Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά στη συνειδητοποίηση και η σοσιαλδημοκρατία στις νέες προκλήσεις


Ο διάλογος για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι γόνιμος και διαρκής. Οι προκλήσεις του νέου αιώνα είναι πυκνές και οι απαντήσεις αναζητούνται καθώς οι παλιές συνταγές δεν επαρκούν. Τα ελλείμματα της Ένωσης είναι γνωστά, όμως σε αυτά έρχονται να προστεθούν νέες παράμετροι που διευρύνουν τους προβληματισμούς και καθιστούν συνθετότερα τα προς επίλυση ζητήματα.
Στα γνωστά από δεκαετίας ζητήματα της πολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης (με απώτερο στόχο την ομοσπονδοποίηση), των δομικών αστοχιών της ευρωζώνης, του δημοκρατικού ελλείμματος και του διακυβερνητικού τρόπου λήψης αποφάσεων στα πολύ σημαντικά πεδία, αθροίζονται πλέον νέα ζητήματα που αν και γνωστά, οι επιπτώσεις τους αρχίζουν να διαφαίνονται τώρα.
Εν τάχει τα σημαντικότερα είναι τα ακόλουθα.
  1. Η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού της Ευρώπης και οι επιπτώσεις αυτής σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Το δημογραφικό προφίλ της Ευρώπης αμφισβητεί στον πυρήνα του  το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, τα συστήματα υγείας και ασφάλισης.
  2. Η μετανάστευση – προσφυγικό που λόγω περιφερειακών συγκρούσεων, πολέμων και εν γένει αστάθειας σε περιοχές που γειτνιάζουν με την Ευρώπη δημιουργεί νέες προκλήσεις. Ολόκληρες χώρες αδειάζουν και εκατομμύρια ανθρώπων μετακινούνται προς εμάς. Μπορούν να ενταχθούν; Μπορούμε να συμβιώσουμε στις ευρωπαϊκές πόλεις; Ποια τα όρια της πολυπολιτισμικότητας; Ποιες οι δυνάμεις του έθνους – κράτους και ποιες της Ένωσης;
  3. Η οικολογική ισορροπία και οι νέοι εντελώς απαραίτητοι περιορισμοί σε εκπομπές ρύπων, η διαχείριση υδάτων, η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, το κόστος της καθαρής ενέργειας και πως αυτό επιδρά στην παραγωγή κοκ
  4. Ο νέος παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας με την πρωτεύουσα θέση της Δύσης να αμφισβητείται, την άνοδο νέων περιφερειακών δυνάμεων που αναπτύσσονται ταχύτατα, με τις παραγωγικές βιομηχανικές δομές να έχουν μετεγκατασταθεί εκτός ευρωπαϊκής επικράτειας και με έναν συνεχή ανταγωνισμό για την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.
  5. Τα θέματα ασφάλειας – άμυνας επανέρχονται καθώς το μεταπολεμικό statusquoέχει μεταβληθεί πολλάκις. Οι Η.Π.Α και το ΝΑΤΟ είναι μεν εγγυητές της σταθερότητας και παράγοντες αποτροπής όμως το κόστος διατήρησής τους είναι αυξανόμενο και η Ευρώπη ευνοϊκά τοποθετημένη στον επιμερισμό αυτό ( εθνική στρατοί μερικώς ασύνδετοι, προσανατολισμένοι στην άμυνα εδαφικής επικράτειας και άρα στατικοί). Η τρομοκρατία επίσης θέτει εκ νέου το δίλημμα μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας με το ισοζύγιο να γέρνει δραματικά προς τη διασφάλιση της δεύτερης.
Τα ανωτέρω σκιαγραφούν μία πραγματικότητα όπου το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο, το statusquo, οι κατακτήσεις των babyboomers, η διαρκής ασφάλεια- ειρήνη και ευημερία δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες. Ο δυτικός άνθρωπος καλείται να επανατοποθετηθεί σε όλους τους παγκόσμιους χάρτες και να σκίσει εκείνους του 20ου αιώνα που κανοναρχούσαν την σκέψη του και τη ζωή του. Το μέλλον θα είναι διαφορετικό και σίγουρα όχι τόσο ανοδικό - εκτός εάν υπάρξει μία όχι ολοσδίολου απίθανη τεχνολογική εξέλιξη που θα πολλαπλασιάσει την παραγωγική δυνατότητα και άρα το παγκόσμιο ΑΕΠ.
Αυτό που δεν πρέπει επουδενί να παραβλεφθεί είναι πως ακόμη και σήμερα, ακόμη και τώρα, η Ένωση αποτελεί το ευνοϊκότερο πεδίο για τους λαούς, για τον κόσμο της εργασίας, για το περιβάλλον. Λειτουργεί δημοκρατικά, υπάρχει κράτος δικαίου και σχετική ευημερία.

