνοψίζοντας, ο κίνδυνος υποβιβασμού της χώρας είναι μεγάλος. Ο κίνδυνος παγίωσης τεράστιων ανισοτήτων μέσα από θεσμοποίηση αδικιών υπαρκτός. Η κοινωνία έχει μετατραπεί σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών και απουσιάζει η δύναμη που θα επιφέρει τον ριζικό αναπροσανατολισμό, μια γενναία στροφή.