Σοσιαλδημοκρατία
Αυτό που συμβατικά εννοούμε σοσιαλδημοκρατία είναι το μοντέλο εκείνο οργάνωσης της κοινωνίας και της οικονομίας που οικοδομήθηκε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν πολιτικό ρεύμα υπήρχε και τα προηγούμενα χρόνια – τα κόμματα της Β’ Διεθνούς κατά τόπους ήταν υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Εκείνο το ιδεοτυπικό μοντέλο, με τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του ανά χώρα, μεταβλήθηκε και ακολούθησε εν πολλοίς όλες τις αλλαγές που συνέβησαν στα τέλη του προηγούμενου αιώνα – παραμένοντας ένας εκ των δύο πόλων του πολιτικού συστήματος, μία εκ των δύο μεγάλων πολιτικών οικογενειών στην Ευρώπη. Η κατηγορία που του αποδίδεται είναι πως απώλεσε τα βασικά χαρακτηριστικά του και υποχώρησε, αλλοτριώθηκε. Εν μέρει σωστή αυτή η άποψη.
Όποια και εάν ήταν η εξέλιξη του ιδεολογικού και πολιτικού αυτού ρεύματος δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα δυτικοκεντρικό πολιτικό μοντέλο που διαμορφώθηκε και ανέπτυξε τα εργαλεία παρέμβασής του υπό συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Υποστηρίζω πως αν και σήμερα υποχωρεί εκλογικά μπροστά στα αμείλικτα διλλήματα και δυσκολίες δεν σημαίνει πως δεν έχει αφήσει σχεδόν ανεξίτηλη τη σφραγίδα του. Πολλές παραδοχές της και πολλά «κτήματά της» ενσωμάτωσε και η χριστιανοδημοκρατία ( και όχι μόνο το αντίστροφο).
Η εκλογική του ανάκαμψη δεν είναι ζήτημα απλά βολονταρισμού και ηγετικών/ κομματικών αποφάσεων, όπως αρέσκεται να λέγεται. Είναι ζήτημα πιο σύνθετο καθώς καλείται να δράσει σε έναν κόσμο ριζικά διαφορετικό από αυτόν που γεννήθηκε. Καλείται να δράσει και να υπηρετήσει ως τέκνο της νεωτερικότητας τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας σε έναν κόσμο πιο σύνθετο, παγκοσμιοποιημένο και σε κοινωνίες με νέες προκλήσεις και συγκεκριμένες δυνατότητες
Ένωση και σοσιαλδημοκρατία
«Σε ευρωπαϊκό επίπεδο επίπεδο οι προοπτικές ενός σοσιαλδηµοκρατικού µετασχηµατισµού είναι καλύτερες. Και αυτό όχι γιατί οι κυρίαρχες ευρωπαϊκές ελίτ έχουν σοσιαλδηµοκρατικούς προσανατολισμούς, αλλά γιατί συστηµικές πιέσεις αναγκάζουν, κυρίως τη Γερµανία, να προχωρήσει σε µια λιγότερο νεοφιλελεύθερη και περισσότερο σοσιαλδηµοκρατική διακυβέρνηση της Γηραιάς Ηπείρου …. Αν η πολιτικοοικονοµική ενοποίηση της Ευρώπης προχωρήσει και πάρει σοσιαλδηµοκρατική τροπή, τότε οι πιθανότητες ενός σοσιαλδηµοκρατικού προγράµµατος σε εθνικό επίπεδο αυξάνονται. Επιπλέον, µια σοσιαλδηµοκρατικά προσανατολισµένη, πολιτικά και οικονοµικά ενωμένη ΕΕ σίγουρα θα καταστεί σοβαρός παίκτης στην παγκόσµια κοινωνικοοικονοµική αρένα. Σε αυτή την περίπτωση η Ευρώπη θα μπορούσε να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη ενός παγκόσµιουκαπιταλισµού µε ανθρώπινο πρόσωπο. Ένας σοσιαλδηµοκρατικού τύπου παγκόσµιος καπιταλισµός»[1] είναι ο στόχος.

[1] Νίκος Μουζέλης, αρθρο στο ΒΗΜΑ 28/08/2011, «Ή θα είναι ευρωπαϊκή ή δεν θα υπάρξει»

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Θεσσαλονίκη στο φόντο της ΔΕΘ, άρθρο στην Καρφίτσα 9/9/2017



Και φέτος περιμένουμε στην πόλη μας τα κομματικά επιτελεία να προσέλθουν με στόχο να παρουσιάσουν τα προγράμματά τους και να εκφράσουν τον πολιτικό τους λόγο. Λίγο ή πολύ αυτή η εθιμοτυπία ακολουθείται πιστά από τους πάντες καθώς το βήμα της Έκθεσης είναι κατά κάποιο τρόπο η αφετηρία κάθε πολιτικής και οικονομικής χρονιάς. Και αν παλαιότερα – τα καλά χρόνια της ευμάρειας – το πολιτικό προσωπικό ανηφόριζε στη Βόρεια Ελλάδα με μια χαλαρή διάθεση και στόχο να μοιράσει διευθετήσεις και να εντάξει στο κράτος επιμέρους αιτήματα, συντεχνιακά, κλαδικά ή τοπικά, σήμερα η κατάσταση δεν το επιτρέπει.

Τα χρόνια της κρίσης και των μνημονίων η εθιμοτυπική πολιτική αυτή εκκίνηση της χρονιάς άλλαξε περιεχόμενο αλλά όχι τύπο. Η χαλαρότητα μετατράπηκε σε αγωνιώδη προσπάθεια δημιουργίας ενός σχεδίου ικανού να μετατραπεί σε λόγο. Η παράδοση παροχολογίας πίεζε και πιέζει ακόμα, καθώς όλοι έχουμε εθιστεί σε αυτή, παρά τα ασφυκτικά δημοσιονομικά δεδομένα. Αντίρροπες δυνάμεις, από τη μία οι μνημονιακές υποχρεώσεις και από την άλλη  η μεταπολιτευτική γαλαντομία.

Σε όλο αυτό το πολιτικό και κοινωνικό πανηγύρι φόντο είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης και γενικότερα η κεντρική Μακεδονία. Και αν τα προηγούμενα χρόνια η πόλη για μια βδομάδα γινόταν ένα τεράστιο νυχτερινό πολιτιστικό κέντρο που σέρβιρε ποτά υπό της μελωδικές φωνές των φημισμένων αηδών της, σήμερα της έχει μείνει μόνο μία επιβάρυνση.

Ταλαιπωρία, αναστάτωση, τριτοκοσμικές καταστάσεις, κυκλοφοριακές αρρυθμίες, παράλυση. Μα το χειρότερο δεν είναι αυτό. Χειρότερη όλων είναι η κοροϊδία προς τους πολίτες της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας καθώς οι εξαγγελίες που αφορούν στον τόπο είναι συνεχώς οι ίδιες.  Λίγα μεγάλα έργα που το χρονοδιάγραμμα της κατασκευής τους έχει εκτροχιαστεί από καιρό, λίγες ακατανόητες σκέψεις περί σταυροδρομίου πολιτισμών, εμπορίου κοκ.

Η ευθύνη αυτής της πραγματικότητας βέβαια βαρύνει πρώτα από όλους τους ίδιους τους Θεσσαλονικείς και τους Μακεδόνες καθώς με τις επιλογές τους δεν φρόντισαν τον τόπο τους. Διότι πως αλλιώς να εξηγηθεί αυτή η τρομακτική υστέρηση της ευρύτερης περιοχής σε σχέση με άλλες περιφέρειες της Ευρώπης; Πώς να εξηγηθεί το γεγονός πως μία περιοχή με λιμάνι, με εύφορες εκτάσεις, με περατωμένα οδικά δίκτυα, με αεροδρόμιο, με πολιτιστικό και τουριστικό ενδιαφέρον δεν μπορεί επουδενί να σηκώσει κεφάλι και να δημιουργήσει εισόδημα γα τους κατοίκους της;

Αποβιομηχάνιση, ανεργία, εγκατάλειψη και ασφυξία. Θέσεις εργασίες υποαμειβόμενες, περιστασιακές, χωρίς εξέλιξη από επιχειρήσεις μικρές, χωρίς ιεραρχίες, χωρίς απαίτηση δεξιοτήτων.

Που πήγαν όλα εκείνα τα μεγαλεπίβολα σχέδια για την πόλη; Μπορεί και αν ναι με ποιόν τρόπο να μετατραπεί η ευρύτερη περιοχή σε ατμομηχανή της ανάπτυξης με νέες θέσεις εργασίας; Μπορεί να μετατραπεί σε διαμετακομιστικό κέντρο; Μπορεί να συνδεθεί με την ενδοχώρα των βαλκανίων; Μπορεί να έχει τουρισμό 365 ημερών που σημαίνει πολλών ειδών τουρισμό ( συνεδριακό, αγροτουρισμό, αρχαιολογικό κλπ); Μπορούν επιτέλους να αξιοποιηθούν τα ανενεργά στρατόπεδα με τρόπο επωφελή για το πολεοδομικό συγκρότημα και την ποιότητα ζωής των κατοίκων; Θα τελειώσουν κάποια στιγμή τα μεγάλα έργα υποδομών; Υπάρχει τρόπος να αξιοποιηθεί το τεράστιο κτιριακό απόθεμα που υπάρχει λόγω της αποβιομηχάνισης; Υπάρχει σχέδιο για την πολιτιστική αναγέννηση της πόλης; Είναι εφικτή η ίδρυση και λειτουγία εξαγωγικών επιχειρήσεων; Αξίζει μία συντεταγμένη προσπάθεια στο αγροδιατροφικό τομέα; Παράλληλα με τα μεγάλα υπάρχουν κα τα μικρά. Μπορεί η πόλη να είναι καθαρή; Η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να παρέμβει στο κοινωνικό πεδίο πιο αποτελεσματικά; Είναι εύκολο να υπάρχει ευμορφία, ασφάλεια, ευταξία που θα ενισχύσει το εμπόριο;

Αυτά είναι τα μείζονα και όχι οι όποιες εξαγγελίες για επιδόματα και λοιπές διευθετήσεις, ούτε οι συντεχνιακές διαμαρτυρίες προς απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων. Σε αυτά πρέπει να επικεντρωθεί o δημόσιος διάλογος, σε αυτά πρέπει να σκύψουν τα κομματικά επιτελεία, με βάση αυτά πρέπει να ψηφίζουν οι πολίτες της περιοχής.


Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Τα δύο πολιτικά διλήμματα του προοδευτικού χώρου – κράτος και μεσαία τάξη

Ο υπό συγκρότηση κεντροαριστερός χώρος πρέπει να  διαμορφώσει  τον πολιτικού του χαρακτήρα. Η διαμόρφωση του πολιτικού χαρακτήρα ενός πολιτικού χώρου είναι μία ανοιχτή και ευρεία διαδικασία που δεν θα προκύψει μόνον μέσα από την υλοποίηση ενός κομματικού κειμένου και σχεδίου. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να γίνει και ερήμην αυτών. Ο προγραμματικός λόγος είναι φύσει και θέσει λόγος συγκροτημένος που αποτυπώνει τη βούληση και πρόταση μιας συντεταγμένης συλλογικότητας.
Τα δύο διλλήματα
Τα δύο διλλήματα για την κεντροαριστερά αφορούν πρώτον στην πρότασή της για το Κράτος και δεύτερον στο σχέδιό της για την Οικονομία μέσα από τη μεσαία τάξη. Η επίκληση της αναγκαιότητας μεταρρυθμίσεων με αόριστο και γενικό τρόπο όχι μόνον δεν συγκινεί κανέναν, αλλά αντίθετα αντισυσπειρώνει μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες που δυνητικά θα μπορούσαν να υποστηρίξουν το πολιτικό της σχέδιο. 
Επί του συγκεκριμένου, η κεντροαριστερά πρέπει μέσω της επεξήγησης να καταστήσει κατανοητό στους πολλούς πως το κράτος πρέπει να αλλάξει. Τη στιγμή που πρέπει να μειωθεί και να μικρύνει,καθώς -επιεικώς - κρίνεται δαπανηρό, βραδυκίνητο, ανελαστικό και αναποτελεσματικόαπαιτείται κρατική παρέμβαση σε νέα πεδία. Ρυθμιστικές αρχές, αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους και στόχευση, διοικητική μεταρρύθμιση, φορολογία, κόστος ενέργειας, υποδομές, διασφάλιση κανόνων ανταγωνισμού – αυτά είναι δικές του υποθέσεις. Από τη μία δηλαδή καλείσαι να μειώσεις το κόστος, να καταργήσεις ολόκληρες  αντιπαραγωγικές και αναποτελεσματικές δομές, να απολύσεις πλεονάζον προσωπικό, να εξαλείψεις  πολυτελείς και πληθωριστικές διαδικασίες στην απονομή της δικαιοσύνης και να χτυπήσεις την γραφειοκρατία και από την άλλη οφείλεις να ρυθμίσεις νέα πεδία, να προσλάβεις προσωπικό με δεξιότητες και άρα καλές αμοιβές και να υποβοηθήσεις το αναπτυξιακό εγχείρημα με κάθε τρόπο.
Αυτή η προσπάθεια είναι σύνθετη και ιδιαιτέρως δύσκολη. Απαιτεί σχέδιο, τόλμη, ισχυρή στοχοπροσήλωση και στελέχη που θα την υλοποιήσουν. Για την ελληνική κεντροαριστερά δε είναι ακόμη δυσκολότερη διότι κατά το μεταπολιτευτικό παρελθόν ταυτίστηκε στη συνείδηση του Έλληνα με την επέκταση του κράτους, με την ανάληψη ολοένα μεγαλύτερης κοινωνικής και οικονομικής ύλης και με την ενσωμάτωση σε αυτό κάθε λογής συντεχνιακού αιτήματος. Παράλληλα η ύπαρξη του ΣΥΡΙΖΑ που αναπαράγει και διατηρεί -προσχηματικά μάλλον πλέον - αυτό το μοντέλο, μία ριζικά διαφορετική προοδευτική πρόταση αντικρατικιστική, μεταρρυθμιστική και εκσυγχρονιστική έχει περιορισμένη απήχηση.Θα τολμήσει να παρουσιάσει ένα ριζικά διαφορετικό πρόταγμα για τη μορφή και το ρόλο του κράτους ή θα παραμείνει στη γνωστή ατραπό περιμένωντας έναν όχι και τόσο επαναπατρισμό ψήφων αναπαράγοντας παλιές θέσεις και υποσχόμενη ξανά ένα κράτος ευεργέτη;
Δεύτερο δίλλημα η προσέγγιση της μεσαίας τάξης και οι αλλαγές στην οικονομία γύρω από αυτή. Ο ιδιόμορφος ελληνικός καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να έχει παρά μία ιδιόμορφή μεσαία τάξη, με πολλές διαφορές συγκριτικά με την υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη. Το δίλημμα έγκειται στο εξής. Μέσα από ποιο πλέγμα πολιτικών θα ενισχυθεί ή θα ξαναδημιουργηθεί μεσαία τάξη, απολύτως απαραίτητη για την αστική δημοκρατίακαι την επάνοδο στην κανονικότητα και την ανάπτυξη της χώρας; Εσωστρεφής κορπορατισμός, συνέχιση προνομίων στους insiders, διατήρηση κλειστών επαγγελμάτων και μερική διασφάλιση από τον ανταγωνισμό, προϊόντα και υπηρεσίες μη εμπορεύσιμα διεθνώς και ικανοποίηση – ενσωμάτωση αιτημάτων στο κράτος ή προσδιορισμός της θέσης στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, κίνητρα για συνέργειες, διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες και άνοιγμα στον ανταγωνισμό με ωφέλειες και κόστη; 
Η απολύτως κρίσιμη αυτή τάξη για το παραγωγικό μοντέλο προσδίδει στο τελευταίο χαρακτηριστικά που έχει η ίδια. Αν η μεσαία τάξη της χώρας είναι στελέχη εταιρειών με ιεραρχίες, συναλλαγές, οργανογράμματα, αν δραστηριοποιείται σε τομείς με υπεραξία, αν αμείβεται καλά διότι παράγει προϊόντα και υπηρεσίες αξίας σημαίνει ότι υπάρχει αλλαγή παραδείγματος. Αν παραμείνει μία τάξη ελεύθερων επαγγελματιών και μικροεπιιχειρηματιών, ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας και στελεχών μετρημένων επιχειρήσεων που ευνοούνται από την πολιτική εξουσία σημαίνει ότι παραμείναμε στα ίδια και δεν αλλάξαμε τα κρίσιμα. Η πρώτη περίπτωση μεσαίας τάξης μπορεί να παίξει βαρύνοντα ρόλο υποστηρίζοντας πολιτικές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό, την ανοικτότητα και την ισχυροποίηση των θεσμών, τους σαφείς κανόνες για όλους. Η δεύτερη περίπτωση μεσαίας τάξης – η παλιά γνώριμη- θα επιζητά την κρατική υπερ-ρύθμιση, την προστασία από τον ανταγωνισμό, την προσοδοθηρία, τον μεταπρατικό χαρακτήρα της οικονομίας θα στέλνει τον λογαριασμό στους outsiders.
Είναι εμφανές πάνω σε ποια μεσαία τάξη πρέπει να στοιχηματίσει ο προοδευτικός χώρος και ποια πρέπει να υποβοηθήσει με τις πολιτικές του. Είναι εμφανές επίσης ότι είναι πολύ δύσκολο διότι όπως και στην περίπτωση του κράτους, η κεντροαριστερά ταυτίστηκε με τη δημιουργία και τη γιγάντωση ( και ευτυχώς) της μεσαίας τάξης, χωρίς όμως να καταφέρει να την μετεξελίξει.